Πολιτικό σκάνδαλο έχει ξεσπάσει στις ΗΠΑ μετά τα μηνύματα που διέρρευσαν από ομαδικές συνομιλίες αποκαλύπτοντας ρατσιστικές, αντισημιτικές δηλώσεις υποκίνησης βίας από προσωπικότητες όλου του ιδεολογικού φάσματος του πολιτικού κατεστημένου. Τα μηνύματα στάλθηκαν ιδιωτικά και περιλαμβάνουν ρατσιστικές προσβολές, επαίνους για τους ναζί, απειλές πολιτικής βίας. Προκαλεί εντύπωση ότι οι συντάκτες των μηνυμάτων δεν αισθάνθηκαν τον κίνδυνο πως θα μπορούσαν να εκτεθούν, αλλά ένιωθαν μάλλον πολιτικά «άτρωτοι».
Στις 2.900 σελίδες συνομιλιών που διέρρευσαν, οι μαύροι Αμερικάνοι αποκαλούνταν με υποτιμητικά σχόλια που παρέπεμπαν στη δουλεία, ένα μέλος μιλούσε για «βιασμό εχθρών» και γινόταν λόγος για αποστολή ανθρώπων στην αίθουσα αερίων.
Το μεγάλο πολιτικό σκάνδαλο εντείνει την ανησυχία ομάδων και ειδικών στην πολιτική γλώσσα πως η βίαιη και ρατσιστική ρητορική μίσους γίνονται όλο και πιο συνηθισμένες στις ΗΠΑ του Τραμπ, μετά από δεκαετίες σκληρών αγώνων για τα πολιτικά δικαιώματα που αποσκοπούσαν στην εξάλειψη τέτοιων δηλητηριώδη φρονημάτων. Οι άνθρωποι εκφράζουν βίαιες και ρατσιστικές απόψεις σε ιδιωτικά περιβάλλοντα. Όμως σε αυτή την υπόθεση, η διαρροή των μηνυμάτων είναι αξιοσημείωτη καθώς έφερε στην επιφάνεια τις αφιλτράριστες και σοκαριστικές απόψεις πολιτικών προσώπων.
Έκθεση του Politico στις 14 Οκτωβρίου αποκάλυψε ότι ομάδα περίπου δώδεκα νεαρών ηγετών των Ρεπουμπλικάνων είχε ανταλλάξει ρατσιστικά και αντισημιτικά μηνύματα στο Telegram μεταξύ Ιανουαρίου και μέσα Αυγούστου, αναφερόμενοι στους μαύρους ως «μαϊμούδες» και με έναν από αυτούς να δηλώνει «αγαπώ τον Χίτλερ».
Στις 3 Οκτωβρίου, κείμενα που διέρρευσαν και δημοσιεύθηκαν από το National Review αποκάλυψαν ότι ο Jay Jones, ο υποψήφιος των Δημοκρατικών για την θέση του ανώτατου αξιωματούχου επιβολής του νόμου της Βιρτζίνια, έστειλε ιδιωτικό μήνυμα το 2022 λέγοντας ότι ένας Ρεπουμπλικάνος της πολιτείας θα έπρεπε να πυροβοληθεί και ότι θα ουρούσε στους τάφους των πολιτικών του αντιπάλων. Ειδικότερα, είπε ότι ο πρώην πρόεδρος της Βουλής της Βιρτζίνια Todd Gilbert θα έπρεπε να πάρει «δύο σφαίρες στο κεφάλι» και φαντάστηκε τα παιδιά του να πεθαίνουν.
Και αυτή την εβδομάδα, ο υποψήφιος του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για την ηγεσία ομοσπονδιακής εποπτικής αρχής, Paul Ingrassia, αποσύρθηκε από την υποψηφιότητα του αφού έχασε την υποστήριξη σημαντικών Ρεπουμπλικάνων νομοθετών, μετά από αναφορές ότι είχε περιγράψει τον εαυτό του ως έχοντα «ναζιστικές τάσεις» σε ιδιωτική ανταλλαγή μηνυμάτων. Ο Ingrassia, πρώην ακροδεξιός podcaster, ήταν ο υποψήφιος του Τραμπ για την ηγεσία του γραφείου ειδικού συμβούλου, το οποίο διερευνά καταγγελίες εναντίον κυβερνητικών πληροφοριοδοτών. Η υποψηφιότητά του κατέρρευσε μετά το δημοσίευμα του Politico τη Δευτέρα που αποκάλυψε πως ο Ingrassia είπε σε συνομιλία μέσω μηνυμάτων πέρυσι ότι «έχω μια ναζιστική τάση μέσα μου κατά καιρούς». Έγραψε επίσης ότι η εορτή του Ιανουαρίου προς τιμήν του ηγέτη των πολιτικών δικαιωμάτων των μαύρων Μάρτιν Λούθερ Κινγκ Τζούνιορ «πρέπει να καταργηθεί και να πεταχτεί στον έβδομο κύκλο της κόλασης, όπου ανήκει».
Ειδικοί στη διαδικτυακή κουλτούρα και τον πολιτικό λόγο λένε στο Reuters πως οι προκλητικές ομαδικές συνομιλίες αντανακλούν μια ψευδή αίσθηση ιδιωτικότητας και ασφάλειας, παρά το γεγονός ότι τα μηνύματα αποτελούν μόνιμο αρχείο και μπορούν να διαρρεύσουν. Ταυτόχρονα, τα μέλη των ομαδικών συνομιλιών μερικές φορές υποθέτουν λανθασμένα ότι μπορούν να εμπιστευτούν τους συναδέλφους τους, ενώ οι συμμαχίες, οι φιλοδοξίες και τα κίνητρα μπορούν να αλλάξουν με την πάροδο του χρόνου, ειδικά στην πολιτική. «Υπάρχει μια ψευδαίσθηση οικειότητας».
Η Black Conservative Federation, μια ομάδα μελών που προσπάθησε να προσελκύσει τους μαύρους ψηφοφόρους για τη δεύτερη θητεία του Τραμπ, κάλεσε τους ηγέτες των Ρεπουμπλικάνων να καταδικάσουν τα μηνύματα της ομάδας συνομιλίας των Νέων Ρεπουμπλικάνων «χωρίς δισταγμό ή δικαιολογίες».
Ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε σε αίτημα του Reuters για σχόλιο σχετικά με το περιεχόμενο της ομαδικής συνομιλίας των νέων Ρεπουμπλικάνων, τα μηνύματα κειμένου του Jay Jones και τα φερόμενα ιδιωτικά μηνύματα κειμένου του Paul Ingrassia.
Τα σκάνδαλα με τα μηνύματα προκάλεσαν ευρεία καταδίκη απ’ όλο το πολιτικό φάσμα, αν και ο αντιπρόεδρος Τζέι ντι Βανς – ενώ χαρακτήρισε τα μηνύματα των νέων Ρεπουμπλικάνων «πραγματικά ανησυχητικά» – κατηγόρησε τους επικριτές ότι «κάνουν φασαρία για το τίποτα» και αναφέρθηκε στους συμμετέχοντες στη συνομιλία ως «παιδιά». Οι περισσότεροι ήταν στην ηλικία των 20 και 30 ετών.
Πολλοί από τους Ρεπουμπλικάνους που συμμετείχαν στην κατάπτυστη ομαδική συνομιλία έχασαν τις θέσεις τους ως πολιτικοί βοηθοί ή ως ηγέτες των νέων Ρεπουμπλικάνων. Ένας από αυτούς, γερουσιαστής από το Βερμόντ, παραιτήθηκε.
