ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αθηνά Κουφοπάνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο καταξιωμένος μυθιστοριογράφος Ντέιβιντ Πις αποτυπώνει τις αγωνιώδεις προσπάθειες μιας ομάδας, μιας πόλης κι ενός έθνους να ανακάμψουν και να ξανασταθούν στα πόδια τους, διερευνώντας με ευαισθησία τις επιπτώσεις του τραύματος και τη δύναμη της κοινότητας στον απόηχο της τραγωδίας

Το 1958 η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ήταν η πιο διάσημη ποδοσφαιρική ομάδα στον κόσμο και Πρωταθλήτρια Αγγλίας. Πρωταγωνιστικό ρόλο σ’ αυτήν έπαιζαν οι νεαροί αστέρες της με το παρατσούκλι οι «Μπέμπηδες του Μπάσμπι», από το όνομα του χαρισματικού προπονητή τους, Ματ Μπάσμπι. Ομως στις 6 Φεβρουαρίου το αεροπλάνο που μετέφερε την ομάδα πίσω στην Αγγλία από έναν αγώνα για το ευρωπαϊκό κύπελλο συνετρίβη στο Μόναχο κατά την απογείωση, σκοτώνοντας είκοσι τρεις ανθρώπους – ανάμεσά τους οχτώ παίκτες και τρία μέλη του τεχνικού επιτελείου της ομάδας. Το δυστύχημα κατέστρεψε την ομάδα, τραυμάτισε τους οπαδούς της σε όλο τον κόσμο και συγκλόνισε συθέμελα τη σφιχτοδεμένη κοινότητα του Μάντσεστερ.

Στο «Μετά το Μόναχο» ο καταξιωμένος μυθιστοριογράφος Ντέιβιντ Πις αποτυπώνει τις αγωνιώδεις προσπάθειες μιας ομάδας, μιας πόλης κι ενός έθνους να ανακάμψουν και να ξανασταθούν στα πόδια τους, διερευνώντας με ευαισθησία τις επιπτώσεις του τραύματος και τη δύναμη της κοινότητας στον απόηχο της τραγωδίας. Ενας επιδέξιος συνδυασμός δράματος, κοινωνικής ιστορίας και αθλητικής βιογραφίας.

Σήμερα στις «Νησίδες» φιλοξενούμε απόσπασμα από το περίτεχνο και πολυσέλιδο μυθιστόρημα του Ντέιβιντ Πις που ανασυνθέτει μια ολόκληρη εποχή, με αφετηρία την αεροπορική τραγωδία στην οποία χάθηκε ο ανθός της θρυλικής «καταραμένης ομάδας», το 1958.

Απόσπασμα

Πήγαιναν από κηδεία σε κηδεία εκείνη τη μέρα, εκείνη την εβδομάδα, τόσο πολλές κηδείες εκείνες τις μέρες, εκείνη την εβδομάδα, εκείνες τις μαύρες μέρες εκείνης της μαύρης εβδομάδας. Δύο χθες, εφτά σήμερα, εφτά αύριο, τέσσερις την Παρασκευή. Τα καταστήματα δεν είχαν άλλες μαύρες γραβάτες, οι ανθοπώλες δεν προλάβαιναν τη ζήτηση για στεφάνια και τις ανθοσυνθέσεις για φέρετρα, οι πωλητές χονδρικής έπρεπε να στείλουν στην Ολλανδία παραγγελίες για περισσότερα λουλούδια. Παρ’ όλα αυτά, με λουλούδια ή χωρίς, με μαύρες γραβάτες ή χωρίς, οι πενθούντες δεν σταμάτησαν να έρχονται, με τα πόδια ή με ποδήλατο, κλείδωναν με αλυσίδα και άφηναν τα ποδήλατα πιο κάτω στον δρόμο κι έβγαζαν την πιάστρα που συγκρατούσε το µπατζάκι τους για να ανηφορίσουν τον δρόμο προς την εκκλησία. Ή έπαιρναν το λεωφορείο ή ένα ταξί ή µοιράζονταν ένα αυτοκίνητο, μερικές φορές στριμώχνονταν τρεις ή και τέσσερις, ακόμα, στο πίσω κάθισμα και προσπαθούσαν να σκεφτούν τι να πουν, ή να μην πουν, καθ’ οδόν προς το Φλίξτον, για κείνη την πρώτη κηδεία εκείνης της μέρας, όταν κάθε άντρας ή γυναίκα σκεφτόταν ή προσπαθούσε να μη σκέφτεται τον Ρότζερ Μπερν― Κατά εκατοντάδες, κατά χιλιάδες έρχονταν ώς το Φλίξτον, για να παραταχθούν στην οδό Τσερτς, για να μαζευτούν και να περιμένουν στο λιθόστρωτο μπροστά από το μοντέρνο Church Inn, χτισμένο σε στιλ τυδωριανό, στα όρια εκτός της ενορίας της εκκλησίας του Αγίου Μιχαήλ, εκατοντάδες και χιλιάδες που ποτέ δεν συνάντησαν ούτε γνώριζαν τον Ρότζερ Μπερν, αλλά που τον παρακολουθούσαν κάθε εβδομάδα επί εφτά σεζόν πλέον, τον παρακολουθούσαν να προοδεύει σ’ εκείνη την ομάδα πρωταθλήτρια του πενήντα δύο, ύστερα να μεγαλώνει και να γίνεται αρχηγός των αποκαλούμενων Μπέμπηδων, να τους οδηγεί ως αρχηγός στον τίτλο του πενήντα έξι, και ύστερα πάλι πέρσι, και θα το ξαναέκανε και φέτος, το ήξεραν, αυτοί οι εκατοντάδες, αυτοί οι χιλιάδες φίλαθλοι που περίμεναν έξω από την ενοριακή εκκλησία του Αγίου Μιχαήλ, επειδή τον ήξεραν τον Ρότζερ Μπερν, ήξεραν ότι ποτέ δεν συμβιβαζόταν με τη δεύτερη θέση, όχι ο Ροτζ, ο δικός τους Ροτζ, δεν ήταν αυτός ο τρόπος του. Και δεν το πίστευαν, εξακολουθούσαν να μην το πιστεύουν, ότι δεν θα τον ξαναέβλεπαν, τον Ρότζερ να βγαίνει τρέχοντας από τη φυσούνα, να οδηγεί τα αγόρια πετώντας την μπάλα ψηλά και πιάνοντάς τη με τα δυο χέρια, δύο φορές, και μετά να την κλοτσάει δυνατά και να τη στέλνει στον αέρα ψηλά, προς την πλευρά όπου βρισκόταν ο πίνακας αποτελεσμάτων.

