ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ g.manteniotis
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ισως ποτέ άλλοτε στη μεταπολίτευση, η διάλυση ή η αυτοδιάλυση κομμάτων και συνεργασιών να μην υπήρξε τόσο έντονη και ριζική που να οδηγεί μάλιστα σε μια πρωτοφανή πολιτική ανισορροπία και σε εκλογικά αδιέξοδα. Ο δημόσιος διάλογος εγκλωβίζεται ολοένα και περισσότερο σε εσωκομματικές αντιπαραθέσεις, σε τεχνητά σενάρια διασπάσεων ή αποσχίσεων, που δεν έχουν καμία πραγματική κοινωνική αντιστοίχιση, δεν παράγουν πολιτική και δεν απαντούν στα αιτήματα της εποχής.

Η απομάκρυνση των πολιτών από την παραδοσιακή πολιτική, τις ιδεολογικές ταυτότητες και την κομματικοποίηση της ζωής ανοίγει δρόμους ή συχνά και ατραπούς για τη δημιουργία νέων, συγκυριακών και ενίοτε αδόκιμων σχηματισμών που εισέρχονται στον πολιτικό ανταγωνισμό. Και αυτό δεν είναι θεωρητικό σενάριο. Είναι η συνέπεια της αδυναμίας του πολιτικού συστήματος να παράγει λύσεις, στρατηγική και συναινέσεις. Η νέα αυτή πραγματικότητα, που παρατηρείται φυσικά και σε άλλες χώρες, έχει πλέον γενικευμένο χαρακτήρα. Καταγράφει μάλιστα υψηλά ποσοστά πολιτών που δηλώνουν αναποφάσιστοι ή που εκφράζουν αυθόρμητα διαθέσεις υπέρ ριζικών πολιτειακών ανατροπών, ως ένδειξη μιας βαθιάς κρίσης εμπιστοσύνης τους στο πολιτικό σύστημα.

Οι επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις θα διεξαχθούν σε ένα πρωτόγνωρο περιβάλλον, αντίστοιχο με εκείνο που ήδη βίωσαν πολλές χώρες, οι οποίες αναγκάστηκαν να αλλάξουν ή να προσαρμοστούν σταδιακά στα νέα πολιτικά και κοινωνικά δεδομένα. Στη χώρα μας, στεκόμαστε μπροστά σε αυτή τη μετάβαση χωρίς να έχουμε ακόμη αποφασίσει αν μπορούμε ή αν θέλουμε πραγματικά να αποχωριστούμε μια παρωχημένη πολιτική κουλτούρα, που ακόμη και από τον τρόπο διακυβέρνησης αποδεικνύει την αδυναμία της να διασφαλίσει τις βασικές αρχές και λειτουργίες της ίδιας της δημοκρατίας.

Οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των κομμάτων, λόγω της αναποφασιστικότητας και των αδυναμιών τους, οδηγούν σε δύο «τεχνητές λύσεις». Η πρώτη «τεχνητή λύση» αφορά το πού απευθύνεται το κάθε κόμμα, δηλαδή σε ποια κοινωνικά και παραγωγικά στρώματα. Η συμπεριφορά αυτών των στρωμάτων όμως δεν μπορεί να θεωρείται πλέον ενιαία, εφόσον λόγω διαδοχικών κρίσεων έχουν αλλάξει σύνθεση και έχουν διασπαρεί σε διάφορους πολιτικούς χώρους. Το «Κέντρο» δε ιστορικά συνεπικουρεί στη νίκη του κάθε νέου κυβερνώντος κόμματος, το οποίο όμως κέρδιζε τις εκλογές κυρίως λόγω του σαφούς πολιτικού και ιδεολογικού του χαρακτήρα, κάτι που δεν θεωρείται πλέον δεδομένο. Σήμερα, οι πολιτικές εξαγγελίες των κομμάτων μοιάζουν να είναι αποκομμένες από την κοινωνική πραγματικότητα, ενώ το κράτος έχει αποχωρήσει από τον αναγκαίο οικονομικό μετασχηματισμό που διαμορφώνεται πλέον από τις επιλογές μιας οικονομικής ελίτ χωρίς κανόνες, χωρίς κοινωνικό έλεγχο και χωρίς αναδιανεμητική στόχευση.

Η δεύτερη «τεχνητή λύση» αφορά τον τρόπο μελλοντικής διακυβέρνησης της χώρας εφόσον τα πολιτικά κόμματα δεν έχουν τη δυναμική της αυτοδυναμίας, όπως αυτή τουλάχιστον μέχρι σήμερα κατοχυρώνεται νομοθετικά. Εάν το πολιτικό προσωπικό, με την πολύπλευρη διάστασή του, δεν αντιληφθεί το εύρος και την ταχύτητα των ραγδαίων αλλαγών που εξελίσσονται, τότε θα βρεθεί αντιμέτωπο με μια «τεχνητή λύση» που θα το οδηγήσει στη νέα μορφή υποκατάστασής του. Είτε από μια κυβέρνηση «εθνικού σκοπού», με ορίζοντα την εξασφάλιση της σταθερότητας (!) της χώρας, είτε από μια «αλεξιπτωτική» παρουσία όπως συνέβη και σε μεσογειακές χώρες, Γαλλία και Ιταλία, που θα έχει ανοικτό κοινοβουλευτικό χρόνο και κοινωνική αποδοχή. Οι δύο αυτές «τεχνητές λύσεις» διακυβέρνησης θα έχουν διάρκεια, εφόσον το πρόβλημα είναι η εθνική ανασύσταση και ο μετασχηματισμός του πολιτικού συστήματος.

