Από τη φλέβα του δότη μέχρι το αίμα να φτάσει σε φιάλες στα ψυγεία του νοσοκομείου για να μεταγγιστεί στον ασθενή η διαδικασία της εθελοντικής αιμοδοσίας είναι μεν ανεξάρτητη, αλλά βασική λειτουργία του ΕΣΥ και πολύτιμη για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας. Παρά τα βήματα προόδου, η Ελλάδα είναι μία από τις ελάχιστες χώρες σε όλη την Ευρώπη που δεν καλύπτει τις ανάγκες αίματος από εθελοντές, αλλά από φίλους και συγγενείς που καλούνται –συνήθως κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή και με μεγάλη αγωνία– να συμπληρώσουν τις συστηματικές ελλείψεις.
Στην Ευρωπαϊκή Ενωση υπάρχει μία σειρά από κοινοτικές ντιρεκτίβες που εξασφαλίζουν την ποιότητα και την ασφάλεια του αίματος και των συστατικών του σε όλη την αλυσίδα μετάγγισης αίματος: από τη λήψη, τη φυγοκέντρηση και τον διαχωρισμό του σε αιμοπετάλια, ερυθρά αιμοσφαίρια και πλάσμα, μέχρι τη χορήγηση στους ασθενείς. Ποιο είναι το ελληνικό στάτους της αιμοδοσίας σήμερα και πόσο απέχει από το μοντέλο που ακολουθούν οι άλλες χώρες της Ευρώπης;
Απευθυνθήκαμε στη Χαρά Ματσούκα, νυν συντονίστρια-διευθύντρια στο Αιματολογικό Τμήμα του Νοσοκομείου Αλεξάνδρα και πρώην πρόεδρο (2015-2020) του Εθνικού Κέντρου Αιμοδοσίας (ΕΚΕΑ), το οποίο είναι υπεύθυνο να χαράσσει τη στρατηγική για την απόκτηση επάρκειας αίματος για τη χώρα. «Η Ελλάδα για πολλά χρόνια δεν ακολούθησε το μοντέλο οργάνωσης της αιμοδοσίας που ακολουθείται από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και είναι ενταγμένο στην ευρωπαϊκή νομοθεσία», σημειώνει, υπογραμμίζοντας πως σήμερα με σημαντική καθυστέρηση η χώρα σταδιακά προχωρά σε συγκεντροποίηση όλων των διαδικασιών που αφορούν την αιμοδοσία.
Πάγιο μοντέλο
Αυτή η συγκεντροποίηση, όπως σημειώνει η κ. Ματσούκα, είναι το πάγιο μοντέλο της Ε.Ε., το οποίο προβλέπει την ύπαρξη Κέντρων Αίματος, τα οποία ασχολούνται με όλη τη διαδικασία από τη στιγμή της αιμοληψίας, αφήνοντας στις υπηρεσίες αιμοδοσίας των νοσοκομείων μόνο τη μετάγγιση του αίματος στους ασθενείς: «Ακόμα και η συλλογή αίματος γίνεται από τα Κέντρα Αίματος, με δικά τους συνεργεία, τα οποία συλλέγουν αίμα από όλες τις περιφέρειες της χώρας, το συγκεντρώνουν και γίνεται εκεί όλη η επεξεργασία. Στη συνέχεια το αίμα διανέμεται στα νοσοκομεία ανάλογα με τις ανάγκες».
Αυτός είναι, όπως συμπληρώνει, ο ασφαλέστερος τρόπος για επαρκές και ποιοτικό αίμα, που θα προμηθεύει τα νοσοκομεία όλης της χώρας, ωστόσο «μέχρι πριν από λίγα χρόνια υπήρχε μια απόλυτη –ή σχετικώς απόλυτη– αυτονομία των αιμοδοσιών των νοσοκομείων», με τη συλλογή, την επεξεργασία και την εξέταση του αίματος να γίνεται στα νοσοκομεία, όπως και η διανομή μεταξύ νοσοκομείων ανάλογα την ανάγκη που προέκυπτε. Σήμερα η κατάσταση έχει βελτιωθεί, με το ΕΚΕΑ να είναι ένα από τα δύο κέντρα πανελλαδικά που πραγματοποιεί ελέγχους των δειγμάτων όλων των μονάδων αίματος που συγκεντρώνονται στις αιμοδοσίες, πιστοποιώντας το τελικό προϊόν.
«Αυτό σημαίνει ότι τα παράγωγα αίματος που διανέμονται στα νοσοκομεία τουλάχιστον της Αττικής είναι ίδιας ποιότητας, παρασκευασμένα με τον ίδιο τρόπο και με υψηλής ποιότητας διαδικασίες. Αυτό θα πρέπει να επεκταθεί και στην υπόλοιπη χώρα για να μην έχουμε άνιση μεταχείριση των ασθενών στα υπόλοιπα νοσοκομεία», εξηγεί.
