ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μπάμπης Μιχάλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Ντόναλντ Τραμπ έκανε χθες την απειλή του πράξη διπλασιάζοντας έως και σε 50% τους δασμούς για το μεγαλύτερο μέρος των προϊόντων που εισάγουν οι ΗΠΑ από την Ινδία. Η κίνηση αυτή κατατάσσει την Ινδία -έναν από τους ισχυρότερους εταίρους των ΗΠΑ στην Ασία- μεταξύ των χωρών που πλήττονται περισσότερο στον κόσμο από τους δασμούς του. Θα μπορούσε, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ινδικής δεξαμενής σκέψης Global Trade Research Initiative (GTRI), να οδηγήσει σε μείωση των ινδικών εξαγωγών προς τις ΗΠΑ πάνω από 40%, ή σχεδόν κατά 37 δισεκατομμύρια δολάρια στο τρέχον οικονομικό έτος που λήγει στα τέλη του επόμενου Μαρτίου.

Θα μπορούσε ακόμη να οδηγήσει, σύμφωνα με τις προβλέψεις του επικεφαλής οικονομολόγου της Goldman Sachs για την Ινδία, Santanu Sengupta, στην αφαίρεση τουλάχιστον μισής ποσοστιαίας μονάδας από το ΑΕΠ φέτος, επιβραδύνοντας τον ρυθμό ανάπτυξης της 5ης μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου κάτω από το 6%. Οι επιπτώσεις των νέων δασμών ενδέχεται επίσης να αποδειχτούν πολιτικά επιζήμιες για τον πρωθυπουργό Ναρέντρα Μόντι, καθώς χτυπούν κυρίως τις εξαγωγές τομέων έντασης εργασίας -ρούχα, πολύτιμοι λίθοι, κοσμήματα, υποδήματα, αθλητικά είδη, έπιπλα, χημικά- θέτοντας σε κίνδυνο χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις και δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας.

Από τους νέους δασμούς εξαιρείται πάντως το 30% των εξαγωγών της στις ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των φαρμακευτικών προϊόντων, των ηλεκτρονικών ειδών, των πρώτων υλών φαρμάκων και των εξευγενισμένων καυσίμων που παραμένουν αδασμολόγητα. Εξαιρούνται ακόμη τα προϊόντα χάλυβα, αλουμινίου και παράγωγα προϊόντα, τα επιβατικά οχήματα, ο χαλκός και άλλα προϊόντα που υπόκεινται σε ξεχωριστούς δασμούς έως και 50%.

Ο διπλασιασμός του συντελεστή -από το 25% που είχε τεθεί σε ισχύ νωρίτερα αυτόν τον μήνα- είχε προαναγγελθεί από τον Τραμπ ως τιμωρία στο Νέο Δελχί για τις συνεχιζόμενες αγορές φτηνού ρωσικού πετρελαίου, οι οποίες, όπως υποστηρίζει ο Λευκός Οίκος, χρηματοδοτούν έμμεσα τον πόλεμο της Ρωσίας εναντίον της Ουκρανίας.

Η απεμπλοκή από το ρωσικό αργό πετρέλαιο και η αναδιαμόρφωση της σχέσης της Ινδίας με τη Μόσχα -που απαιτεί η αμερικανική πλευρά -δεν είναι όμως εύκολη υπόθεση. «Η Ινδία χρειάζεται τη Ρωσία για τον αμυντικό της εξοπλισμό για αρκετά ακόμη χρόνια, χρειάζεται το φτηνό πετρέλαιο όταν είναι διαθέσιμο, τη γεωπολιτική υποστήριξη στον ηπειρωτικό χώρο και την πολιτική υποστήριξη σε ευαίσθητα ζητήματα. Ολα αυτά καθιστούν τη Ρωσία εναν ανεκτιμήτο εταίρο για την Ινδία» υπογραμμίζει ο ιδρυτής του Συμβουλίου Στρατηγικής και Αμυντικής Ερευνας του Δελχί, Χάπιμον Τζέικομπ.

Η απεμπλοκή από το φτηνό ρωσικό πετρέλαιο είναι οικονομικά ανέφικτη. Το ρωσικό αργό αντιπροσωπεύει πλέον σχεδόν το 40% του συνολικού πετρελαίου που αγοράζει η Ινδία από το εξωτερικό από σχεδόν μηδέν πριν από τον πόλεμο. Τρίτος μεγαλύτερος καταναλωτής και εισαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο, αγοράζει καθημερινά 2 εκατ. βαρέλια ρωσικού αργού. Αν σταματήσει να αγοράζει, ολόκληρη η αλυσίδα εφοδιασμού της θα ανατραπεί οδηγώντας σε εκτόξευση των εγχώριων αλλά και των διεθνών τιμών, οι οποίες σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ινδικής κυβέρνησης ενδέχεται να υπερτριπλασιαστούν στα περίπου 200 δολάρια το βαρέλι.

Η απεμπόληση του ρωσικού αργού σημαίνει ακόμη και απώλεια της έκπτωσης 7% που το Νέο Δελχί διασφαλίζει έναντι των άλλων τύπων αργού.

Διόλου τυχαία, το Νέο Δελχί σε μια ασυνήθιστα έντονη δήλωση νωρίτερα αυτόν τον μήνα κατηγόρησε για δύο μέτρα και σταθμά την Ουάσινγκτον, η οποία ενώ την κατηγορεί για τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου συνεχίζει να αγοράζει εξαφθοριούχο ουράνιο, παλλάδιο και λιπάσματα από τη Ρωσία.

Το Νέο Δελχί υπογράμμισε ακόμη ότι άλλες χώρες που έχουν αυξήσει τις αγορές ρωσικού πετρελαίου μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, όπως η Κίνα, δεν έχουν τιμωρηθεί από την Ουάσινγκτον, ενώ αποκάλυψε ότι η προηγούμενη κυβέρνηση των ΗΠΑ υπό τον Τζο Μπάιντεν είχε υποστηρίξει τις αγορές ρωσικού πετρελαίου προκειμένου να διατηρηθούν σταθερές οι διεθνείς τιμές. Η ινδική κυβέρνηση δεν αποκλείει πάντως το ενδεχόμενο αγοράς αμερικανικού πετρελαίου, που αποτελεί όπως φαίνεται και τον πραγματικό λόγο των νέων δασμών του Τραμπ. Σε όλες σχεδόν τις διμερείς εμπορικές συμφωνίες ο Τραμπ απαίτησε από τους εταίρους του αγορές αμερικανικού πετρελαίου.