ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Πάνος Κοσμάς
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η στεγαστική κρίση διαρκεί ήδη από το 2021, χωρίς ακόμη να έχει εξαντλήσει τη δυναμική της. Οι τιμές αγοράς κατοικιών και οι τιμές ενοικίων εκτοξεύτηκαν την τελευταία πενταετία, ενώ την ίδια περίοδο το πραγματικό εισόδημα του εισοδηματικά κατώτερου 60% των μισθωτών και των αυτοαπασχολούμενων μειωνόταν από την ακρίβεια, που βρέθηκε και αυτή να «καλπάζει» παράλληλα με τις τιμές κατοικιών και ενοικίων.

Το συνδυασμένο αποτέλεσμα των δύο ήταν τα λαϊκά νοικοκυριά (ιδιαίτερα αυτά που ζουν στο νοίκι), τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά (που το ποσοστό τους αυξήθηκε κατά 10 εκατοστιαίες μονάδες την τελευταία δεκαετία), οι οικογένειες με φοιτητές/τριες που σπουδάζουν μακριά από τον τόπο καταγωγής τους, τα νέα ζευγάρια που θέλουν να κάνουν οικογένεια, να αντιμετωπίζουν συνθήκες οξείας στεγαστικής κρίσης.

Εχουμε πρόσφατα αναλύσει τις αιτίες της στεγαστικής κρίσης (βλ. «Η κοινωνική κατοικία αγνοείται», «Εφ.Συν.», 21/8/2025). Εν όψει όμως του κυβερνητικού «πακέτου» της ΔΕΘ, που θα περιλαμβάνει και αναφορές στα κυβερνητικά μέτρα για τη στεγαστική κρίση, η προσοχή μας στρέφεται σήμερα στο υπό κατάθεση στη Βουλή νομοσχέδιο του υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας με τίτλο «Κοινωνική Αντιπαροχή, Κοινωνική Μίσθωση, Τριτεκνική Ιδιότητα και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας του υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας». Το νομοσχέδιο τέθηκε στις 30 Ιουλίου σε δημόσια διαβούλευση, η οποία έληξε στις 20 Αυγούστου, και θα προωθηθεί στη Βουλή από τις αρχές Σεπτεμβρίου.

Τι προβλέπει

Το νομοσχέδιο εισάγει δύο νέα «εργαλεία πολιτικής»:

● Την κοινωνική αντιπαροχή, μέσω συμβάσεων κοινωνικής αντιπαροχής του Δημοσίου με ιδιώτες:

Το Δημόσιο θα συμβάλλεται με ιδιώτες του κατασκευαστικού κλάδου για την κατασκευή «κοινωνικών κατοικιών» στο εξής πλαίσιο: Το Δημόσιο θα εισφέρει οικόπεδα στα οποία οι ιδιώτες θα ανεγείρουν συγκροτήματα κατοικιών ή και ακίνητα για τον ίδιο σκοπό, οι δε ιδιώτες θα αναλαμβάνουν την ανέγερση ή ανακαίνιση κατοικιών με δική τους χρηματοδότηση. Σε αντάλλαγμα, ένα ποσοστό των νέων κατοικιών θα αποδίδεται στο Δημόσιο για χρήση ως κοινωνική κατοικία (στέγαση ευάλωτων ομάδων).

● Την κοινωνική μίσθωση:

Το Δημόσιο ή οι εποπτευόμενοι φορείς θα μπορούν να μισθώνουν κατοικίες από ιδιώτες, οι οποίες θα παραχωρούνται σε ευάλωτα νοικοκυριά (π.χ. νέοι, τρίτεκνοι, χαμηλόμισθοι, μονογονεϊκές οικογένειες) με μειωμένο μίσθωμα. Ο κατασκευαστής-ιδιοκτήτης εξασφαλίζει εγγυημένη πληρωμή μισθώματος από το κράτος, ώστε να έχει κίνητρο να διαθέσει το ακίνητο. Στο πλαίσιο αυτό, προβλέπεται δημιουργία Μητρώου Κοινωνικής Μίσθωσης, όπου θα εντάσσονται τα ακίνητα που προσφέρονται. Τα κριτήρια ένταξης (εισοδηματικά, κοινωνικά, προτεραιότητα ομάδων) θα εξειδικευτούν σε ΚΥΑ (Κοινή Υπουργική Απόφαση) που θα εκδοθεί ύστερα από την ψήφιση του νομοσχεδίου.

Κοινωνική κατοικία με όρους… αγοράς

Υστερα από κυβερνητικούς πειραματισμούς και μέτρα που «τάισαν» την αγορά οξύνοντας το πρόβλημα (προγράμματα «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ» κ.λπ.), η κυβέρνηση αποδέχτηκε καταρχήν την προφανή ιδέα ότι πρέπει να αυξηθεί η προσφορά κατοικιών με κατασκευή νέων κατοικιών. Το εν λόγω νομοσχέδιο καλείται να υλοποιήσει αυτή τη γενική κατεύθυνση. Παρ’ όλη όμως την αναφορά στις έννοιες «κοινωνική αντιπαροχή» και «κοινωνική κατοικία», το Δημόσιο είναι και σε αυτήν την περίπτωση ο κομπάρσος ενώ η αγορά έχει τον πρώτο λόγο. Ο λόγος είναι η πάγια επιλογή της κυβέρνησης να καταφεύγει για τη λύση όλων των προβλημάτων στην αγορά και στις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, με τον ιδιωτικό τομέα να έχει αναπόφευκτα τον πρώτο λόγο.