Μετέφεραν τον Ρότζερ έξω από το ήσυχο προαστιακό σπίτι με μεσοτοιχία, το σπίτι του συλλόγου που η Γιουνάιτεντ τους είχε δώσει πέρσι, μόλις έναν χρόνο πριν, όταν παντρεύτηκαν αυτός και η Τζόι, και για μια τελευταία φορά τον μετέφεραν κατά μήκος του μονοπατιού και πέρασαν την αυλόπορτα. Τοποθέτησαν το φέρετρο στο πίσω μέρος της νεκροφόρας που περίμενε, με την ανθοστολισµένη οροφή της. Ολη η λεωφόρος Ιντεϊλ ήταν γεμάτη γείτονες και οπαδούς, φίσκα στον κόσμο σε κάποια σημεία, κάποιοι να στέκονται πάνω στις μάντρες των κήπων άλλων για να βλέπουν καλύτερα καθώς η νεκροφόρα ξεκίνησε αργά, μπήκε αργά στην οδό Σανινγκντέιλ, μετά, αργά, βγήκε στην οδό Τσάσεν, ανάμεσα από τα μεγάλα γυμνά δέντρα, έστριψε αργά στην παμπ και πήρε την οδό Τσερτς, όλη η κυκλοφορία είχε σταματήσει, και συνέχισε αργά προς την ενορία, ακολουθούμενη από ένα άλλο αυτοκίνητο, και ύστερα, αργά, από ένα άλλο με τη σύζυγό του, Τζόι, τη μητέρα του, Τζέσι, και τον πατέρα του, Μπιλ, ύστερα τον πρόεδρο και τους διευθυντικούς παράγοντες της Γιουνάιτεντ, με επίσης ανθο-στόλιστες τις οροφές των μαύρων αυτοκινήτων τους, και αργά αργά ακολούθησαν άλλα τρία μαύρα αυτοκίνητα.

Η πομπή προχώρησε κάτω από τα γυμνά μαύρα κλαδιά στην οδό Τσερτς κι έστριψε στο λιθόστρωτο έξω από το Church Inn και σταμάτησε μπροστά από την εκκλησία της ενορίας, τον Αγιο Μιχαήλ, όπου αστυνομικοί έστεκαν μπροστά από το πλήθος του ήσυχου και σεβαστικού κόσμου που είχε μαζευτεί, περίμεναν εκεί, με τα καπέλα στα χέρια, με τους γιακάδες σηκωμένους ή σε στάση προσοχής, φορώντας τις στολές τους.

Αλλά ενώ το Εθνικό Σωματείο ∆ημοσιογράφων είχε ζητήσει από τους ρεπόρτερ, επιμελητές κειμένων και φωτογράφους να απέχουν από την κάλυψη των κηδειών των Νεκρών, «πέρα από την αναφορά στο γεγονός ότι έλαβαν χώρα», καθώς «οτιδήποτε περισσότερο θα συνιστούσε σοβαρή παραβίαση του ιδιωτικού πένθους των οι­κείων των θανόντων», παρά ταύτα, ανάμεσα στους μελαγχολικούς ήχους των πνιχτών λυγμών του πλήθους ακουγόταν ο ήχος των φωτογραφικών μηχανών, το κλικ και το γύρισμα του φιλμ, που κρατούσαν άντρες με καμπαρντίνες όρθιοι στη χαμηλή μάντρα της εκκλησίας ή γέρνοντας σε κάποιο δέντρο.

Τραβούσαν φωτογραφίες ή βίντεο καθώς σήκωναν το φέρετρο του Ρότζερ Μπερν από τη νεκροφόρα και το μετέφεραν μέσα στην εκκλησία, όπου οι συγγενείς και οι φίλοι του, παλιοί συμμαθητές και λίγοι από τους συμπαίκτες του, σηκώθηκαν όρθιοι.