Είναι κάποιος καιρός τώρα που επιχειρείται, με πρωτοβουλία δεξιών -μενουμευρωπαϊστικών, καλύτερα- κύκλων να ξεπλυθεί η Μέρκελ από όσα ορθώς της καταλογίζονται. Ιδίως, το γεγονός πως αποτέλεσε τον βασικό παράγοντα, εξαιτίας του οποίου η πολιτική της αγριανθρωπικής λιτότητας έγινε η μοναδική επιτρεπόμενη πολιτική για την Ε.Ε. και ιδιαίτερα για τις χώρες που για μια σειρά από λόγους βρέθηκαν στη χειρότερη θέση, με πρώτη πρώτη την περίπτωσή μας.
Βέβαια, η ίδια ισχυρίζεται πως ήταν οι ευρωπαϊκές συνθήκες και όχι η δική της εμμονή που έφερε τα πράγματα όπως τα έφερε. Είναι, ωστόσο, αποδεδειγμένο, έστω κι αν ο κ. Παπαχελάς δεν το έθεσε στην πρόσφατη συνομιλία μαζί της, πως δεν είναι όπως μας τα λέει. Η κατοπινή επιλογή της ποσοτικής χαλάρωσης από τον Ντράγκι, προκειμένου να μην καταρρεύσει η Ιταλία, και, ακόμη περισσότερο, η δημιουργία άπλετου «δημοσιονομικού χώρου», πρώτα για την πανδημία και τώρα για τα πολεμικά, μιλάει για του λόγου το αληθές. Η δημιουργία κοινού χρέους, τα επάρατα ευρωομόλογα, αποδείχτηκε πως δεν αποτελούσαν, τελικά, έγκλημα καθοσιώσεως για την ευρωενωσιακή -με πρώτη τη γερμανική- άρχουσα τάξη και τη «Μούτι», που υπήρξε η καλύτερη εκπρόσωπός της. Οπως και της ελληνικής άρχουσας τάξης, η οποία διαμόρφωσε, μέσα από τα τρία Μνημόνια, ένα καθεστώς εργοδοτικής δικτατορίας πρωτοφανούς στον κόσμο.
Οι δικοί μας «ευρωπαϊστές» πολιτικοί είχαν κάθε λόγο να υποστηρίξουν μια τέτοια επιλογή. Η, εξαρχής, άλλωστε, αποκλειστική επιβάρυνση της εργατικής τάξης -ιδιωτικού και δημόσιου τομέα- και των πιο ευάλωτων κοινωνικών κατηγοριών, όπως των νέων και των γυναικών, μέσω της περίφημης εσωτερικής υποτίμησης, ταίριαζε μια χαρά στην ταξική τους κλίση.
Οι «αντιρρήσεις» τους, επουσιώδεις ως επί το πλείστον, επιχειρούσαν απλώς να διαχειριστούν το αναπόφευκτο πολιτικό κόστος. Η ελληνική άρχουσα τάξη, στον μέσο χρόνο, κέρδισε πολλά από αυτήν τη στάση.
Η αντίστοιχη ευρωπαϊκή, με βασική εκπρόσωπο τη Μέρκελ, βρήκε ένα ιδανικό πειραματόζωο για να δοκιμάσει τις εργατικές αντοχές.
Με πρωταρχική δική της ευθύνη απορρίφθηκαν όλες οι εναλλακτικές, όπως το ευρωομόλογο ή ο τριπλασιασμός του κεφαλαίου του Μηχανισμού Στήριξης, που θα έκαναν λιγότερο επώδυνες τις πολιτικές – σε αυτές, αντίθετα συνέκλιναν οι «πραγματικοί κακοί», Σόιμπλε και Τρισέ, όπως και ο Γιούνγκερ. Η Μέρκελ δεν διαπραγματευόταν την τύχη των γαλλογερμανικών τραπεζών ούτε το προνόμιο για πολύ μικρά ή και μηδενικά επιτόκια, που απολάμβαναν, ακριβώς λόγω της κρίσης, τα γερμανικά ομόλογα.
