Μια φορά κι έναν καιρό ήταν. Απαρεμφατικά. Τι ήταν, πού ήταν, γιατί ήταν, δεν παίζει κανέναν ρόλο. Ηταν. Και, πιστέψτε με, το να είσαι, απαρεμφατικά, διόλου εύκολο δεν είναι. Αυτή όμως ήταν. Oλη. Απ’ άκρη σ’ άκρη! Και σεβόταν τα πάντα γύρω της. Οσο μπορεί να σεβαστεί ο άνθρωπος, τελοσπάντων, καθώς η χώρα αυτή είχε και ανθρώπους – ε, τυχερά είν’ αυτά. Βλέπεις ο άνθρωπος, ούτε μούχλα να ’τανε. Οσο και να καθαρίσεις, τον βρίσκεις παντού. Σκοντάφτεις πάνω του (υπάρχουν, βέβαια, κάποιες φυλές που έχουν προσπαθήσει κατά καιρούς να μας απαλλάξουν από δαύτον, με κάτι κρεματόρια, δικτατορίες, παγκοσμίους, εμφυλίους, γενοκτονίες, γενοκτονίες στη Γάζα και άλλες γενοκτονίες στη Γάζα, αλλά αυτός εκεί – άνθρωποι παντού. Παλαιστίνιοι ίσως όχι, αλλά άλλοι άνθρωποι, καλύτεροι, ανώτεροι, «φάροι του δυτικού πολιτισμού». Αυτοί ολούθε!).
Οι άνθρωποι σ’ εκείνη τη χώρα, που ήταν (απαρεμφατικά), βρίσκονταν σε επαφή με τη φύση. Και, κοίτα να δεις τώρα: όχι μόνο εμπνέονταν από αυτή, αλλά μάθαιναν κιόλας. Ενας, ας πούμε, κοίταζε τ’ αστέρια και κατόρθωσε -μόνο με το βλέμμα του!- όχι μόνο να δώσει ακριβείς εκτιμήσεις για τα μεγέθη και τις αποστάσεις των πλανητών που ισχύουν έως σήμερα, αλλά ήταν και ο πρώτος που τοποθέτησε τον Ηλιο στο κέντρο. Με το μάτι αυτό τώρα. Πώς λέμε; «Με το μάτι, όσο σου βγει»; Ε, του Αρίσταρχου του Σάμιου του βγήκαν όλα!
Ενας άλλος πάλι, που στ’ όνομά του ορκίζονται ώς τα σήμερα οι γιατροί (έντιμοι και διεφθαρμένοι), ανέπτυξε την ιατρική επιστήμη με τη Φύση όχι ως απλό σκηνικό, αλλά ως πρωταγωνιστή της ίασης. Εβλεπε, λέει, τον άνθρωπο ως αναπόσπαστο μέρος του φυσικού κόσμου και θεωρούσε ότι η φύση είναι ο γιατρός των νόσων – αδιανόητα πράγματα! Ιπποκράτη τον έλεγαν. Ενας παράλλος, ο Θαλής, εξήγησε γιατί το νερό είναι η αρχή όλων των όντων – επειδή παρατηρούσε τη φύση όλο αυτό τώρα. Το ίδιο κι ο Αναξίμανδρος, που επειδή δεν την κατέστρεφε, μα την παρατηρούσε και δαύτος (για τη φύση λέμε πάντα, όχι για την εσωτερική μου γαλήνη – αυτή μου την έχουν κάνει ήδη κουρέλι) συμπέρανε ότι η ζωή προήλθε από τη θάλασσα. Για να μην πω για τον Αρχιμήδη και το δικό του «Εύρηκα».
Εντάξει, τόσο τους έκοβε, δε λέω, οπότε δεν παρεξηγώ. Αργότερα, όταν ο άνθρωπος άρχισε ν’ αποκόβεται από αυτή (για τη φύση ο λόγος πάντα) άρχισε να λέει και πιο σοφά πράγματα, όπως ότι καταγόμαστε από τους Αδάμ και Εύα, ότι αν δεν πιστεύουμε στον θεούλη θα καούμε στις φλόγες της κολάσεως, ότι είναι τρισεύγενο να τα έχεις καλά με τους παπάδες και τη θρησκεία, που ποτές δεν συνδέθηκε με παγκόσμια εγκλήματα και μαζικές δολοφονίες, δεν είναι δα και ηλίθιος ο Μητσοτάρχας που έδωσε τις προάλλες 100 εκατομμύρια μπουναμά στο Αγιον Ορος και μετά πήγε διακοπές, αυτός κι η ομορφάδα του κι οι κοιλιακοί του.
Και μετά κάτι φωτιές άρπαξε η Ελλάδα, πολλές φωτιές, για τις οποίες φταίμε εμείς, που δεν πάμε εθελοντικά να τις σβήσουμε όπως λέει η τρισεύγενη Σοφία Βούλτεψη, που έχει και το όνομα και τη χάρη και δυνατό κλιματιστικό, αλλά πάνε κάτι που τους λένε «εποχιακοί» και έχουμε 18.000 ανθρώπους για να σβήσουν πάνω από 4 εκατ. στρέμματα γης που κάηκαν στην Ελλάδα επί Μητσοτάρχα (σε προλαβαίνω: επί ΣΥΡΙΖΑ κάηκαν περίπου 850.000, αλλά ένεκα που ήταν άθεος ο έτσι και η φωτιά έπεσε μόνο στο κεφάλι του και όχι στη χώρα, ενώ τώρα δεν έπεσε στον αλλιώς, που είναι θεοχορηγούμενος, αλλά στα κεφάλια μας) κι έναν Κεφαλογιάννη έχουμε που λέει ό,τι του κατέβει, αλλά είναι γόνος και μπορεί, και έναν Αδωνη που λέει πως τα δάση αυτό κάνουν: καίγονται.
Κι εγώ ακούω. Κι επιλέγω να πάω πίσω. Οχι στη χώρα του Αναξίμανδρου- δεν υπάρχει πια. Στην ποίηση του Χικμέτ κρύβω την ανάσα μου: «Αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, αν δεν καούμε εμείς, πώς θα γενούνε τα σκοτάδια λάμψη;»… Μονάχα έτσι. Φωτιά για τη φωτιά. Ναι. Μονάχα έτσι. Απαρεμφατικά.
