Αν και η κομμουνίστρια Γιανέτ Χάρα επικράτησε στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών της Χιλής, ο δεύτερος γύρος των εκλογών που θα διεξαχθεί στις 14 Δεκεμβρίου δεν μοιάζει ευοίωνος για την υποψήφια του κυβερνώντος κόμματος.
Απέναντί της θα έχει τον ακροδεξιό Χοσέ Αντόνιο Καστ, ο οποίος ήρθε δεύτερος, αλλά δεν θα είναι μόνο αυτός.
Ο Καστ κατά πάσα πιθανότητα θα έχει στο πλευρό του και τους έταιρους υποψήφιους για την προεδρία της χώρας, οι οποίοι ωστόσο τοποθετούνται από την κεντροδεξιά έως την ανοιχτή υποστήριξη ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος.
Ο Καστ, είχε ήδη αντιμετωπίσει τον νυν πρόεδρο Γκαμπριέλ Μπόριτς πριν από τέσσερα χρόνια και κέρδισε στον πρώτο γύρο. Ωστόσο, ήταν η πρώτη φορά που ένας υποψήφιος που έχασε στον πρώτο γύρο (ο Μπόριτς) κατέληξε να ανέλθει στο Palacio de la Moneda, την έδρα της χιλιανής κυβέρνησης.
Ο λαϊκιστής Φράνκο Παρίσι, ο οποίος ήταν υποψήφιος για τρίτη φορά, εξέπληξε με ένα αποτέλεσμα υψηλότερο του αναμενόμενου: 19,71% των ψήφων.
Ο Παρίσι, οικονομολόγος στο επάγγελμα, ο οποίος δεν μπορούσε να πατήσει το πόδι του στη Χιλή στις εκλογές του 2021 λόγω δικαστικής απόφασης και της άρνησής του να πληρώσει διατροφή για το παιδί του, απευθύνεται σε μια απογοητευμένη βάση ψηφοφόρων που δεν ταυτίζεται με κανένα κόμμα ιδεολογικά.
Αλλά ο πολιτικός του προσανατολισμός είναι παρ’ όλα αυτά σαφής: έχει ζητήσει «σφαίρα ή φυλακή» για τους εγκληματίες και τη χρήση του στρατού για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, η οποία κυριάρχησε στην προεκλογική ατζέντα.
Τον Παρίσι ακολουθεί, με 13,94%, ο Γιοχάνες Κάιζερ. Το δεύτερο ορατό πρόσωπο της χιλιανής ακροδεξιάς, αλλά ένα ή δύο βήματα πιο δεξιά από τον Καστ, είναι βουλευτής του Εθνικού Ελευθεριακού Κόμματος. Αποτελεί, λοιπόν, το ανάλογο του Χαβιέρ Μιλέι, του Ζαΐρ Μπολσονάρου ή του Ναγίμπ Μπουκέλε της Νότιας Αμερικής, 35 χρόνια μετά το τέλος της δικτατορίας του Αουγκούστο Πινοσέτ.
Ο Κάιζερ έχει υπερασπιστεί ανοιχτά την κληρονομιά του τελευταίου φασίστα, έχει αμφισβητήσει το δικαίωμα ψήφου των γυναικών (με ειρωνικό τρόπο, όπως ισχυρίστηκε), υποστηρίζει τη θανατική ποινή και την απομάκρυνση της Χιλής από διάφορες διεθνείς συμβάσεις για θέματα κλίματος ή ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Οι οικονομικές του συνταγές βασίζονται σε μαζικές μειώσεις φόρων και στη μείωση του μεγέθους του κράτους μέσω μεταρρυθμίσεων όπως η απόσυρση των επιδοτήσεων στέγασης.
Ηττημένη της βραδιάς βέβαια η Έβελιν Ματέι, η κεντροδεξιά υποψήφια που ήλπιζε να έρθει στην τρίτη θέση και αρκέστηκε στο 12,46%.
Η Χάρα, έχοντας επίγνωση των δυσκολιών του να φθάσει στην προεδρία μπροστά στο σύνθετο πολιτικό πανόραμα που θα αντιμετωπίσει στον δεύτερο γύρο λόγω της δύναμης της δεξιάς (το άθροισμα των τριών προηγούμενων υποψηφίων, χωρίς να υπολογίζεται ο Καστ, έχει το διόλου ευκαταφρόνητο 46,11% των ψήφων), υποσχέθηκε να αναστείλει ή να αποκηρύξει την κομμουνιστική της δράση αν κερδίσει την προεδρία. Ενώ μάλιστα αναμένεται να υιοθετήσει στην ατζέντα της πολιτικές των αντιπάλων της, προκειμένου να γίνει πιο μετριοπαθής, σε περίπτωση νίκη της στις εκλογές.
