Προλεγόμενα. Το νεωτερικό φαινόμενο της πολιτικής αναδύεται ως εκείνο το θεσμικό πλαίσιο ικανό εν δυνάμει να αναχαιτίσει τη μετατροπή της εγγενούς βίας όλων των ταξικά διαιρεμένων κοινωνιών σε έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων, διασφαλίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη συνοχή, την ενότητα και την αναπαραγωγή του όλου ταξικά διαιρεμένου κοινωνικού σχηματισμού.
ΑΠΟ ΤΑ ΜΕΣΑ του 19ου αιώνα με την εδραίωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και εν μέσω σκληρών ταξικών συγκρούσεων, καταστολών και πολέμων, κατακτήθηκε ο διαχωρισμός μεταξύ της οικονομικής σφαίρας που συγκροτείται από τα ανταγωνιστικά συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων και την πολιτική σφαίρα που συγκροτείται διαχρονικά υπό τη μορφή ενός συνόλου θεσμικών οργάνων αντιπροσώπευσης των πολύπλευρων κοινωνικών ανταγωνιστικών συμφερόντων, ήτοι κράτος, κυβερνήσεις, κοινοβούλια, πολιτικά κόμματα, κοινοβουλευτικές επιτροπές, ανεξάρτητες αρχές κ.ά. Πρόκειται δηλαδή για την εδραίωση της τυπικής αστικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας βάσει ρυθμιστικών κανόνων κοινής αποδοχής, κανόνες που συγκροτούνται ως νεωτερικό Δίκαιο, Σύνταγμα, διαχωρισμός των εξουσιών και κράτος δικαίου. Στόχος του όλου ιστορικού εγχειρήματος, η διασφάλιση του «κοινού συμφέροντος». Απέναντι στις άρχουσες τάξεις που κατέχουν τα μέσα παραγωγής αναδύονται οι ιθύνουσες τάξεις που κατέχουν τα ηνία των αντιπροσωπευτικών θεσμών. Τα σύνορά τους δεν είναι στεγανά, αλλά και δεν ταυτίζονται.
ΤΟ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΟ στοιχείο των αντιπροσωπευτικών θεσμών και των ιθύνοντων τάξεων είναι η σχετική αυτονομία τους έναντι των σύνθετων ταξικών ανταγωνισμών, σχετική αυτονομία που τους διασφαλίζει τη δυνατότητα να αναλαμβάνονται αποφάσεις και δράσεις μη αρεστές σε επιμέρους ανταγωνιστικά ταξικά συμφέροντα. Από την πλευρά των κομμάτων εκπροσώπησης των υποτελών τάξεων αυτή η σχετική αυτονομία της πολιτικής σφαίρας δημιούργησε χώρο για την επεξεργασία πολλαπλών στρατηγικών, συμπεριλαμβανομένης και της κατάληψης της κυβερνητικής εξουσίας, προς όφελος της εργασίας και των ευάλωτων κοινωνικών στρωμάτων. Οι γνωστοί μεγάλοι ή μικροί συμβιβασμοί μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, οι μεγάλες και οι μικρές νίκες της εργασίας, οφείλονται σε αυτήν τη σχετική αυτονομία της πολιτικής σφαίρας.
