Η σημερινή σύγκρουση δεν αφορά πλέον μόνο την Παλαιστίνη· αφορά τις ίδιες τις αρχές που διέπουν τη διεθνή τάξη, με την Παλαιστίνη να αποτελεί την τελευταία μεγάλη υπόθεση εθνικής απελευθέρωσης. Την ώρα που το «τραμπικό» ρεύμα επιδιώκει να επιβάλει τη λογική της ισχύος αντί της διεθνούς νομιμότητας, αναδύθηκαν αραβικές και διεθνείς προσπάθειες για την αποκατάσταση του νομικού και ανθρωπιστικού πλαισίου του παλαιστινιακού ζητήματος – μέσα από τη Διακήρυξη της Νέας Υόρκης, τη σαουδο-γαλλική πρωτοβουλία και τα διαδοχικά ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, συμπεριλαμβανομένου του πιο πρόσφατου τον περασμένο Σεπτέμβριο. Αυτές οι κινήσεις συνοδεύτηκαν από μια παγκόσμια αφύπνιση που πυροδοτήθηκε από τον ηρωικό αγώνα και την αντοχή του παλαιστινιακού λαού απέναντι στη γενοκτονία και στην επεκτεινόμενη αποικιοκρατική επιχείρηση.
Ωστόσο, η επακόλουθη αμερικανο-ισραηλινή αντεπίθεση υπό τον τίτλο «Σχέδιο Τραμπ» και η φάρσα της διάσκεψης στο Σαρμ ελ Σέιχ αποτέλεσαν μια συντονισμένη προσπάθεια να υπονομευθούν αυτές οι διεθνείς πρωτοβουλίες, να ανακοπεί το κύμα αναγνωρίσεων του παλαιστινιακού κράτους, να αρθεί η απομόνωση του Ισραήλ και να επανασχεδιαστεί το παλαιστινιακό πολιτικό σκηνικό με τρόπο που να διασφαλίζει τη συνέχιση της κατοχής και την ηγεμονία της Ουάσινγκτον στην περιοχή.
Ο τραμπισμός, ως δόγμα και όχι απλώς ως πρόσωπο, επανακαθόρισε την έννοια της «ειρήνης» σε ειρήνη που επιβάλλεται μέσω πολέμων, σε οικονομική ειρήνη χωρίς εθνική κυριαρχία και σε μια ψευδαίσθηση ανάπτυξης υπό κατοχή. Αντικατοπτρίζει τόσο τη ναρκισσιστική και αντιφατική προσωπικότητα του Τραμπ όσο και μια ευρύτερη τάση πολιτικο-οικονομικού φασισμού που εκτείνεται από τις απειλές εναντίον της Βενεζουέλας, της Κίνας, της Ρωσίας, του Λιβάνου και της Κολομβίας μέχρι τις πιέσεις προς την Ευρώπη – όλα με στόχο την αποκατάσταση της αμερικανικής υπεροχής.
Παράλληλα, αυτή η εξωτερική επίθεση δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη βαθιά εσωτερική κρίση των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου οι διαδηλώσεις με το σύνθημα «Δεν θέλουμε βασιλιά» εκφράζουν την αντίσταση στην αυταρχική εκτροπή και στη μετατροπή της προεδρίας σε εξουσία υπεράνω των θεσμών. Πρόκειται για την αναδίπλωση της αμερικανικής δημοκρατίας πάνω στον εαυτό της – μιας δημοκρατίας που επιδίωξε να εξαχθεί στον κόσμο, αλλά σήμερα αδυνατεί να προστατεύσει την εσωτερική της ισορροπία. Ενώ η Ουάσινγκτον επιβάλλει τη βούλησή της στα έθνη μέσω της ισχύος, βιώνει μια βαθιά κρίση νομιμότητας στο εσωτερικό της: διάβρωση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς και πόλωση γύρω από το νόημα της εξουσίας και της ελευθερίας. Η σύμμαχός της, το Ισραήλ, αντιμετωπίζει παρόμοια δομική κρίση, που το ωθεί να συντηρεί την πολιτική του συνοχή μέσω της κλιμάκωσης των πολέμων – με κορύφωση τη συνεχιζόμενη σφαγή στη Γάζα.
Επομένως, η επιλογή να συναλλαχθούμε με τον «βασιλιά Τραμπ» ή να νομιμοποιήσουμε τη μέθοδό του, απομακρυνόμενοι από τη διεθνοποίηση του παλαιστινιακού ζητήματος, δεν υπονομεύει μόνο την ανεξαρτησία της παλαιστινιακής απόφασης, αλλά και τη διεθνή αξιοπιστία του αγώνα μας ενώπιον των λαών που εξεγείρονται ενάντια στη λογική της βίας, της κυριαρχίας και της αποικιοκρατίας. Ακόμη και στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ένα αυξανόμενο τμήμα της κοινής γνώμης αρχίζει να αντιλαμβάνεται τους κινδύνους του τραμπισμού και αγωνίζεται να επαναφέρει τη δημοκρατία στην ηθική της βάση. Η αξιοπιστία του πολιτικού λόγου και η συνειδητοποίηση της απελευθερωτικής και διεθνούς διάστασης της υπόθεσής μας δεν είναι επιλογές, αλλά προϋποθέσεις για έναν αυθεντικό πολιτικό αγώνα και θεμέλιο για τη δημιουργία ειλικρινών συμμαχιών με λαούς και κράτη που συμμερίζονται την πίστη μας στη δικαιοσύνη και την ελευθερία.