Με την Ελλάδα να απέχει ακόμη αρκετά από την επίτευξη του στόχου για συνολική αναδιάρθρωση της δομής της αιμοδοσίας, αυτοί που πλήττονται περισσότερο είναι οι χιλιάδες ασθενείς που έχουν ανάγκη από αίμα. «Ολος ο σχεδιασμός του συστήματος θα πρέπει να είναι υπό την ευθύνη των Κέντρων Αίματος: πόσο αίμα χρειαζόμαστε στη χώρα, πόσο αίμα μάς λείπει, ποιους μήνες έχουμε τα ελλείμματα. Και έτσι να οργανώνεις και τις εθελοντικές καμπάνιες για να προκαλέσεις αύξηση σε περιόδους κρίσης. Κατά την περίοδο των γιορτών και το καλοκαίρι, όπως όλοι ξέρουμε, υπάρχει έλλειψη. Φεύγει ο κόσμος, δεν έχουμε αιμοδότες και πρέπει το σύστημα να μπορεί να το προβλέψει», σημειώνει. Και συμπληρώνει: «Αυτό που μας βοηθάει είναι να έχουμε συνειδητούς εθελοντές που δίνουν αίμα συστηματικά και είναι η πηγή του ασφαλέστερου αίματος. Αυτό που θέλουμε είναι να πάψουμε να ζητάμε αίμα από τους συγγενείς των ασθενών – το οποίο επίσης είναι ελληνική πρωτοτυπία. Δεν ζητάει καμία χώρα της Ευρώπης αίμα από τους συγγενείς».
Προφίλ αιμοδοτών
Το 2016 οι Ελληνες θεωρούνταν ουραγοί της Ευρώπης στην εθελοντική αιμοδοσία. Τότε το υπουργείο Υγείας επισήμαινε ότι μόνο το 52% του συλλεγόµενου αίµατος προερχόταν από εθελοντές, ενώ το υπόλοιπο 48% από δότες του συγγενικού περιβάλλοντος ασθενών, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης όπου η ανάγκη για αίμα καλυπτόταν σχεδόν αποκλειστικά μέσω του εθελοντισμού. Πόσο έχει αλλάξει έκτοτε η κατάσταση;
«Αυτή τη στιγμή η αναλογία είναι περίπου 65% με 35% οπότε έχει γίνει πρόοδος αλλά είμαστε ακόμη πολύ πίσω ως χώρα», λέει στη «Εφ.Συν.» ο Κωνσταντίνος Σταμούλης. Ο ίδιος είναι επιστημονικός διευθυντής στο ΕΚΕΑ από το 2012 μέχρι σήμερα και ταυτόχρονα πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Μεταγγισιοθεραπείας και της Επιστημονικής Επιτροπής Αιμοδοσίας, γνωμοδοτικής επιτροπής που διορίζεται από το υπουργείο Υγείας.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΕΚΕΑ, το 2024 συλλέχθηκαν συνολικά 537.580 μονάδες αίματος, από 426.342 αιμοδότες: «Δηλαδή η αιμοδοτική συχνότητα είναι της τάξης του 1,3-1,4. Από αυτές τις μονάδες αίματος, οι 162.462 προέκυψαν από το συγγενικό περιβάλλον, δηλαδή πρόκειται για περιπτώσεις ανάγκης όπου κάποιος συγγενής προθυμοποιήθηκε».
Για να καταστήσει σαφές το «κενό» που δημιουργείται στο σύστημα, ο κ. Σταμούλης σημειώνει χαρακτηριστικά πως από αυτούς τους 426.342 αιμοδότες, το 16,5% ήταν αιμοδότες πρώτης φοράς: «Ο αιμοδότης πρώτης φοράς δεν ωφελεί μακροπρόθεσμα τα συστήματα αιμοδοσίας», σχολιάζει. «Χρειαζόμαστε αιμοδότες σταθερούς, που δίνουν αίμα τουλάχιστον 2-3 φορές τον χρόνο, ώστε να μπορούμε να προγραμματίσουμε, να ξέρουμε τον αιμοδότη και την ομάδα αίματός του. Ταυτόχρονα έχουμε πολύ λίγους αιμοδότες κάτω των 25. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε ένα συγκεντροποιημένο σύστημα. Με μια κεντρική κατεύθυνση που θα εξειδικεύεται ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της τοπικής κοινωνίας, αυτά τα προβλήματα θα είχαν εκλείψει».