Η ΣΥΓΚΥΡΙΑ. Η εκτεταμένη κρίση και η απαξίωση των αντιπροσωπευτικών θεσμών, εθνικών και διεθνών, είναι πια κοινής αποδοχής από όλους τους αναλυτές των πολιτικών εξελίξεων των τελευταίων δεκαετιών. Πρόκειται για μια γενικευμένη καθεστωτική κρίση διακυβέρνησης σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, κρίση που λαμβάνει εκρηκτικές διαστάσεις στο πλαίσιο των σχετικά πρόσφατων βίαιων γεωπολιτικών ανακατατάξεων που τροφοδοτούνε με τη σειρά τους εμπορικούς, ψυχρούς και θερμούς πολέμους. Περιττό βέβαια να επισημάνουμε ότι όλες αυτές οι καθεστωτικές κρίσεις απορρέουν από τα αδιέξοδα του νεοφιλελευθερισμού που επικράτησε από τις δεκαετίες του ’70-’80 στο πλαίσιο της πολυκρίσης του ύστερου καπιταλισμού. Μια σειρά νεολογισμών προσπάθησαν να περιγράψουν τις εν λόγω πολιτικές κρίσεις, όπως «καχεκτικές δημοκρατίες», «δημοκρατικά ελλείμματα», «ανελεύθερες δημοκρατίες», «αυταρχικές δημοκρατίες» κ.ά. Ουσιαστικά πρόκειται για την επιταχυνόμενη τάση κατάρρευσης των δημοκρατικών θεσμών και του κράτους δικαίου. Πλείστα παραδείγματα γενικευμένης χρήσης «καταστάσεων εξαίρεσης» και «έκτακτων αναγκών» στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ το επικυρώνουν όπως και σωρεία νομοθεσιών ποινικοποίησης των κοινωνικών κινημάτων σε όλη την Ευρώπη.
Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ συγκυρία συμπυκνώνεται στην εξής κομβική και εμφανή διαπίστωση: από τη δεκαετία του 1980 και μετέπειτα η σχετική αυτονομία της πολιτικής σφαίρας και των ιθυνουσών τάξεων που διασφάλιζαν ώς τότε την ενότητα και τη συνοχή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών διαγράφει μια όλο και πιο επιταχυνόμενη φθίνουσα πορεία και τείνει να ακυρωθεί. Ο διαχωρισμός μεταξύ οικονομίας και πολιτικής, μεταξύ οικονομικής και πολιτικής σφαίρας εκλείπει, τείνουν να ταυτιστούν, οι ιθύνουσες τάξεις των αντιπροσωπευτικών θεσμών ακυρώνονται. Τα ηγεμονικά, σύνθετα και συχνά ανταγωνιστικά κεφαλαιοκρατικά συμφέροντα διεκδικούν πλέον, συχνά εμφατικά, την απευθείας αδιαμεσολάβητη διακυβέρνηση των κοινωνιών. Τα πάλαι ποτέ συνταγματικά θεμελιώδη δικαιώματα όχι μόνο αναθεωρούνται, αλλά συνιστούν πλέον εμπόδιο στην απευθείας διακυβέρνηση των κεφαλαιοκρατικών συμφερόντων. Η εν λόγω ιστορική καμπή τεκμηριώνει το γεγονός ότι καπιταλισμός και δημοκρατία (στις διάφορες πολιτειακές της εκδοχές) συνιστούν πλέον ασύμβατες οντότητες. Το πόνημα ενός «δημοκρατικού καπιταλισμού» είναι εκτός τόπου και χρόνου. Είμαστε ενώπιον ενός άκρως δυστοπικού παρόντος επικυριαρχίας ενός αδηφάγου ολοκληρωτικού καπιταλισμού, λεηλασίας και καταστολής των υποτελών τάξεων και ωμής εξάλειψης «περιττών» ή «επικίνδυνων» πληθυσμών – μετανάστες, πρόσφυγες, θύματα των εμπορικών, ψυχρών και θερμών πολέμων, θύματα της κλιματικής κρίσης. Συσσώρευση κρίσεων που απορρέουν από την λογική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και των αδιεξόδων της αναπαραγωγής του.
ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ. Αυτή η Νέα Συνθήκη ηγεμόνευσης του κεφαλαίου επιβάλλει αναπόφευκτα κομβικά ερωτήματα όσον αφορά από εδώ και πέρα τον ρόλο του κράτους, τον ρόλο των θεσμών, τοπικών, εθνικών και διεθνών, τη συγκρότηση και τον ρόλο των πολιτικών κομμάτων και πρωτίστως τους τρόπους με τους οποίους οι κοινωνίες αντιλαμβάνονται, αντιμετωπίζουν και προσπαθούν να αντισταθούν σ’ αυτήν τη νέα συνθήκη. Μ’ αυτά τα θέματα θα ασχοληθούμε στα επόμενα άρθρα μας.
*Συμμετέχουν στη συλλογικότητα ΠΡΩ.Α.ΡΙΖ.Α
