ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χριστίνα Πάντζου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Είναι κουλ μια εισβολή στη Βενεζουέλα…. Στην πραγματικότητα είναι κομμάτι των Ηνωμένων Πολιτειών». Τη ρήση του Ντόναλντ Τραμπ που συμπυκνώνει τις προθέσεις του για τη χώρα διέσωσε στο βιβλίο «Το δωμάτιο όπου συνέβη» ο ίδιος ο Τζον Μπόλτον, σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας (2018-2019) του μεγιστάνα στην πρώτη του θητεία.

Είναι χρόνια που ο Τραμπ, δηλώνοντας πως «όλες οι εναλλακτικές είναι στο τραπέζι», διατυμπανίζει την ιδέα της ανατροπής του πρόεδρου Νικολάς Μαδούρο με μια στρατιωτική επέμβαση (παρά τη σθεναρή διαφωνία των πιο συνετών στενών συμβούλων και συνεργατών του). Και που δυσανασχετεί –όπως έκανε τον Ιούνιο του 2023 σε συνέντευξή του– επειδή «Οταν έφυγα (από την προεδρία) η Βενεζουέλα ήταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Θα την είχαμε καταλάβει, θα είχαμε δικό μας όλο αυτό το πετρέλαιο».

Η αποστολή πολεμικού στόλου, με πυραυλοφόρα, ελικοπτεροφόρα, κατασκοπευτικά αεροσκάφη, πυρηνικό υποβρύχιο και 4.000 στρατιώτες, περιλαμβανομένων 2.200 πεζοναυτών, με πρόφαση την «αναχαίτιση της ροής ναρκωτικών προς τις ΗΠΑ» και στόχο τη σύλληψη ναρκεμπόρων για να δικαστούν στις ΗΠΑ, αποτελεί ένα ακόμα βήμα, καταλυτικό πλέον, σε αυτή του την εμμονή. Συντηρητικά λατινοαμερικανικά Μέσα, όπως το Infobae, ισχυρίζονται πως «η πτώση του Μαδούρο δεν είναι πλέον μια υπόθεση, αλλά θέμα του πότε και πώς».

Ναρκοτρομοκρατία

Εδώ και χρόνια ο Τραμπ χτίζει το αφήγημα ότι «η κυβέρνηση Μαδούρο δεν είναι νόμιμη. Είναι ένα καρτέλ ναρκοτρομοκρατών με επικεφαλής τον Μαδούρο». Το έχουν επαναλάβει τις τελευταίες εβδομάδες με κάθε ευκαιρία η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Κάρολαϊν Λίβιτ και ο ΥΠΕΞ Μάρκο Ρούμπιο.

Η δε γενική εισαγγελέας Πάμελα Μπόντι, χαρακτηρίζοντας τον Μαδούρο «φυγόδικο από την αμερικανική Δικαιοσύνη, έναν από τους μεγαλύτερους ναρκεμπόρους στον κόσμο και απειλή για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ», αύξησε στα 50 εκατ. δολάρια την αμοιβή για όποιον δώσει πληροφορίες «για τη σύλληψη και την καταδίκη» του Μαδούρο.

Οι ΗΠΑ προσφέρουν το μεγαλύτερο ποσό επικήρυξης στην ιστορία τους –διπλάσιο ακόμα και από εκείνο που δόθηκε για τον εντοπισμό του Οσάμα Μπιν Λάντεν– για τη σύλληψη ενός εν ενεργεία αρχηγού κράτους που δεν κρύβεται σε ένα λαγούμι αλλά ασκεί δημόσια τα καθήκοντά του. Με τη δεύτερη θητεία του Τραμπ αυτό το αφήγημα ενισχύθηκε με τη συνεχή αναφορά στο «Καρτέλ των Ηλιων», το οποίο, στις 25 Ιουλίου, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ περιέλαβε στις διεθνείς τρομοκρατικές οργανώσεις.

Κατά την Ουάσινγκτον, «πρόκειται για ένα καρτέλ που διοικείται από τον ίδιο τον πρόεδρο της Βενεζουέλας, αξιωματούχους της κυβέρνησης, στρατιωτικούς και μέλη της οικογένειάς του διευκολύνοντας τη διέλευση κολομβιάνικων ναρκωτικών από το έδαφος της Βενεζουέλας». Το «Καρτέλ των Ηλιων» πήρε το όνομά του από τον ήλιο-σήμα που έχουν οι Βενεζουελάνοι στρατιωτικοί στις στολές τους. Η Βενεζουέλα απαντάει πως «είναι μια εφεύρεση των ΗΠΑ».

Η κοκαΐνη

Οι στατιστικές κι οι εκθέσεις δεν ευνοούν το τραμπικό αφήγημα. Πρώτον, η Βενεζουέλα δεν είναι χώρα παραγωγός κοκαΐνης, σχεδόν το σύνολο των καλλιεργειών φύλλων κόκας γίνεται στην Κολομβία, στο Περού και στη Βολιβία. Επειτα, ο ίδιος ο Μπιλ Μπαρ, υπουργός Δικαιοσύνης στην πρώτη θητεία Τραμπ, έλεγε πως από τη Βενεζουέλα διακινούνται μέχρι 250 τόνοι κοκαΐνης τον χρόνο: ελάχιστη ποσότητα από τους 3.700 τόνους που διακινούνται κάθε χρόνο.

