Ενας ευφυέστατος και ατακαδόρος καλαμπουρτζής, τόσο ευαίσθητος πολιτικά που να τσούζει λίγο χωρίς να ενοχλεί πολύ, είναι ο Αμερικανός Τζίμι Κίμελ.
Ξεκίνησε από τον κολεγιακό ραδιοφωνικό σταθμό στο Φίνιξ της Αριζόνα στα νιάτα του, στη δεκαετία του ’80, κι έφτασε να παρουσιάζει, εδώ και 23 χρόνια, το δημοφιλέστατο νυχτερινό σόου «Jimmy Kimmel Live!» στο κανάλι ABC.
Δομή κλασική: έναρξη με χιουμοριστικό πρόλογο, παρέλαση καλεσμένων, προβολή σύντομων βίντεο, σκετσάκια και η-μπάντα-που-παίζει-τα-πάντα μόνιμα στο πλατό.
Το σχόλιό του στις 15 Σεπτεμβρίου ότι «η συμμορία MAGA» («Make America Great Again») του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ προσπαθεί απεγνωσμένα να αποστασιοποιηθεί από «το παιδί που δολοφόνησε τον Τσάρλι Κερκ» για να αποκομίσει πολιτικά οφέλη, πυροδότησε εκρήξεις αντιδράσεων από την κυβέρνηση της Ουάσινγκτον και από (ακρο)δεξιούς σχολιαστές παντός βεληνεκούς.
Το ABC και η ιδιοκτήτρια εταιρεία του, η Walt Disney, πρώτα ανακοίνωσαν ότι ο Κίμελ απομακρύνεται «επ’ αόριστον» από τον σταθμό ως ασεβής και ακραίος. Επειτα από μία εβδομάδα το ξανασκέφτηκαν και αποφάσισαν την επιστροφή του.
Παρόλο που δεκάδες τοπικά κανάλια είχαν κόψει το σόου, η τηλεθέαση της πρώτης εκπομπής μετά την επιστροφή υπερτριπλασιάστηκε. Την παρακολούθησαν 6,3 εκατομμύρια άνθρωποι στην τηλεόραση και 26 εκατομμύρια στο youtube και στα σόσιαλ μίντια.
Μαζεμένος, σχετικά ταπεινός, ο Κίμελ μίλησε για παρεξήγηση και υπενθύμισε ότι είναι πιστός καθολικός. Οχι, δεν κάλεσε σε… εξέγερση κατά του Τραμπ. Εριξε τις σπόντες του, αλλά κυρίως μίλησε σαν πληγωμένος γελωτοποιός.
Στα 58 του σήμερα, γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη και μεγάλωσε στην Αριζόνα και την Καλιφόρνια. Ιταλικές ρίζες από τη μητέρα, γερμανικές από τον πατέρα. Δεν σπούδασε τίποτα. Λάτρευε τα σπορ, τριγυρνούσε από εκπομπή σε εκπομπή ως «ευχάριστος» καλεσμένος, έγινε επαγγελματίας του θεάματος, έστησε εταιρείες παραγωγής «περιεχομένου» που λέμε μεταφράζοντας το αγγλικό «content», έπαιζε ως γκεστ σταρ σε ταινίες. Καμιά φορά έπαιζε και μπάσο κλαρινέτο, όχι με απαιτήσεις – αγνός χομπίστας.
Με φάτσα συνηθισμένη, ελαφρώς περιπαικτική, παρουσίασε κάμποσες φορές τα βραβεία Οσκαρ και τα βραβεία Εμι.
Δεν ήταν άμαθος από γκάφες ο Κίμελ. Κάποτε συζητούσε on air με παιδάκια πέντε και έξι ετών, να πουν τη γνώμη τους για τα προβληματικά δημόσια οικονομικά των ΗΠΑ – αφού οι μεγάλοι είναι ανίκανοι να βρουν λύση. «Μήπως να σκοτώναμε όλους τους Κινέζους;» πρότεινε ένας πιτσιρικάς. «Πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα!» σχολίασε ο Κίμελ κι έτρεχε μετά να ζητάει συγγνώμη από τους κινεζοαμερικανούς.
Αλλοτε πάλι, στον τελικό του NBA το 2004, Ντιτρόιτ Πίστονς εναντίον Λος Αντζελες Λέικερς, είπε ότι «αν νικήσουν οι Πίστονς θα κάψουνε από τον ενθουσιασμό τους την πόλη τους, το Ντιτρόιτ – που δεν της αξίζει ούτε να καεί…». Νέες παρεξηγήσεις, νέες εξηγήσεις.