Το προφίλ της Χάρα
Η Χάρα, 52 ετών, είναι η κοινή υποψήφια της αριστερής συμμαχίας. Ως μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Χιλής (PCCh), η Χάρα έχει αναδείξει την εργατική της καταγωγή και τα ζητήματα καθημερινότητας όπως το κόστος ζωής.
Αντιμέτωπη με μια σειρά δεξιών υποψηφίων που κάνουν εκστρατεία εστιάζοντας στην εγκληματικότητα και τη μετανάστευση σε μια χώρα όπου η αίσθηση ανασφάλειας είναι έντονη, οι πιθανότητές να κερδίσει στον δεύτερο γύρο μοιάζουν ελάχιστες, απέναντι στο ακροδεξιό συνονθύλευμα.
Η καλύτερη της ελπίδα είναι να προσελκύσει εργατικές τάξεις και κεντροαριστερούς μεταρρυθμιστές σε μια χώρα με έναν από τους υψηλότερους δείκτες οικονομικής ανισότητας στη Λατινική Αμερική.
Τα εργασιακά στο επίκεντρο
Η Χάρα διορίστηκε υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας το 2021 από τον σημερινό πρόεδρο, Γκαμπριέλ Μπόριτς, του ευρύτατου αριστερού μετώπου Frente Amplio. Υπήρξε μια φωτεινή εξαίρεση σε μια κυβέρνηση που γενικά δεν κατάφερε να υλοποιήσει τις μεταρρυθμιστικές υποσχέσεις της εποχής των κοινωνικών κινημάτων του 2019, γνωστών ως «Χιλιανός χειμώνας». Αυτό την καθιστά ενδιαφέρουσα υποψήφια, εξηγεί ο Βίκτορ Μουνιόθ Ταμάγιο, ερευνητής του Πανεπιστημίου Καθολικής Σίλβα Ενρίκες, με ειδίκευση στην αριστερά και το φοιτητικό κίνημα.
«Η Ζανέτ Χάρα είναι μια υποψήφια που παρουσιάζει τις αλλαγές που έχει κάνει η κυβέρνηση, αλλά επίσης αντιπροσωπεύει μια παραδοσιακή, ταξικά προσανατολισμένη αριστερή πολιτική», εξηγεί. «Η μείωση του ωραρίου, η αύξηση του κατώτατου μισθού και η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού: όλα αυτά συνδέονται με ιστορικά αιτήματα της Αριστεράς».
Ως υπουργός Εργασίας η Χάρα προώθησε βασικές μεταρρυθμίσεις: σταδιακή μείωση της εργάσιμης εβδομάδας από 45 σε 40 ώρες μέσα σε πέντε χρόνια, αύξηση του κατώτατου μισθού άνω του 50% και μεταρρύθμιση του ιδιωτικοποιημένου συνταξιοδοτικού συστήματος.
Η τελευταία αυτή μεταρρύθμιση, αν και ελλιπής, αντιμετωπίζει μια ιστορική κληρονομιά της αυταρχικής-νεοφιλελεύθερης δικτατορίας Πινοσέτ – ένα σύστημα όπου οι ατομικές εισφορές επενδύονται στην αγορά. Παρότι υπόσχονταν υψηλές αποδόσεις, τα αποτελέσματα ήταν πολύ διαφορετικά: πολλές συντάξεις αντιστοιχούν στο μισό ή και στο ένα τέταρτο του τελευταίου μισθού και συχνά -τέσσερις στις πέντε φορές- κάτω από τον κατώτατο μισθό σε μια από τις ακριβότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Το νέο σύστημα, που εγκρίθηκε τον Ιανουάριο 2025, δημιουργεί ένα «μικτό» μοντέλο με ατομικές αποταμιεύσεις και εργοδοτικές εισφορές (προηγουμένως οι εργοδότες δεν όφειλαν να συμβάλουν). Η πλήρης εφαρμογή θα φανεί γύρω στο 2033 όταν οι εισφορές εργοδοτών θα σταθεροποιηθούν στο 8,5%. Πιο άμεσα, αυξάνεται η Καθολική Εγγυημένη Σύνταξη (PGU), ένα βασικό επίδομα τύπου κοινωνικής ασφάλισης για τους χαμηλόμισθους, που εφαρμόστηκε επί προεδρίας Μισέλ Μπατσελέ.