Η χώρα μας βρίσκεται σε περίοδο αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού. Η ριζική και αποφασιστική αντιμετώπιση του προβληματικού σημερινού πολιτικού περιβάλλοντος δεν μπορεί να είναι ούτε οι αυτοαναφορικοί απολογισμοί και οι διακηρύξεις μέσω βιβλίων, ούτε οι πολιτικές αντιπαραθέσεις και τοποθετήσεις που διεκδικούν να επανιδρύσουν παραδοσιακές παρατάξεις, ούτε συνέδρια που απλώς επικυρώνουν αρχηγικούς μηχανισμούς, συσχετισμούς και αναπαράγουν πολιτικά αδιέξοδα.

Οι ευθύνες έχουν όνομα και υπογραφή, για την κοινωνία, για τους πολίτες. Δυστυχώς, ακόμη και στις περιπτώσεις που ορισμένες πολιτικές επιλογές και δεσμεύσεις ήταν αναγκαίες, για να μπορέσει η χώρα να σταθεί συλλογικά μέσα στην ευρωπαϊκή της πορεία, δεν μπορεί να σβηστούν από τη μνήμη των πολιτών, λόγω της σκληρής πραγματικότητας που βιώνουν. Η κοινωνική και οικονομική επιδείνωση που ζουν δεν είναι ούτε «φυσικό φαινόμενο» ούτε «αναγκαίο τίμημα». Η πολιτική δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί χωρίς να πληρώνει τον λογαριασμό για όσα δεν έκανε.

Ταυτόχρονα, σε περιόδους βαθιάς πολιτικής κρίσης όπως τη βιώσαμε, οι αλληλοκατηγορίες, τα «μου είπες, σου είπα», είναι κατανοητές, όμως, πληγώνουν, βαραίνουν τον διάλογο αλλά και λειτουργούν ως ανασταλτικός παράγοντας σε κάθε προσπάθεια συνεννόησης. Στη δομική κρίση του πολιτικού συστήματος, δεν μπορεί να αποτελούν εμπόδιο και απαιτούνται γενναίες παρεμβάσεις και υπερβάσεις που θα βοηθήσουν όλους να δουν τον ευρύτερο στόχο: την ανάγκη υπέρβασης των μικροκομματικών αντανακλαστικών και της υποστήριξης της λογικής, ότι εκπροσωπούν κάτι μεγαλύτερο από αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή ένα περιορισμένο ποσοστό του εκλογικού σώματος.

Η δημοκρατική ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος περνά μέσα από την ενεργοποίηση του συνόλου των πολιτών. Μόνο έτσι μπορούν βαθμιαία να δημιουργηθούν νέοι υγιείς συσχετισμοί και να ανασυνταχθεί η ίδια η πολιτική. Ενας νέος προοδευτικός άξονας και ένας συντηρητικός άξονας θα επαναπροσδιοριστούν όχι από τους μηχανισμούς του παρελθόντος, αλλά από την ουσιαστική συμμετοχή των επιβαρυμένων γενεών της κρίσης και των πολλά υποσχόμενων νέων γενεών.

Βρισκόμαστε σε μια περίοδο που οι γεωπολιτικές ισορροπίες, οι διεθνείς συμμαχίες για την ενεργειακή ασφάλεια και οι απειλές γύρω από την εδαφική ακεραιότητα μεταβάλλονται με ταχύτητα και δεν επιτρέπονται κενά. Ποιο διεθνές σύστημα θα αποδεχθεί έναν περιφερειακό «κόμβο» σε κατάσταση πολιτικής αστάθειας; Ποια ισχυρή χώρα ή συμμαχία θα επενδύσει στρατηγικά σε μια Ελλάδα βυθισμένη σε εσωστρέφεια και μικροκομματικές τριβές;

Αν μάλιστα οι επίδοξοι «αρχηγοί» προετοιμάζουν την επόμενη ημέρα με τις πρακτικές που σήμερα βλέπουμε, με μικρομεγαλισμούς, παρασκηνιακές διεργασίες και αδιέξοδες στρατηγικές, τότε το πιθανότερο είναι ότι εκείνοι πρώτοι θα βρεθούν σε ιδιότυπη πολιτική ομηρία. Μην ξεχνάμε ότι η αλαζονεία απομονώνει, η ανασφάλεια διαλύει, η ατολμία απογοητεύει, η αγνωμοσύνη αδικεί.

Αν η προοδευτική παράταξη θέλει να ξανασυναντηθεί με την κοινωνία, οφείλει να υπερβεί αυτά τα βαρίδια. Να αφήσει πίσω της την εσωστρέφεια και να επανατοποθετήσει τον διάλογο στο μόνο πεδίο που νομιμοποιεί την ύπαρξή της: τις ανάγκες, τις αγωνίες και τις προοπτικές της κοινωνικής πλειοψηφίας. Να γίνει ο χώρος που ενώνει, όχι που διχάζει. Που προτείνει βιώσιμες λύσεις, όχι που αναπαράγει τα τραύματα του παρελθόντος. Ο χώρος που θα μετατρέψει τη συμμετοχή των πολιτών, ιδίως των νεότερων, σε κινητήρια δύναμη μιας νέας προοδευτικής πορείας για τη χώρα.

Η πρόκληση είναι ξεκάθαρη: να μεταβούμε από ένα παρωχημένο μοντέλο πολιτικής οργάνωσης σε μια ανοικτή, δημοκρατική, συμμετοχική και προοδευτική πολιτική πραγματικότητα που να ανταποκρίνεται σε όσα απαιτεί η νέα εποχή!

*Πρ. υπουργός, βουλεύτρια και ευρωβουλεύτρια