Στο συγκεκριμένο ζήτημα αυτή η σχέση πρωταγωνιστή και κομπάρσου έχει αναπόφευκτες συνέπειες. Με στόχο να μη συμβάλει ο κρατικός προϋπολογισμός στο όλο πρόγραμμα (παρ’ όλο που στας εορτάς και σε κάθε ΔΕΘ ανακοινώνονται «πακέτα» μέτρων επιδοματικού χαρακτήρα), τα κοινωνικά χαρακτηριστικά του προγράμματος αποχρωματίζονται σε μεγάλο βαθμό:

● Το ποσοστό κοινωνικής κατοικίας στο σύνολο των υπό οικοδόμηση ή ανακαίνιση κατοικιών ορίζεται στο 30%. Δηλαδή 7 στις 10 κατοικίες θα ανήκουν στον ιδιώτη κατασκευαστή, για να τις αξιοποιήσει με όρους αγοράς. Αυτό το 70% που θα διατεθεί με όρους αγοράς, θα ασκήσει πίεση στις τιμές ενοικίων και αγοράς κατοικιών.

● Για το ενοίκιο του 30% των κατοικιών που θα διατεθούν ως κοινωνικές, προβλέπεται ότι θα είναι «ουσιωδώς χαμηλότερο» της αγοράς. Η έννοια αυτή είναι αναγκαστικά γενικόλογη διότι απλούστατα το ενοίκιο της κοινωνικής κατοικίας θα ετεροπροσδιορίζεται από το μέσο επίπεδο ενοικίου της αγοράς. Αυτό σημαίνει ότι το «κοινωνικό ενοίκιο» δεν θα καθορίζεται με κοινωνικά κριτήρια αλλά με κριτήρια αγοράς.

● Το Δημόσιο θα πληρώνει το ενοίκιο στους κατασκευαστές και ύστερα θα το ζητάει από τους δικαιούχους της κοινωνικής κατοικίας. Τι θα γίνεται όμως αν αυτοί περιέλθουν σε οικονομική δυσχέρεια; Για παράδειγμα, προβλέπεται ότι η κοινωνική μίσθωση ανοίγει τον δρόμο ώστε οι δικαιούχοι ύστερα από την παρέλευση χρονικού διαστήματος κάποιων ετών να αποκτούν την ιδιοκτησία της κοινωνικής κατοικίας. Αν στο μεταξύ περιπέσουν σε οικονομική δυσχέρεια και περιστασιακά αδυνατούν να πληρώσουν το ενοίκιο, θα χάνουν αυτή τη δυνατότητα;

● Τα ερωτήματα εντείνονται από το γεγονός ότι δεν τίθενται ούτε αορίστως κριτήρια για τον προσδιορισμό του ύψους του ενοικίου της κοινωνικής κατοικίας, για παράδειγμα ένας συνδυασμός ανώτατου ποσοστού-πλαφόν σε σχέση με την τιμή των εμπορικών μισθωμάτων αλλά και εισοδηματικών κριτηρίων για τους δικαιούχους, ώστε το ύψος του ενοικίου να μην είναι δυσβάστακτο για τους δικαιούχους.

● Δεν ορίζονται ποιοτικές και ενεργειακές προδιαγραφές για τις κοινωνικές κατοικίες, παρ’ όλο που τα λαϊκά νοικοκυριά και ιδιαίτερα τα πλέον ευάλωτα εξ αυτών μαστίζονται επίσης από την ενεργειακή φτώχεια.

Οι αδυναμίες αυτές, που μπορούν να εξελιχτούν σε «βραχνά» για τα νοικοκυριά και σε αιτίες αποτυχίας και αυτού του κυβερνητικού προγράμματος, θα μπορούσαν να ξεπεραστούν υπό δύο προϋποθέσεις:

Πρώτο, με την απόκτηση της κυριότητας του προγράμματος από το Δημόσιο, που θα προϋπέθετε τη συμμετοχή του κρατικού προϋπολογισμού. Υπενθυμίζουμε ότι ο Πανελλήνιος Σύλλογος Εργαζομένων ΟΑΕΔ – τ. ΟΕΚ έχει καταθέσει αναλυτική πρόταση για την εξασφάλιση των πόρων για τη χρηματοδότηση ενός τέτοιου προγράμματος (βλ. προαναφερθέν άρθρο της «Εφ.Συν.»).

Δεύτερο, αν την υλοποίηση ενός τέτοιου προγράμματος αναλάμβανε ένας δημόσιος οργανισμός όπως ο καταργηθείς από το 2012 Οργανισμός Εργατικής Εστίας, ιδέα προς την οποία η σημερινή κυβέρνηση είναι εντελώς δυσανεκτική…