Ακόμα και η Αμερικανική Υπηρεσία Καταπολέμησης των Ναρκωτικών (DEA) στην τελευταία της ετήσια έκθεση, στο κεφάλαιο που αφορά τη διακίνηση κοκαΐνης, δεν αναφέρεται ούτε μία φορά στη Βενεζουέλα. Η δε συντριπτική πλειονότητά της διακινείται προς τον Βορρά από τις ακτές του Ειρηνικού, σύμφωνα με το Γραφείο του ΟΗΕ για τα Ναρκωτικά και το Εγκλημα (UNODC). Γεγονός που παραδέχεται εσωτερικό έγγραφο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, όπως αποκάλυψε Αμερικανός διπλωμάτης στο CNN.

Κάποιες ποσότητες ναρκωτικών διακινούνται μέσω Βενεζουέλας, κάτι που η ίδια η κυβέρνηση αναγνωρίζει. Τον Φεβρουάριο η Εθνική Υπηρεσία Κατά των Ναρκωτικών (Sunad) ανακοίνωσε την κατάσχεση 40 τόνων ναρκωτικών το 2024, ενώ το πρώτο οκτάμηνο του 2025 κατασχέθηκαν 52,7 τόνοι ναρκωτικών, εξουδετερώθηκαν περισσότερα από 400 μικρά αεροσκάφη και δεκάδες πλοία μεταφοράς ναρκωτικών, καταστράφηκαν 92 παράνομοι διάδρομοι προσγείωσης – απογείωσης, 54 εργαστήρια και 10 στρατόπεδα και προσήχθησαν σχεδόν 6.300 άτομα.

Η επιλογή της στάθμευσης του αμερικανικού στόλου στα ανοιχτά των ακτών της Βενεζουέλας συνιστά μια δήλωση πολιτικών προθέσεων για κάποιου είδους επέμβαση. Αλλωστε δεν θα ήταν η πρώτη φορά που θα το επιχειρούσε: το έκανε το 2018 και το 2019 με εκκωφαντική αποτυχία.

Τώρα όλα δείχνουν μια καλύτερη οργάνωση της κυβέρνησης Τραμπ. Η ανάπτυξη του αμερικανικού στόλου είναι μεγάλη σε όρους των επιχειρήσεων που κάνει η αμερικανική Νότια Διοίκηση. Αλλά είναι εξαιρετικά μικρή για να επιχειρήσει κάποια εισβολή και κατάληψη. Στην εισβολή στη Γρανάδα το 1983 χρειάστηκαν 7.000 Αμερικανικοί στρατιώτες. Στον Παναμά το 1989 έστειλαν 30.000 στρατιώτες ενώ υπήρχαν και αμερικανικές βάσεις να στηρίξουν την επιχείρηση.

Τα διδάγματα

Σε μια χώρα σαν τη Βενεζουέλα, κάτι ανάλογο θα απαιτούσε πολλαπλάσιες στρατιωτικές δυνάμεις και το χάος που αυτή θα προκαλούσε μαζί με την ένοπλη αντίσταση (ήδη κινητοποιήθηκαν 4,5 εκατομμύρια πολιτοφύλακες ενώ 15.000 στρατιώτες έχουν σταλεί στα σύνορα με την Κολομβία) θα σήμαινε έναν πολύχρονο και πολυδάπανο πόλεμο και τεράστια φθορά. Οι ΗΠΑ διδάχθηκαν από το Αφγανιστάν και το Ιράκ.

Αυτό δεν σημαίνει πως δεν θα μπορούσαν, μαζί με τους πρόθυμους ακροδεξιούς συμμάχους τους –όπως η ηγέτιδα της αντιπολίτευσης Κορίνα Ματσάδο που ευχαρίστησε «από καρδιάς» τον Τραμπ γιατί έστειλε τον στόλο– να προχωρήσουν σε μικρής εμβέλειας επιχείρηση, ένα πλήγμα ακριβείας, μια πυραυλική επίθεση ή μια «αποστολή ταχείας εισόδου και εξόδου».

Οπως έλεγε στο Brasil de Fato ο καθηγητής του Μπολιβαριανού Στρατιωτικού Πανεπιστημίου της Βενεζουέλας, Χένρι Νάβας Νιέβες, «ο Λευκός Οίκος κάνει μια επίδειξη δύναμης, ενθαρρύνοντας εσωτερικές συρράξεις και επιθέσεις παραστρατιωτικών και ακροδεξιών ομάδων στο έδαφος της Βενεζουέλας κι ευνοώντας ένα πραξικόπημα». Αυτό που κρίνεται πλέον δεν είναι τόσο η νομιμότητα μιας κυβέρνησης που η Δύση αμφισβητεί όσο η ίδια η αρχή τής μη επέμβασης. Θα φανεί το επόμενο διάστημα.