Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να ανεγερθεί μνημείο προς τιμήν των θυμάτων και αγνοουμένων της τουρκικής εισβολής του 1974 είναι, αναμφίβολα, μια συμβολική πράξη αναγνώρισης και σεβασμού. Ομως, για να έχει πραγματικό νόημα ένα τέτοιο μνημείο πρέπει να μιλήσει για όλους τους Κύπριους – Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, θύματα όχι μόνο της εισβολής, αλλά και των χρόνων που προηγήθηκαν.
Γιατί η ιστορία της Κύπρου δεν χωρίζεται σε πριν και μετά το 1974. Ολα είναι αλληλένδετα. Η τουρκική εισβολή δεν έπεσε από τον ουρανό· ήταν η τραγική κορύφωση μιας πορείας που είχε ήδη σημαδευτεί από συγκρούσεις, φόβο, εθνικισμούς και σιωπηλά εγκλήματα. Από τις ενδοκοινοτικές ταραχές των δεκαετιών του ’50 και του ’60, μέχρι τις εκκαθαρίσεις χωριών και τις απαγωγές αμάχων, ο πόνος είχε ήδη απλωθεί και στις δύο πλευρές.
Αυτό δεν σημαίνει ισοπέδωση ευθυνών, ούτε απάλειψη της ιστορικής αλήθειας. Σημαίνει, όμως, ότι ο πόνος δεν έχει εθνότητα. Κανείς δεν μπορεί να χτίσει ειρήνη επάνω σε μερική μνήμη.
Ενα μνημείο που θα τιμά μόνο τους Ελληνοκύπριους νεκρούς είναι μεν δίκαιο απέναντι στα θύματα του 1974, αλλά ατελές απέναντι στην αλήθεια. Γιατί υπήρξαν και Τουρκοκύπριοι που χάθηκαν, που δολοφονήθηκαν, που ξεριζώθηκαν από σπίτια –από και τις ζωές τους– χρόνια πριν η Τουρκία εισβάλει στο νησί.
Η Κύπρος εξακολουθεί να ζει με τα φαντάσματα εκείνης της περιόδου. Με τις φωτογραφίες των αγνοουμένων που δεν έχουν ακόμα βρει απάντηση, με τους πρόσφυγες που δεν γύρισαν ποτέ, με τις οικογένειες που ακόμα δεν ξέρουν πού να αφήσουν ένα λουλούδι. Αυτές οι πληγές δεν επουλώνονται αν θυμόμαστε επιλεκτικά. Επουλώνονται μόνο όταν αναγνωρίζουμε ότι ο πόνος του «άλλου» είναι και δικός μας.
Ενα μνημείο για όλους τους Κύπριους δεν θα ακυρώσει καμιά ιστορική ευθύνη· αντίθετα, θα προσφέρει χώρο για συλλογική κάθαρση. Θα πει ότι η μνήμη δεν ανήκει σε ένα στρατόπεδο, αλλά στο νησί ολόκληρο. Θα δώσει φωνή σε όσους σιώπησαν από φόβο ή ενοχή. Και, κυρίως, θα στείλει το μήνυμα ότι η Κύπρος δεν θέλει να μείνει φυλακισμένη στα τραύματά της, αλλά να τα μετατρέψει σε γνώση, σε σεβασμό, σε κοινή πορεία.
Η Ιστορία μάς δίδαξε, με τον πιο σκληρό τρόπο, ότι όταν θυμόμαστε χωριστά, πονάμε διπλά. Το κοινό μνημείο που ονειρευόμαστε δεν είναι θέμα πολιτικής ισορροπίας· είναι θέμα ανθρωπιάς. Γιατί, τελικά, η ειρήνη δεν γεννιέται από το ξαναγράψιμο της Ιστορίας, αλλά από το μοίρασμα της μνήμης.
*Συγγραφέας