«Ανταποδοτικά μέτρα»
Οταν στα τέλη της δεκαετίας του 1970 καταργήθηκε στη χώρα, όπως και πανευρωπαϊκά, η αμειβόμενη αιμοδοσία μέσω ιδιωτικών τραπεζών αίματος, προκρίθηκε πως κάποια «ανταποδοτικά μέτρα», όπως η χορήγηση αδειών σε εργαζόμενους στον δημόσιο τομέα που δίνουν εθελοντικά αίμα, θα ήταν η προσωρινή λύση για να εξασφαλιστεί επάρκεια αίματος. «Τότε υπήρχε πολύ μεγάλη ανησυχία αν και κατά πόσον το σύστημα θα μπορέσει να αντεπεξέλθει σε βασικές ανάγκες και απαιτήσεις που είχε», σημειώνει ο κ. Σταμούλης.
Συμπληρωματικά, το σύστημα ενισχύθηκε από το συγγενικό περιβάλλον των ασθενών, ενώ η χώρα απευθύνθηκε στον Ελβετικό Ερυθρό Σταυρό για βοήθεια μέχρι να στηθεί το σύστημα των μη αμειβόμενων εθελοντών αιμοδοτών. Ολα αυτά βέβαια ήταν προσωρινές λύσεις μέχρι να σταθεί το σύστημα εθελοντικής αιμοδοσίας στα πόδια του.
Αντί όμως τα κίνητρα αυτά να αποδειχθούν μια προσωρινή λύση, τελικά έφτασαν να ισχύουν μέχρι σήμερα: «Εκτοτε οι άδειες δεν τροποποιήθηκαν, αλλά επεκτάθηκαν στον ιδιωτικό τομέα και στα τεχνικά-επαγγελματικά λύκεια και πλέον είμαστε από τις μοναδικές ευρωπαϊκές χώρες που δικαιολογούμε μέχρι και απουσίες σε κάποιον προκειμένου να δώσει αίμα.
Στην Ευρώπη θεωρείται ότι οι άδειες από την εργασία πρέπει να δίνονται μόνο προκειμένου να εξυπηρετηθεί η αιμοδοσία, για να πάει ο εργαζόμενος να δώσει αίμα. Ταυτόχρονα, αυτή τη στιγμή εισάγουμε από την Ελβετία γύρω στις 19.000 μονάδες αίματος ετησίως, που με το πέρασμα των χρόνων ελαττώνονται, γιατί πια ούτε ο ελβετικός Ερυθρός Σταυρός μπορεί να καλύψει τις ανάγκες μιας χώρας που δεν φαίνεται να κάνει πολύ μεγάλη προσπάθεια να τελειώσει αυτή η σχέση», σημειώνει αιχμηρά ο γιατρός.
Οσο για την εύρεση αίματος από συγγενείς, ο ίδιος εξηγεί πως «πλέον έχει εμπεδωθεί βαθιά στην κοινωνία αυτή η κατάσταση. Πρόκειται για τεράστια παθογένεια. Δηλαδή αν η μητέρα μου έχει καρκίνο και πρέπει να κάνει χημειοθεραπείες, εγώ πρέπει να βρω αιμοδότες, μία “καβάτζα” από αίμα και αιμοπετάλια. Δεν φτάνει το σοκ της ασθένειας, εισπράττω και ένα σοκ ότι ένα κομμάτι της θεραπείας εξαρτάται από τις σχέσεις που έχουμε με τους γύρω μας».
Τα κίνητρα
Αν και η εύρεση αιμοδοτών από το συγγενικό περιβάλλον των ασθενών είναι ελληνική πρωτοτυπία, όσον αφορά τα κίνητρα δεν είναι μόνο η Ελλάδα που τα προωθεί. Σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις, τα κράτη προχωρούν σε ιδιαίτερα «επιθετικές» κινήσεις για να βρουν αίμα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ρουμανίας όπου μόλις το 2% των πολιτών δίνει εθελοντικά αίμα ετησίως. Εκεί τα τελευταία χρόνια οι αιμοδότες λαμβάνουν μία σειρά από παροχές, όπως γενναιόδωρα «vouchers» γεύματος αλλά και δυνατότητα δανειοληψίας με προνομιακά (!) επιτόκια. Από την άλλη, στην Ιταλία, χώρα που καταγράφει σταθερά επάρκεια στο αίμα, οι αιμοδότες απλά δικαιούνται 24 ώρες ανάπαυσης ενώ, σε κάποιες περιπτώσεις, εθελοντικές ενώσεις προσφέρουν συμβολικά πρωινό και δωρεάν ιατρικές εξετάσεις στους δότες.