Γι’ αυτό, κιόλας, απαιτούσε την καθοριστική παρουσία του ΔΝΤ στα «προγράμματα», από τον «φόβο» μήπως τα αμιγώς ευρωπαϊκά όργανα έδειχναν «επιείκεια» και «αλληλεγγύη».
Η ελληνική πολιτική τάξη, που μαζεύτηκε τον Ιούλιο να τη χειροκροτήσει επειδή κατακρεούργησε την εργατική τάξη και τα πιο ευάλωτα στρώματα, δεν είναι μόνο ψοφοδεής. Ξέρει πόσα η άρχουσα τάξη μας της χρωστάει. Ευτυχώς, δεν προσέτρεξαν και στελέχη του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ του τρίτου Μνημονίου -αν και, αρκετές φορές, δεν έκρυψαν την περηφάνια τους για τα καλά της λόγια.
Δεν υπάρχει καμιά, μα καμιά, αμφιβολία ότι τα Μνημόνια της Μέρκελ -και όχι μόνο, ή κυρίως, του Τρισέ, του Σόιμπλε ή του Τόμσεν- μας κατέστρεψαν. Δεν είναι ότι απέτυχαν. Κάθε άλλο. Η ουρανομήκης ελλαδική κερδοφορία με αγοραστική δύναμη στον πάτο της Ε.Ε. δείχνει την προφανή τους επιτυχία για τα αφεντικά. Γι’ αυτό και η τόση σιελόρροια της ελληνικής πολιτικής τάξης μπροστά στη Μέρκελ.
Η Μέρκελ ήταν η ηγερία της καταστροφής. Εξαιτίας δικών της, ως επί το πλείστον, επιλογών, η ελληνική κρίση είναι η μεγαλύτερη όλων των εποχών. Η αμερικανική του 1929 και η αργεντίνικη των αρχών του αιώνα μας κράτησαν πολύ λιγότερο -σε 6 χρόνια είχαν επανακάμψει στο σημείο που βρίσκονταν στις αρχές της κρίσης. Η Ελλάδα θα το πετύχει, σε όρους πραγματικού εισοδήματος, το 2039 -30 χρόνια μετά! Η βουτιά στις ΗΠΑ ήταν 26% του ΑΕΠ, όσο και στην Ελλάδα, ενώ στην Αργεντινή μόλις (!) 18%. Λόγω δε της αποκλειστικά αντεργατικής φύσης των «προγραμμάτων», η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος έφτασε το 45%! Καλά που δεν περιπέσαμε σε «ασύντακτη χρεοκοπία», όπως η Αργεντινή!
Η Μέρκελ έμεινε στην ιστορία του ταξικού -και, όποτε χρειάστηκε, ψοφοδεούς- προσανατολισμού του «κανονικού» πολιτικού συστήματος ως συνεπής προτεστάντισσα που επέμεινε τίμια στις συνθήκες· αρκεί να υπηρετούσαν τις κανιβαλικές επιδιώξεις της. Η παραβίαση, για παράδειγμα, για πρώτη φορά στην Ιστορία, της αρχής του ΔΝΤ, πως το οποιοδήποτε «πρόγραμμα» έπρεπε να ξεκινά με μείωση του χρέους, μια χαρά εφαρμόστηκε. Εχουμε εδώ και καιρό μπει στην εποχή των τεράτων. Η Μέρκελ υπήρξε το αγριότερο τέρας στην περίοδο της έξαρσης της οικονομικής κρίσης.
Ταυτόχρονα, η χώρα της υπήρξε μοντέλο «δημοκρατικού καπιταλισμού». Ισως, τώρα που ο κ. Τσίπρας εφηύρε τον νέο προοδευτικό κεντρώο στόχο, θα μπορούσε να τη συμβουλευτεί.
