«Η τέχνη δεν πρέπει ν’ αντανακλά Σαν τον καθρέφτη Μα σαν φακός να μεγεθύνει», έγραφε ο Βλ. Μαγιακόφσκι και μελοποίησε με τον μοναδικό τρόπο του ο Θ. Μικρούτσικος. Αυτό συνέβη στην τελετή των βραβείων της Ακαδημίας Κινηματογράφου του Ισραήλ. Η αραβόφωνη ταινία «The Sea», σε σενάριο και σκηνοθεσία του Σάι Καρμέλι Πόλακ (Shai Carmeli-Pollak), καρπός συνεργασίας μεταξύ Εβραίων και Παλαιστινίων, βραβεύτηκε ως η καλύτερη ταινία. Πρωταγωνιστεί ένας Παλαιστίνιος μαθητής που κατά τη διάρκεια μιας σχολικής εκδρομής στο Τελ Αβίβ, του απαγορεύεται η είσοδος στα σύνορα. Από τη λαχτάρα του να δει τη θάλασσα, ξεκινά ένα ριψοκίνδυνο ταξίδι.
Η τέχνη αντιστέκεται. Βρίσκει τα λόγια, τις εικόνες, τη μουσική, για να το δείξει. «Αυτή η ταινία γεννήθηκε από την αγάπη για την ανθρωπότητα και τον κινηματογράφο και το μήνυμά της είναι ένα: το δικαίωμα κάθε παιδιού να ζει και να ονειρεύεται ειρηνικά, χωρίς πολιορκία, χωρίς φόβο και χωρίς πόλεμο», είπε ο Παλαιστίνιος παραγωγός. Η αίθουσα είχε κατακλυστεί με ανθρώπους που φορούσαν μπλουζάκια με συνθήματα ενάντια στο συνεχιζόμενο έγκλημα στη Γάζα.
Η βράβευση σημαίνει ότι η ταινία αυτή θα αποτελέσει την επίσημη υποψηφιότητα του Ισραήλ για τα Οσκαρ! Το φυσάει και δεν κρυώνει ο Ισραηλινός υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού, Μ. Ζόχαρ, που δεν εφάρμοσε το σύστημα του Ελληνα ομολόγου του Ιάσονα Φωτήλα, αλλάζοντας με το έτσι θέλω την επιτροπή που έκρινε τα βραβεία, πριν συμβεί αυτό το κάζο.
Αντέδρασε όμως άμεσα: ανακοίνωσε ότι από το 2026 «αυτή η αξιολύπητη τελετή δεν θα χρηματοδοτείται πλέον από τα χρήματα των φορολογουμένων. Αυτός ο παραλογισμός, κατά τον οποίο οι Ισραηλινοί πολίτες εξακολουθούν να πληρώνουν από τις δικές τους τσέπες για τα επαίσχυντα βραβεία, τα οποία αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 1% του λαού του Ισραήλ, θα λάβει τέλος επειδή αποφάσισα να τον σταματήσω». Εδώ τον ξεπέρασε κατά τι τον Ελληνα ομόλογό του, που πριν μια βδομάδα ζήτησε «τα ρέστα» για τη γιούχα που εισέπραξε από τους κινηματογραφιστές στο Φεστιβάλ Δράμας, ενώ το υπουργείο Πολιτισμού είχε καταβάλει 300.000 ευρώ για τη διεξαγωγή του.
Κι έτσι η τέχνη λειτούργησε σαν φακός που μεγεθύνει, που ενοχλεί, που φωτίζει την αλήθεια και τη δείχνει γυμνή. Την αλήθεια ότι η «μοναδική δημοκρατία της Μέσης Ανατολής» θέλει να εξαλείψει τους Παλαιστίνιους ακόμα και από τη μεγάλη οθόνη. Την αλήθεια ότι, στη χώρα με την ανάμνηση της Σοά, οι Ισραηλινοί πολίτες που διαμαρτύρονται για τη γενοκτονία στη Γάζα στοχοποιούνται ανηλεώς. Την αλήθεια ότι, στη χώρα που επενδύει στο πολιτιστικό ξέπλυμα χρηματοδοτώντας φεστιβάλ σε όλο τον πλανήτη, η τέχνη δεν είναι ελεύθερη.
Την αλήθεια ότι στις «δυτικές δημοκρατίες» η λογοκρισία δεν κρύβεται, γίνεται ανοιχτά, με αμετροεπείς δηλώσεις πολιτικών ταγών υπό τις ιαχές ενός αφιονισμένου πλήθους που φωνάζει «Σταύρωσον αυτόν». Την αλήθεια ότι η Ακροδεξιά μπορεί να μην έρχεται με τη σβάστικα, αλλά με τη διατράνωση του «free speech» και την υπεράσπιση των «δικαιωμάτων» των λευκών/των ανδρών/των εθνικώς «καθαρών», των (κάθε είδους) «κανονικών». Εποχή αντιφάσεων, εποχή αποφάσεων.
«Σε αυτήν την εποχή των αποφάσεων πρέπει ακόμα και η τέχνη ν’ αποφασίσει. Μπορεί να γίνει όργανο των λίγων, εκείνων που καθορίζουν τη μοίρα των πολλών και απαιτούν μια πίστη, που πάνω απ’ όλα πρέπει να είναι τυφλή, και μπορεί ακόμη να πάει με το μέρος των πολλών εναποθέτοντας τη μοίρα τους στα ίδια τους τα χέρια. Μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους σε παραλήρημα, αυταπάτες και φαντασιώσεις, όπως μπορεί να τους οδηγήσει στην πραγματικότητα. Μπορεί να μεγαλώσει την άγνοια, όπως μπορεί να μεγαλώσει και τη γνώση. Μπορεί ν’ απευθυνθεί στις εξουσίες εκείνες που αποδεικνύουν τη δύναμή τους καταστρέφοντας και σ’ εκείνες που αποδεικνύουν τη δύναμή τους βοηθώντας», έγραφε ο Μπ. Μπρεχτ το 1927.