Στην Ιρλανδία, δε, όπου ανά διαστήματα παρουσιάζονται ελλείψεις, αλλά η αιμοδοσία θεωρείται απόλυτα αλτρουιστική πράξη, το ζήτημα των κινήτρων σε αιμοδότες για να εξασφαλιστεί επάρκεια απασχόλησε πρόσφατα τη δημόσια συζήτηση, με τον υπουργό Υγείας Στίβεν Ντονέλι να είναι κατηγορηματικός: «Δεν είναι στις προθέσεις της χώρας να προσφέρει κίνητρα, είτε οικονομικά είτε με τη μορφή κουπονιών, για να ενθαρρύνει τους ανθρώπους να δώσουν αίμα ή αιμοπετάλια. Αυτή η πολιτική της εθελοντικής και μη αμειβόμενης αιμοδοσίας είναι σε μεγάλο βαθμό σύμφωνη με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες».
Η περίπτωση του πολύτιμου πλάσματος

Η Ελλάδα δεν αξιοποιεί συστηματικά το τρίτο από τα παράγωγα του αίματος: το πλάσμα. Οι ανάγκες για πλάσμα σε ασθενείς είναι λίγες και γι’ αυτό, εφόσον δεν μεταγγίζεται, απορρίπτεται, αν και διεθνώς χρησιμοποιείται στην παρασκευή συγκεκριμένων φαρμάκων που είναι απαραίτητα για τη διασφάλιση ενός φυσιολογικού προσδόκιμου και μιας καλής ποιότητας ζωής για τους ασθενείς που πάσχουν από ορισμένες χρόνιες και σπάνιες παθήσεις. Οπως λέει η κ. Ματσούκα, «δεν το χρησιμοποιούμε γιατί οι ελληνικές υπηρεσίες αιμοδοσίας και κέντρα αίματος δεν πληρούν τις αυστηρές προδιαγραφές της φαρμακοποίησης που είναι πολύ υψηλές, με συγκεκριμένους κανόνες ποιότητας και ασφάλειας».
Ενώ σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, η διαδικασία βρίσκεται στα χέρια και υπό τον έλεγχο του δημοσίου τομέα υγείας, τέσσερα ευρωπαϊκά κράτη, η Αυστρία, η Τσεχία, η Ουγγαρία και η Γερμανία συλλέγουν πλάσμα μέσω ενός μεικτού μοντέλου δημόσιας και ιδιωτικής συλλογής που προβλέπει και οικονομική αποζημίωση για τους πλασματοδότες.
«Αυτό είναι μία πολύ επικίνδυνη τροπή», σημειώνει η κ. Ματσούκα, γιατί παρατηρείται ότι οι δότες προτιμούν να δώσουν πλάσμα παρά αίμα, ακριβώς γιατί γίνεται επ’ αμοιβή, με αποτέλεσμα να μειώνονται τα ποσοστά της μη αμειβόμενης και εθελοντικής αιμοδοσίας και, ως εκ τούτου, τα αποθέματα αίματος. «Αυτό έχει ήδη φανεί σε χώρες όπως η Ουγγαρία, παραδείγματος χάρη, όπου πήγαιναν οι άνθρωποι να δώσουν πλάσμα για να πληρώνονται και σταματούν να δίνουν αίμα, αλλά έτσι μειώθηκε κατακόρυφα η εθελοντική αιμοδοσία. Στην Αμερική ή στο Μεξικό αυτή την τακτική αποτελεί για κάποιους έναν δεύτερο μισθό».
Τον περασμένο Μάιο, μάλιστα, ο Τσέχος υφυπουργός Υγείας Γιάκουμπ Ντβοράτσεκ, στο πλαίσιο του Διεθνούς Συνεδρίου Πλάσματος, το οποίο πραγματοποιήθηκε στη Βαρσοβία της Πολωνίας, απηύθυνε κάλεσμα προς την Ελλάδα να προχωρήσει σε μεταρρύθμιση του συστήματος συλλογής πλάσματος και να μιμηθεί το μεικτό μοντέλο δημόσιας και ιδιωτικής συλλογής πλάσματος το οποίο εφαρμόζουν στη χώρα του.
Η πρόταση προκάλεσε την άμεση αντίδραση των ίδιων των θαλασσαιμικών, οι οποίοι προειδοποιούσαν την ελληνική κυβέρνηση να μην αποδεχτεί σε καμία περίπτωση την πρόταση, τονίζοντας ότι η εμπορευματοποίηση του πλάσματος θα οδηγήσει μετά βεβαιότητος σε σημαντική αποσταθεροποίηση των αποθεμάτων αίματος και στη διακινδύνευση της ασφάλειας των μεταγγίσεων.

*Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο οποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν οι Julie Šafová (Deník Referendum – Τσεχία), Kim Son Hoang (Der Standard – Αυστρία), Maria Delaney (The Journal Investigates – Ιρλανδία), Annalisa Godi (Il Sole 24 Ore – Ιταλία), HotNews – Ρουμανία.
