ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκος Σαραντάκος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Καμαρώνοντας για την αδειοδότηση των πρώτων «μη κρατικών» (ευφημισμός για τα ιδιωτικά) πανεπιστημίων, ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι «διαψεύστηκε η μίζερη κριτική για τα μη κρατικά πανεπιστήμια». Ακόμα και σε αυτό, ο κ. Μητσοτάκης αντιγράφει τον Αδωνη Γεωργιάδη, ο οποίος αγαπά να κατηγορεί για «μιζέρια» όσους του ασκούν κριτική· σταχυολογώ πρόσφατα αδωνίσματα: «παρά τη συνεχή μιζέρια που ακούμε γύρω μας», «στη χώρα που πουλάει μόνο η μιζέρια και η γκρίνια», «ζείτε πάνω στη μιζέρια» και πάει λέγοντας. Οπότε, θα λεξιλογήσουμε σήμερα για τη μιζέρια.

Μιζέρια είναι, κατά την έννοια του κ. υπουργού, η απαισιοδοξία, η κακή διάθεση· αλλά η βασική σημασία της λέξης είναι μάλλον η φτώχεια, η ανέχεια· είναι όμως και η τσιγκουνιά. Το αντίστοιχο επίθετο είναι μίζερος· μίζερος μπορεί να είναι αυτός που χαρακτηρίζεται από φτώχεια, δυστυχία και αθλιότητα, από κακομοιριά, μπορεί όμως να είναι και ο ιδιότροπος, που τίποτα δεν του αρέσει και από τίποτα δεν μένει ευχαριστημένος. Συχνά ακούμε γονείς να παραπονούνται πως τα παιδιά τους είναι «μίζερα στο φαΐ».

Προκειμένου όμως για πράγματα, η σημασία αλλάζει κάπως. Μίζερος είναι, καταρχάς, ο φτωχικός και στερημένος: έζησε μίζερη ζωή, λέμε -που μπορεί να σημαίνει με μεγάλη φτώχεια αλλά συνήθως έχει και την παράμετρο «με ελάχιστες χαρές». Επειτα, μίζερος είναι ο λιγοστός και ανεπαρκής -μίζερες οι μερίδες του τάδε εστιατορίου, μίζερη η σύνταξη. Τέλος, μίζερος είναι και ο στερημένος από ενδιαφέρον, ο βαρετός -π.χ. τελείωσαν οι διακοπές και επιστρέφουμε στη μίζερη καθημερινότητα.

Η λέξη είναι δάνειο από το ιταλικό misero, που ανάγεται στο λατινικό miser, «ταλαίπωρος, άθλιος». Πόρκα μιζέρια, κακούργα φτώχεια, αναφωνούσαν οι Ιταλοί. Από την ίδια λατινική ρίζα προέρχονται στα γαλλικά οι miserables, οι «Αθλιοι» του Βίκτωρος Ουγκό, που αν τους μεταφράζαμε σήμερα ίσως να δίναμε τίτλο «Οι κακόμοιροι» ή «Οι εξαθλιωμένοι».

Η λέξη «μίζερος» μπήκε στα ελληνικά στα μεσαιωνικά χρόνια, με αρχική σημασία «τσιγκούνης»· στον «Φορτουνάτο», κάποια είναι «μίζερη και γυρεύγει δίχως χαρίσματα γαμπρό», φιλάργυρη δηλαδή· σε χρονικό της Αλωσης, από τον 16ο αιώνα, ο χρονικογράφος μέμφεται τους πλούσιους της Πόλης: «Ω Ρωμαίοι ακριβοί, μίζεροι και κακότυχοι», επειδή δεν πρόσφεραν τα πλούτη τους για την υπεράσπιση της Πόλης. (Ακριβός, εδώ, ο τσιγκούνης).

Εκτός από τα παραπάνω, μιζέρια είναι επίσης ένα παιχνίδι της πόκας, όπου κερδίζει αυτός που έχει το χειρότερο χαρτί. Μιζέριας ήταν και το κομματικό ψευδώνυμο του Αρη Βελουχιώτη.

Το να εξομοιώνεται η κριτική της αντιπολίτευσης με τη μιζέρια έχει βέβαια στόχο να απαξιώσει την κριτική, αλλά υπάρχει και κάτι βαθύτερο: υποβάλλει την ιδέα ότι η μιζέρια με όλες τις σημασίες της είναι επιλογή, ότι κάποιος είναι φτωχός ή αντιμετωπίζει προβλήματα επειδή δεν έχει «θετική στάση». Οσοι βέβαια κολυμπούν στις μίζες, λέξη που έχει άλλη ετυμολογία, είναι εύκολο να σηκώνουν το φρύδι και να χαρακτηρίζουν μίζερους εκείνους που διαμαρτύρονται.