Και μια φορά, το 2010, πρόσβαλε τον τηλεπαρουσιαστή Τζέι Λένο, ο οποίος έκανε το λάθος να τον καλέσει στο NBC. «Διαδέχτηκες στην ίδια εκπομπή τον Κόναν Ο Μπράιεν» του είπε ο Κίμελ. «Δεν παρατάς ήσυχα τα σόου μας; Εγώ και ο Κόναν έχουμε παιδιά, εσύ έχεις αυτοκίνητα».
Πταίσματα όλα αυτά, σχεδόν περασμένα-ξεχασμένα, μπροστά στους κεραυνούς του Τραμπ, στην απειλή που ξεστόμισε ο ακροδεξιός κέρβερος Μπρένταν Καρ, επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Επικοινωνιών (FCC) ότι μπορεί να ανακληθεί η άδεια λειτουργίας του ABC και στα γιουχαΐσματα από την εξέδρα των ψεκασμένων του MAGA.
Είναι πολλά τα λεφτά από το τηλεοπτικό προϊόν. Τα μεγάλα κανάλια στις ΗΠΑ βγάζουν δισεκατομμύρια δολάρια ισορροπώντας ανάμεσα στους θρησκόληπτους ένοπλους του Midwest και στους προοδευτικούς των δύο ακτών. Οι διαφημιστές καθορίζουν το μέσο γούστο και τις καταναλωτικές συνήθειες. Η πολιτική ορθότητα επελαύνει σαν το ιππικό σε γουέστερν και η woke ατζέντα αγωνίζεται να καθαρίσει τη ρετσινιά που, μάλλον οριστικά, της κολλήσανε.
«Ενα γέλιο θα τους θάψει» επέμενε αισιόδοξα το παλαιό σύνθημα. Ομως περιπτώσεις σαν του Τζίμι Κίμελ δείχνουν ότι το τηλε-γέλιο στα μεγάλα κανάλια είναι πρωτίστως βαλβίδα αποσυμπίεσης της κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Οποιος γουστάρει πραγματικά αιχμηρή, ενοχλητική, ανατρεπτική σάτιρα αξίζει να περιπλανηθεί στους χιλιάδες σταντ απ κωμικούς των μικρών σκηνών, των κοινωνικών δικτύων και του youtube. Εκεί που η πολιτική ορθότητα πάει περίπατο και η αμφισβήτηση κατεδαφίζει παρηγοριές και βεβαιότητες.
Ο Κίμελ λοιδορήθηκε, απολογήθηκε, αλλά γρήγορα ξανασηκώθηκε όρθιος. Καβάλησε το (δίκαιο) κύμα συμπαράστασης από συναδέλφους του, από ηθοποιούς του «αριστερού Χόλιγουντ» του μεγέθους μιας Μέριλ Στριπ και ενός Ρόμπερτ ντε Νίρο, από τραγουδιστές και μουσικούς, συνδικάτα εργαζομένων, κοινωνικές ομάδες και ασφαλώς από μια αόρατη στρατιά τηλεθεατών.
Η επιστροφή του στα νυχτερινά σαλόνια εκατομμυρίων αμερικανικών νοικοκυριών έχει τη γεύση της νίκης. Κι ας μοιάζει βέβαιο πως ο τραμπισμός σύντομα θα ξαναχτυπήσει στα ΜΜΕ.
«Κανονίσαμε να βγούμε live από Νέα Υόρκη τις επόμενες μέρες, απ’ τη Μουσική Ακαδημία του Μπρούκλιν» είπε ο Τζίμι το βράδυ της περασμένης Πέμπτης.
«Τώρα πρέπει να μετακινούμαστε συνέχεια, μη μας πιάσει το “FCC”! Θα πάω και στο Μέγαρο του ΟΗΕ να δω την κυλιόμενη σκάλα που σταμάτησε με τον Τραμπ επάνω. Ενας δικός του καμεραμάν ενεργοποίησε κατά λάθος τον μηχανισμό ασφαλείας. Αλλά όχι! Η MAGA-θα Κρίστι και οι ατζαμήδες ντετέκτιβ της δεν το πιστεύουν. Ανέλαβαν την υπόθεση, είναι σαμποτάζ. Ο πρόεδρος δραπέτευσε υπό περιπετειώδεις συνθήκες».
Γιατί τoν επιλέξαμε
Διότι πίσω από τα αστεία, τα υπονοούμενα, τους φανταχτερούς καλεσμένους, τις live μπάντες και το βραδινό τηλεθέαμα «για όλη την οικογένεια» ο 58χρονος Κίμελ έδειξε, άθελά του, το πεδίο μάχης όπου κονταροχτυπιούνται η αλλοπρόσαλλα συντηρητική Αμερική του Τραμπ με τη φιλελεύθερη και ανεκτική Αμερική της Νέας Υόρκης, της Βοστόνης και του Λος Αντζελες.