Το «Σχέδιο Τραμπ» -όπως και η λεγόμενη «Συμφωνία του Αιώνα»- παραμένει εύθραυστο μέσα στις ραγδαίες παγκόσμιες μεταβολές. Ο κόσμος δεν είναι πια μονοπολικός, όσο κι αν η Ουάσινγκτον προσπαθεί να διατηρήσει την ηγεμονία της. Με την παγκόσμια εξέγερση υπέρ της Παλαιστίνης, καταρρέει το μονοπώλιο της ισραηλινής αφήγησης και ανακτάται η δικαιοσύνη του παλαιστινιακού ζητήματος ως σύμβολο ανθρώπινης αξιοπρέπειας και αυτοδιάθεσης – μέρος ενός ευρύτερου παγκόσμιου αγώνα για δικαιώματα και ελευθερία.
Η συνεχιζόμενη σφαγή στη Γάζα, παρά την αποτυχία των ισραηλινών σχεδίων εκτόπισης, καθώς και η συνενοχή των δυτικών δυνάμεων και η σιωπή ορισμένων περιφερειακών παραγόντων συνιστούν ηθική δοκιμασία για την ανθρωπότητα. Το ζητούμενο δεν είναι η επιστροφή σε αποτυχημένα σενάρια «διαχείρισης συγκρούσεων», αλλά η απομόνωση και δίωξη του Ισραήλ, η εφαρμογή των αποφάσεων του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου και του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης και η υλοποίηση των ψηφισμάτων του ΟΗΕ που επιβεβαιώνουν το δικαίωμα του παλαιστινιακού λαού στην αυτοδιάθεση και τη σύσταση ανεξάρτητου κράτους στα σύνορα της 4ης Ιουνίου 1967, με πρωτεύουσα την Ανατολική Ιερουσαλήμ, καθώς και τη δίκαιη λύση για τους πρόσφυγες.
Οι προηγούμενες εμπειρίες -από το πρόγραμμα ασφάλειας του Ντέιτον έως το οικονομικό σχέδιο του Τόνι Μπλερ υπό κατοχή- απέδειξαν ότι ανάπτυξη χωρίς ελευθερία δεν υπάρχει, ούτε μπορεί η κυριαρχία να διοικείται από αίθουσες χορηγών όπως η σημερινή διάσκεψη του Λονδίνου. Το νέο σχέδιο Τραμπ επιχειρεί να επιβάλει μια υποταγμένη οικονομικο-ασφαλιστική πραγματικότητα, αδειάζοντας την απελευθέρωση από το πολιτικό και εθνικό της περιεχόμενο και μετατρέποντας την Παλαιστινιακή Αρχή σε τοπική διοίκηση χωρίς κυριαρχία.
Το μέλλον της Παλαιστίνης μπορεί να καθοριστεί μόνο από τη θέληση του λαού της και τη νομιμότητα του δίκαιου αγώνα της, μακριά από νέες μορφές κηδεμονίας που επιδιώκουν να αναπλάσουν τη συνείδηση και να υποτάξουν την ανεξάρτητη παλαιστινιακή απόφαση.
Σε εθνικό επίπεδο, απαιτούνται η ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος, η ενσάρκωση της πολιτικής βούλησης μέσα από πολιτική, νομική και λαϊκή αντίσταση, η ενεργοποίηση του εθνικού κινήματος με πρωτοπόρο τη Φάταχ, η διεύρυνση της λαϊκής συμμετοχής μέσω εκλογών και η άμεση ανακήρυξη του Παλαιστινιακού Κράτους υπό κατοχή με τη δημιουργία κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας υπό την ΟΑΠ ως μοναδική νόμιμη εκπρόσωπο του παλαιστινιακού λαού, υπεύθυνη για όλα τα εδάφη, συμπεριλαμβανομένης της Γάζας.
Πρόσφατες ευρωπαϊκές εκθέσεις προειδοποιούν ότι η συνεχής υποταγή της Παλαιστινιακής Αρχής σε εξωτερικές πιέσεις και όρους θα διαβρώσει περαιτέρω τη νομιμότητά της, οδηγώντας σε βαθύτερη εσωτερική διάσπαση. Η πραγματική μεταρρύθμιση δεν επιβάλλεται από την Ουάσινγκτον ούτε μπορούν να τη διαχειριστούν δωρητές· πηγάζει από το εσωτερικό, μέσω εθνικής βούλησης, λογοδοσίας, καταπολέμησης της διαφθοράς και αποκατάστασης της εμπιστοσύνης του λαού.
Αυτό που εξελίσσεται σήμερα είναι μια αντιπαράθεση μεταξύ διεθνούς νομιμότητας και ηγεμονισμού, μεταξύ της βούλησης των λαών και της λογικής της βίας. Οπως οι δυτικές δημοκρατίες χρειάζονται ανανέωση της δέσμευσής τους στη συμμετοχή και τη διαφάνεια, έτσι και η παλαιστινιακή ηγεσία οφείλει να θωρακίσει τον πολιτικό της λόγο με σαφήνεια, υπευθυνότητα και εθνική ανεξαρτησία – απορρίπτοντας την ουσία του σχεδίου Τραμπ-Μπλερ, διατηρώντας την καθαρότητα της εθνικής θέσης και προστατεύοντας τη νομιμότητα του παλαιστινιακού αγώνα από κάθε αλλοίωση που θα μπορούσε να επαναφέρει την Παλαιστίνη στην εποχή της εντολής ή να την υποτάξει σε μια νέα αμερικανική κηδεμονία.
*Πρώην επικεφαλής της διπλωματικής αντιπροσωπείας της Παλαιστινιακής Αρχής στην Ελλάδα