Ο Αντρές Τζιορντάνο, βουλευτής της Frente Amplio και πρόεδρος της Επιτροπής Εργασίας της Βουλής, εξήγησε ότι αυτή η μεταρρύθμιση έδειξε την πολιτική δεξιοτεχνία της Χάρα, ειδικά σε στιγμές που φαινόταν ότι η άκρα δεξιά είχε το πάνω χέρι. «Αναζητούσε συνεχώς ευκαιρίες για διάλογο, κυρίως για να επιτευχθεί ο κεντρικός στόχος: μια ουσιαστική απάντηση στην κρίση των εξαθλιωμένων συντάξεων», είπε.
Εμβάθυνση των μεταρρυθμίσεων
Παρότι σημαντικές, οι μεταρρυθμίσεις θα μπορούσαν να πάνε ακόμη πιο πέρα, ανέφερε ο Τζιορντάνο. Μία από τις πρωτοβουλίες της Χάρα – ένα καθολικό σύστημα βρεφονηπιακών σταθμών που θα ανακούφιζε οικονομικά τις εργατικές οικογένειες – ακόμη εξετάζεται. Ο νόμος, αν περάσει, θα διευκολύνει τόσο τις μητέρες όσο και τους πατέρες να έχουν πρόσβαση σε προσιτή φροντίδα παιδιών.
Επίσης, η βελτίωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων αποτελεί βασικό στόχο. «Στη Χιλή διαπραγματευόμαστε μόνο σε επίπεδο επιχείρησης, κάτι που καθιστά δύσκολο να βελτιωθούν οι συνθήκες εργασίας ακόμη και σε χώρους με συνδικάτα», εξήγησε. Αυτή η πραγματικότητα έχει οδηγήσει σε χαμηλό ποσοστό συνδικαλισμού: περίπου 18%. (Ο ίδιος σχεδιάζει να εισαγάγει νέο νομοσχέδιο μέσα στη χρονιά.)
Ο Σιμόν Ραμίρεθ, εκτελεστικός γραμματέας της Frente Amplio και τώρα υποψήφιος, συμφωνεί ότι οι αλλαγές της Χάρα είναι σημαντικές αλλά μπορούν να επεκταθούν. «Αυτές οι μεταρρυθμίσεις μπορεί να είναι συνηθισμένες αλλού, αλλά στη Χιλή — εργαστήριο του νεοφιλελευθερισμού — δεν ήταν», λέει. «Οι Χιλιανοί συνειδητοποιούν ότι τα πράγματα είναι καλύτερα από πριν έρθει ο Μπόριτς στην εξουσία. Ωστόσο, απέχουμε πολύ από το να μετασχηματίσουμε τις οικονομικές και πολιτικές δομές αυτής της χώρας».
Δεν συμφωνούν όλοι. Σε μια θερμή προεκλογική περίοδο όπου και οι τρεις δεξιοί υποψήφιοι (Μαθέι, Καστ, Κάιζερ) κινούνται ακόμη πιο δεξιά, η σύνδεση της Χάρα με τον Μπόριτς — που έχει ποσοστό αποδοχής γύρω στο 30% — θεωρείται μερικές φορές μειονέκτημα.
Ο Μανουέλ Ριέσκο, αντιπρόεδρος του CENDA, είπε ότι «όλοι, από δεξιά και αριστερά, πιστεύουν ότι για να εξουδετερωθεί η υποψηφιότητα Χάρα, πρέπει να ταυτιστεί με την κυβέρνηση». Ο ίδιος θεωρεί ότι η κυβέρνηση «έχει πει πολλά σωστά πράγματα… αλλά δεν έχει κάνει όσα χρειάζονται», όπως την πλήρη κατάργηση των ιδιωτικών ταμείων συντάξεων και την εθνικοποίηση των ορυχείων χαλκού.
Η Πατρίσια Λίγιο Ρέγιες, εκπρόσωπος του κινήματος No Más AFP, εξέφρασε επίσης απογοήτευση. «Δεν είναι εύκολο, αλλά γίνεται — και νομίζαμε ότι ο Μπόριτς θα το κάνει», είπε. «Και αν δεν το έκανε εκείνος, δεν θα το κάνει ούτε η επόμενη κυβέρνηση».
Σε κάποιους στο κόμμα της, η Χάρα θεωρείται μεταρρυθμίστρια που έχει εγκαταλείψει τις πιο ριζοσπαστικές προτάσεις του κομμουνιστικού κόμματος υπέρ μιας κεντροαριστερής πλατφόρμας.
