Πάνω από 4.000 υποθέσεις αμφισβήτησης φορολογικών οφειλών, προστίμων και προσαυξήσεων για τυπικές ή σοβαρότατες παραβάσεις έχει εξετάσει η Επιτροπή Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών που θεσπίστηκε με νόμο του 2020 και λειτουργεί εκτός ομπρέλας της ΑΑΔΕ υπό την εποπτεία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας.
Σκοπός της Επιτροπής, που συντίθεται από δυο πρώην δικαστές (εφέτες) κι ένα πρώην μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, είναι να αποσυμφορηθούν τα διοικητικά δικαστήρια και το ΣτΕ από περίπου 37.000 εκκρεμείς δικαστικές προσφυγές φορολογουμένων που αμφισβητούν τα μικρά ή τεράστια ποσά που τους επιβλήθηκαν έπειτα από φορολογικούς ελέγχους για απόκρυψη εισοδήματος, παραποίηση φορολογικών στοιχείων, παραβίαση προθεσμιών ή ακόμη και έκδοση και λήψη πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων.
Παρατάσεις
Ο ν. 4714/2020 (άρθρο 16), με τον οποίο συγκροτήθηκε η Επιτροπή -και για άγνωστους λόγους δεν εντάχθηκε στην «ανεξάρτητη» ΑΑΔΕ της οποίας τους ελέγχους εμμέσως καλείται να αμφισβητήσει-, έδινε αρχικά προθεσμία υποβολής των σχετικών αιτήσεων από τους φορολογουμένους μέχρι τις 31/12/2020. Από τότε η προθεσμία αυτή έχει παραταθεί πέντε φορές, η τελευταία με τον νόμο 5222/2025 (για τον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα) που ψηφίστηκε στα τέλη του Ιουλίου. Πριν από λίγες μέρες τέθηκε σε εφαρμογή με υπουργική απόφαση. Ο νόμος παρατείνει τη λειτουργία της Επιτροπής μέχρι τον Μάρτιο του 2027 και δίνει τη δυνατότητα υποβολής αίτησης από ενδιαφερόμενους μέχρι τις 24/7/2026, υπό τον όρο ότι η προσφυγή τους στα διοικητικά δικαστήρια ή το ΣτΕ δεν θα έχει συζητηθεί μέχρι τότε.
Τι καθιστά τόσο αναγκαία την παράταση της λειτουργίας της Επιτροπης Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών, που θα συμπληρώσει επτά και πλέον χρόνια, αν βέβαια δεν πάρει και νέα παράταση; Η αποσυμφόρηση του φόρτου των δικαστηρίων είναι ένα πειστικό επιχείρημα, αλλά από την άλλη πλευρά έχει σημασία να ξέρουμε πώς επιλύονται οι διαφορές, τι σημαίνουν οι αποφάσεις της Επιτροπής για τα εκατοντάδες εκατομμύρια φόρων, προστίμων και προσαυξήσεων που μέχρι τώρα είναι βεβαιωμένες οφειλές προς το κράτος, αλλά αν διαγραφούν ή μειωθούν θα πρέπει να «σβήσουν» και από τα λογιστικά βιβλία του. Αλλωστε εξ αρχής ο νόμος του 2020 (και όχι η τελευταία υπουργική απόφαση της 5ης Αυγούστου, όπως διοχετεύτηκε ως νέα από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και αναπαρήχθη «αμάσητη» από τα περισσότερα ΜΜΕ ως «νέα ευκαιρία για διαγραφή οφειλών ώς 75%») προέβλεπε ότι η τελική προσφορά συμβιβασμού από την Επιτροπή προς τον φορολογούμενο είναι «take or leave it» και συνοδεύεται από έκπτωση φόρων, προσαυξήσεων και προστίμων από 35% ώς 75% ανάλογα με τον αριθμό δόσεων εξόφλησής τους.
Εύλογα λοιπόν τα ερωτήματα: ποιος είναι ο μέχρι τώρα απολογισμός της Επιτροπής; Πόσες υποθέσεις απέρριψε, πόσες αποδέχτηκε; Σε τι ποσά φόρων, προστίμων και προσαυξήσεων αντιστοιχεί το σύνολο των υποθέσεων; Αρα σε τι ποσό ανέρχονται οι βεβαιωμένες φορολογικές οφειλές που διαγράφτηκαν από τον κρατικό ισολογισμό; Πόσες προσφυγές έγιναν από φυσικά και πόσες από νομικά πρόσωπα; Αυτά ακριβώς και μερικά ακόμη πιο λεπτομερή ερωτήματα θέσαμε πριν από ενάμιση μήνα στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, αναζητώντας μια εξήγηση για τη νέα νομοθετική παράταση της λειτουργίας της Επιτροπής σε όλο το προεκλογικό 2026 και το αναγκαστικά εκλογικό 2027.
