Ασπρα μαλλιά, κοντοκουρεμένα, πυκνά, ελεύθερα, να στεφανώνουνε το γελαστό το πρόσωπο. Ντυμένη σοβαρά, αλλά όχι γερόντισσα. Ούτε σπρίντερ καλοδιατηρημένη με γυμναστήρια, ανυψώσεις – συσφίγξεις − ανανεώσεις, υπερτροφές και, προπάντων, υπερτροφικό εαυτούλη, να αυτοθαυμάζεται στα σόσιαλ. Γυναίκα της ενδιάμεσης γενιάς, που πάταγε με το ’να πόδι στη βάρκα του παραδοσιακού ρόλου, σπίτι, άντρας και παιδιά, και με τ’ άλλο σε βάρκα που ξανοιγότανε για ταξίδια πρωτόγνωρα και ρότες αδοκίμαστες, σε επικράτειες αχαρτογράφητες του Ονείρου: Δουλειά, χαρά και μόρφωση / να το ιδανικό μας / και θέλουμε στον τόπο μας / αφέντη το λαό μας!
Δεμένη με μαντίλα στο μητρικό κορμί, σε πορείες νυχτερινές, από διαβάσεις κακοτράχαλες και ορεινούς αυχένες, καρφιά παγωμένα οι πνοές του αγέρα. Στο πρώτο χάραμα, βροχές φωτιάς. Ναπάλμ, τρέμουλο και τ’ άντερα στα γόνατα. Μια τσάπα πασαπόρτι για τη σωτηρία, να ξεγελιούνται οι σταυρωτήδες, χωροφύλακες και μάυδες (1). Πέπλο θολό του χωρισμού τα δάκρυα, στρίμωγμα σε αμπάρια καραβιών, να ζεματάν τα χνώτα, γδούποι, κουφάρια άψυχα, γλίστρημα απ’ το κατάστρωμα στον έναστρο ουρανό, πάγκοι σε ξύλινα βαγόνια, τρένα ν’ αγκομαχάνε φιδοσέρνοντας στις ράγες· ράγες απαντοχής ανέλπιστης, προς τη μακρινή, την άφευκτη Υπερορία. Σαν όλων των καιρών τα προσφυγόπουλα, τα ασυνόδευτα, με δίχως μάνας αγκαλιά, να σε παραμονεύουνε τα μπλόκα από παντού, στεριάς και του πελάγου, δημόσιος κίνδυνος τ’ ανταρτοπαίδια, πατέρας καταδιωκόμενος και μπάρμπας αποκεφαλισμένος απ’ τους μοναρχοφασίστες, αδερφοξάδερφα μαντρωμένα στις παιδουπόλεις της Φρείκης (2), ζωές βορά στους καταδότες, και να σε κατατρέχει, στο φευγιό σου απάνω, η ρετσινιά. Παιδομάζωμα, παιδία απαχθέντα υπό των κομμουνιστοσυμμοριτών. Ντροπή που ήτανε, ντροπή στα άνομα τα στόματα, στις θλιβερές γραφίδες…
Τίρανα, Ζάμαρτι, Βουδαπέστη. Βλάσκι Μες, Κρνοβ, Μπελογιάννης, γιορτές ελληνικές, μονάχοι, σαν λιοντάρια (3), καρσιλαμάς και ράικο, τσάμικος και φυσούνι. Βηματιστός ο γυρισμός, αν είσαι και Σλαβομακεδόνισσα όχι, απαγορεύεται, όσο κι αν λαχταράς να πας να προσκυνήσεις τη Μίρκα Γκίνοβα (4), αν εύρεις και μνημούρι με χαραγμένο όνομα και ημερομηνίες. Αλλιώς, να προσκυνήσεις σε κελί, σε τόπο εκτελέσεων, σε τάφο ομαδικό, καν σε ψηλή ραχούλα. Στον ύπνο σου, σε παίρνει ακόμα καταπόδι η ιερά εξέταση, οι ανακρίσεις στο νηπιαγωγείο, ορθοστασία στο ένα πόδι και το άλλο χέρι ψηλά, βιτσιές, μίλα, μωρή, ήρθε ψες βράδυ ο πατέρας σου στο σπίτι; Αναθιβάνεις και πικραίνεσαι, πώς τη χωρίσανε τη μέρα μας σε πτώματα στιγμών (5), τριγύρω μούγγα αντί φωνή, όχι, εσύ δεν κρύβεσαι, δεν έμαθες να περπατείς σκυφτή και ζαρωμένη. Στητή, το κούτελο ψηλά, μιλάς το τίμιο, το δίκιο και την αλήθεια του θεού κι ο που μπορεί ας ακούσει.
Ντροπή που ήτανε. Ξεχείλισε η ντροπή, πολύ αργότερα, μες στου καιρού το διάβα, βγήκαν παλιάτσοι ρήτορες με αυθάδεια, τι, άραγε, χρειάζεται να ξέρουνε οι νέοι το Λαμπράκη (6). Ξεπρόβαλαν απ’ τα λαγούμια τους τηβεννοφόροι μαστροποί, με ακάλυπτο το χέρι το δεξί, να υφαίνουνε κοντάκια βλάσφημα, σε ήχο ίσων αποστάσεων, με περισσή φροντίδα χουχουλίζοντας τ’ αβγό το αποτρόπαιο του φιδιού, του εξαποδώ τη μαύρη γέννα κανακεύοντας. Κονταροχτύπημα άπαυτο, της μνήμης με τη λήθη.
Καμιά ντροπή για σένανε, όλη η ντροπή δική τους. Ντροπή και βδέλυγμα και σ’ όποιον αποστρέφει το βλέμμα, καμώνεται πως δεν ακούει της Ιστορίας τα βήματα, σιγά μην τόνε κόφτει αυτόνε πού θα σταθεί, για τη στρεβλή την κρίση του όλα τα πόστα ίδια. Μικρός κι ανάξιος, τυλιγαδίζουν τα ποδάρια του και βαυκαλίζεται, μπας και ξεφύγει. Βάρος δυσήνιο και ύψος δυσθεώρητο, η επίγνωση. Λυσσομανάνε στην αρένα η τύχη κι η αναγκαιότητα, ωστόσο, στου τροχού το κάθε γύρισμα, η Ιστορία έχει μία σωστή πλευρά. Τιμή σε κείνους και σε κείνες που, συλλαβίζοντας τα πρώτα γράμματα σε λέσχη επονίτικη, σ’ αμπρί του αντάρτικου στρατού ή σε αντίσκηνο εξορίας, δε λησμονήσανε την αρχαία σοφία: άτιμον είναι τον εν στάσει μηδετέρας μερίδος γενόμενον.
