Είχε τα κότσια και πέσανε να τη φάνε. Ξέρεις, βρε άθλιε Γραικέ, τι είναι να ’χεις κότσια; Πονάνε τα ρημάδια, παπούτσι δεν χωράει και πρέπει να παίρνεις μόνο κάτι του φαρμακείου. Πάλι καλά που τα φαρμακεία δεν έχουν πια φάρμακα, αλλά παπούτσια για κοτσιονάτους προπεθαμένους (άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο) και κάπως σώζεται η κατάσταση. Οπως τη βλέπω τη Μαρία, κότσι έχει σίγουρα. Οσο για τη Λίνα, πρέπει να ’χει βγάλει ώς και στον αστράγαλο.
Κι αντί να σκύψουμε πάνω από τις δύο αυτές γυναίκες με τρυφερότητα (και λίγη αλοιφή για κάλους), πήραμε το νταούλι και το ζουρνά κι αρχίσαμε τα «γιατί» και τα «γιατί;». Γιατί έτσι! Ηθελε η Μαρία να κάνει μια αφιέρωση. Ελύτη τραγουδούσε, Ελύτη αφιέρωσε. Η Μενδώνη δηλαδή ψυχή δεν έχει; Και ψυχή να μην έχει (όρκο για πράγματα που δεν έχω δει, δεν παίρνω), αυτιά έχει. Να μην ακούσει κι αυτή ένα τραγούδι ερωτικό για πάρτη της;
Γιατί ερωτικός είν’ ο Ελύτης, ερωτικό και το εν λόγω άσμα. Εξηγούμαι: το ποίημα δεν είναι ύμνος στην αντίσταση, αλλά αλληγορία για την ίδια τη ζωή και την πορεία της υπουργού. «Της αγάπης αίματα με πορφύρωσαν» δεν λέει; Η πορφύρα, βυζαντινό χρώμα εξουσίας, δεν θα μπορούσε να ταιριάξει καλύτερα σε μια γυναίκα που φόρεσε το μανδύα του πολιτισμού και δεν τον έβγαλε ποτέ: από τα Πανεπιστήμια και τις επιτροπές ώς το υπουργικό γραφείο, η Μενδώνη βαπτίστηκε στην πορφύρα όχι του αίματος, αλλά των ΦΕΚ – κανέναν δεν άφησε μη παραπονεμένο. Από τους αρχαιολόγους (όξω ο Κορρές) μέχρι τους καλλιτέχνες, ειδικά τους ηθοποιούς. Από το μπάζωμα του Παρθενώνα ώς τα αρχαία της Βενιζέλου και το σκάνδαλο Λιγνάδη, η Λίνα δεν βάφτηκε μόνο με την πορφύρα της εξουσίας – ολόκληρο χρωματολόγιο έφτιαξε, με βάση το μπορντολινοκόκκινο, με περίπου 50 αποχρώσεις του γκρι του στεκί. Ασε που σύμφωνα με έγκυρες πηγές της Κουμουνδούρου (όταν είχε ακόμη κόσμο μέσα), αν στύψεις σού λέει το ΦΕΚ του διορισμού της, θα στάξει πορφυρό κρασί Νεμέας!
«Και χαρές ανείδωτες με σκιάσανε» – φυσικά! Τι πιο ανείδωτη χαρά από το να βλέπεις τον Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων να σε κατακεραυνώνει μέρα παρά μέρα; Μια χαρά που δεν την είδε ποτέ κανείς άλλος, μόνο η ίδια! Ασε τη χαρά που πήρε (αυτή και όλοι μας) σαν ανακοίνωσε τα περί «επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα» – έστω κι αν αυτή διαψεύστηκε ελάχιστα αργότερα. Οσο για την «οξείδωση μες στη νοτιά των ανθρώπων», έρχομαι και ερωτώ: Θυμάται κάποιος τον ελληνικό πολιτισμό χώρια από τη Λίνα; Ή την Αννα; Μαζί οι δυο τους, από τα σπάργανα του αρχαίου κλέους γεννημένες, μέσα στην ηχώ αιώνων μεγαλωμένες, ό,τι και να μην είναι, οξειδωμένες είναι (μεταξύ μας, από την πολύ οξείδωση δεν ξεχωρίζεις καρπό από αγκώνα και μπράτσο, μήτε γάμπα – γόνατο – ισχίο. Ολα ένα). Για να μη μιλήσω για «των αιώνων τους όργητες, που ξεφωνίζοντας, γύρισαν καταπάνω της». Εδώ πια αποκαλύπτεται η μυστική συγγένεια του ερωτισμού του ποιητή με την υπουργό: όσο τα hashtag «Παραιτήσου Μενδώνη» αυξάνονταν τόσο η θέση της εδραιωνόταν. Οξειδωμένη και στεκοφόρος, στέκει ακόμη στο κατάστρωμα, με το βλέμμα στο πουθενά, και ψιθυρίζει: «Εγώ είμαι ο Πολιτισμός, εσείς τι είστε;»
Μα η κορύφωση έρχεται στην καταληκτική στροφή: «Της πατρίδας μου πάλι ομοιώθηκα / Μες στις πέτρες άνθισα και μεγάλωσα». Μέσα στις πέτρες άνθισε το κορίτσι. Σαν τ’ αγριόχορτο στις ρωγμές του Παρθενώνα: όσο το κόβεις τόσο θεριεύει. Από τις πέτρες της Ακρόπολης μέχρι τα μάρμαρα της Δωδώνης, τους άσχετους τάφους στην Αμφίπολη και κάτι σπασμένα ειδώλια κλεπταποδόχων, η Μενδώνη άνθισε ανάμεσα σε κίονες και αετώματα – όχι στο χάνι της Μαρίτσας στην Κοκκινιά, πλεμπαίε αριστερέ…
Γιατί, αν η Ελλάδα είναι οι πέτρες της, τότε η Μενδώνη είν’ η σκαλωσιά τους. Στέκει με τη στέκα, τα ριχτά και το πασούμι (για το κότσι που λέγαμε) και ταχταρίζει της καρέκλας τα ψέματα. Και όχι ο Ελύτης, μήτε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος δεν μπορεί να την κουνήσει από κει πάνω.