Η τυπική απάντηση που λάβαμε στις 21 Ιουλίου από το ΥΠΕΘΟ λίγο πριν ψηφιστεί η διάταξη δεν μας έκανε σοφότερους. Την παραθέτουμε: «Η Επιτροπή Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών συστάθηκε και λειτουργεί βάσει του άρθρου 16 του άρθρο του Ν. 4714/2020 (ΦΕΚ Α’ 148). Με την υπ. αριθ. 127519 ΕΞ 2020 (ΦΕΚ Β’ 4939) Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών έγινε καθορισμός των θεμάτων λειτουργίας της. Με βάση το νομικό πλαίσιο που τη διέπει, έργο της Επιτροπής είναι η εξώδικη επίλυση των εκκρεμών ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων φορολογικών διαφορών. Η Επιτροπή έχει Γενικό Προϊστάμενο και αναπληρωτή αυτού που ορίζονται με βάση το οικείο νομικό πλαίσιο. Βάσει νόμου τα πρακτικά εξώδικης επίλυσης δημοσιεύονται στον ιστότοπο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών τηρουμένων των διατάξεων περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων και ως εκ τούτου είναι διαθέσιμα σε κάθε ενδιαφερόμενο».
Παρόδοξο
Σε μια περίοδο που η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής κηρύσσεται υπέρτατο πατριωτικό καθήκον, οι φοροπαραβάτες καταγγέλλονται ως αντικοινωνικά στοιχεία και η ΑΑΔΕ προβάλλεται ως υπόδειγμα κρατικής υπηρεσίας με δίκαιους φορολογικούς ελέγχους που φέρνουν λεφτά στο κράτος τα οποία θα επιτρέπουν στη γενναιόδωρη κυβέρνηση να προχωρήσει στις πολυαναμενόμενες φοροελαφρύνσεις της ΔΕΘ, είναι μάλλον παράδοξο να αρνείται το υπουργείο να δώσει έναν σαφή απολογισμό.
Πηγές του υπουργείου μας διευκρίνισαν ότι λόγω της σύνθεσης της Επιτροπής από δικαστές θα ήταν προβληματικό να δοθούν στατιστικά στοιχεία για τις αποφάσεις της σε ΜΜΕ και πως αυτό θα μπορούσε να συμβεί μόνο στο πλαίσιο κοινοβουλευτικού ελέγχου, δηλαδή αν τα ζητήσουν βουλευτές. Το επιχείρημα «μπάζει» μια και τα πρακτικά των αποφάσεων της Επιτροπής είναι αναρτημένα, με σβησμένα μόνο τα προσωπικά δεδομένα των φορολογουμένων.
Αν υπήρχε λοιπόν ένας «στρατός» ερευνητών που είχε άφθονο χρόνο και έψαχνε μία προς μία τις 3.036 αποφάσεις της Επιτροπής στην Αθήνα και τις 1.430 του παραρτήματος στη Θεσσαλονίκη (που μοιράζονται τις δικαστικές «επικράτειες» της χώρας) τα τελευταία έξι χρόνια θα έβλεπε ανάμεσα σε άλλα: προσφυγές για ασήμαντους φόρους, προσαυξήσεις, πρόστιμα των 2.000 ευρώ να περιορίζονται σε 250, των 7.000 ευρώ σε 950, των 29.000 ευρώ να καταλήγουν σε 6.500 ευρώ, των 85.000 ευρώ να «καθαρίζουν» με 9.000 ευρώ. Αλλά και ηχηρές υποθέσεις εικονικών τιμολογίων ύψους 250.000 ευρώ να κλείνουν με μια απόφαση που δέχεται την «ενωσιακή αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ελαφρύτερης διοικητικής κύρωσης» και καταλογίζει φόρο μόλις 2.500 ευρώ, που κι αυτός κουρεύεται κατά 75%. Κι έτσι ο φορολογικός παραβάτης με 625 ευρώ μόλις έχει πετάξει από την πλάτη του πάνω από 300.000 ευρώ.
Δεν λέμε φυσικά ότι οι φοροπαραβάτες έχουν εξ ορισμού άδικο, οι φοροελεγκτές πάντα δίκιο και οι δικαστές της Επιτροπής ακροβατούν σε ένα φορολογικό σύστημα-κουρελού που φτιάχνεται στα μέτρα της εκάστοτε εκλογικής πελατείας. Αλλά όταν διαγράφονται τεράστια ποσά είναι στοιχειώδες να δίνεται λογαριασμός. Αλλιώς τι αξιοπιστία έχουν οι διθυραμβικές ανακοινώσεις της ΑΑΔΕ και του υπουργείου για «σαρωτικούς ελέγχους» στα νησιά και για «μεγάλες επιτυχίες αποκάλυψης φορολογικής απάτης»; Και μιας και το ΥΠΕΘΟ κωλύεται δεοντολογικά να δώσει τα στοιχεία στα ΜΜΕ, ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν για τους βουλευτές να ζητήσουν αυτοί τον πλήρη λογαριασμό.
