Είναι αυθαίρετο να πούμε ότι όπως το πολιτικό τραγούδι μετασχηματίστηκε στο σύγχρονο χιπ-χοπ (όπως θα διαβάσετε στη μελέτη του Γιώργου Μυζάλη), έτσι και η σάτιρα μετασχηματίστηκε σκηνή τε και σώματι κυρίως σε stand up comedy; Aλλωστε είτε επιθεώρηση είτε Πανούσης είτε stand up, ένα κοινό στοιχείο επιβιώνει: η πρόθεση είναι εξ αρχής χωρίς αναστολές, το στόμα… «απύλωτο» και η ελευθερία (θα έπρεπε να είναι) δεδομένη κατάκτηση.
Εκ γενετής η σάτιρα έβαζε σε δοκιμασία τις αντοχές και ανοχές της Δημοκρατίας, όσο και ό,τι θεωρούσε κάθε εποχή «ηθικό». Αυτό κληρονομήσαμε ήδη από τον Αριστοφάνη που σατίριζε ανελέητα την εξουσία (πολιτική, θρησκευτική ή και ομότεχνή του) κι αυτό μετεξελίξαμε σε παρλάτες που ουδείς μάς εγγυάται ότι θεωρούνται απ’ όλους καλαίσθητες, εύστοχες ή ευρηματικές. Μπορεί να είναι όλα τα αντίθετα κι ακόμα πιο προβοκατόρικες: στην επέλαση της stand up, μόνο τον αιώνα που διανύουμε, έχουν γίνει παρλάτες σε βάρος γυναικών, αναπήρων, όλης της woke ατζέντας, κάθε εξουσίας, εναντίον ανθρώπων που θεωρήθηκαν «ήρωες» (όπως οι πυροσβέστες των Δίδυμων Πύργων), με «υλικά» κι έννοιες που υπό κ.σ. δεν αγγίζονται, από τα εθνικά σύμβολα έως τους παιδόφιλους – αν θυμηθούμε και τον Louis CK.
Απ’ αυτή την άποψη η σάτιρα του Πάρη Ρούπου όσο κι αν βαφτίστηκε «ανθελληνική» ή δεν ξέρω τι άλλο, δεν περιλάμβανε κάποια πρωτιά. Ηταν τυπικό δείγμα stand up από έναν άνθρωπο που έχει και παλαιότερα στοχοποιηθεί κάνοντας πλάκα για τη διχοτόμηση της Κύπρου. Πρωτιά ήταν η απαίτηση του γνωστού και μη εξαιρετέου Μπογδάνου και των συν αυτώ της εκδίωξης του Ρούπου από τη συνεργασία με εταιρεία πίτσας και η σπουδή της εταιρείας να ασπαστεί τα επιχειρήματα ενός ακροδεξιού συρφετού που ασφαλώς δεν εκπροσωπεί τον νόμο, αντιθέτως τον καταπατά.
Κατά τ’ άλλα δεν έχει σημασία αν συμφωνεί κάποιος με το περιεχόμενο ή την αισθητική του Ρούπου. Σημασία έχει πως εκείνος διατηρεί ακόμα ευτυχώς το (συνταγματικά κατοχυρωμένο) δικαίωμα να κάνει σάτιρα, όπως δυστυχώς έχει και η έτερη stand up comedian Χαρά Τσιώλη όταν παρλάρει υπέρ της θανατικής ποινής. Εκεί βέβαια, όσο κι αν ερεθίζονται τα ιδεολογικά μου αντανακλαστικά, οφείλω να ξαναεκπαιδευτώ -δύσκολα, ομολογώ- στη δημοκρατική ανοχή. Ναι, δυστυχώς υπάρχει και σάτιρα με αντίστροφη ιδεολογική φορά από τη δική μας, όπως πιο πρόσφατα εφευρέθηκε και συστημική σάτιρα που ανατρέποντας την παράδοση δεν εκπροσωπεί τους «από τα κάτω». Πετάμε φλύκταινες; Φυσικά, και βάλε. Διότι η δυσκολότερη άσκηση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας είναι, ξαναλέω, η ανοχή. Και ο Μπογδάνος εξαίρεσε εαυτόν και από την ανοχή και από τη Δημοκρατία, πράγμα εξαιρετικά σοβαρό και καθόλου αστείο.
