Παρακολουθώντας την παραφιλολογία περί «στρατηγικής συμμαχίας με το Ισραήλ», ως πανάκεια για τη λύση των προβλημάτων μας με την Τουρκία, μου ήρθε στον νου η θεωρία του διπλού δεσμού. Διπλό δεσμό ονομάζουν οι ψυχολόγοι έναν μηχανισμό βραχυκυκλώματος της σκέψης, όταν γινόμαστε αποδέκτες δύο αλληλοακυρούμενων μηνυμάτων που υποστηρίζονται από ένα άρρητο τρίτο: απαγορεύεται να σκεφτείς το παράδοξο της κατάστασης. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε από τον διαπρεπή ψυχίατρο και καλό φίλο Νίκο Σιδέρη στο βιβλίο του «Μιλώ για την κρίση με το παιδί» (Μεταίχμιο 2013), για να περιγράψει το μούδιασμα της κοινωνίας τα πρώτα χρόνια των μνημονίων.
Το παράδειγμα που δίνει καθιστά σαφή την έννοια: «Στην Ελλάδα της κρίσης, αυτή η επικοινωνιακή μηχανή παραγωγής διανοητικής εμπλοκής συνίσταται στο εξής σύμπλεγμα: Ενα πρώτο μήνυμα λέει: Αν αντισταθείς, χάθηκες (=πτώχευση, καταστροφή…). Ενα δεύτερο μήνυμα λέει: Αν υποκύψεις, χάθηκες (=ανεργία, φτώχεια, μιζέρια, απόγνωση…). Κι ένα τρίτο απαγορεύει τη σκέψη, εφόσον είναι μονόδρομος γιατί το είπε η τρόικα».
Ο διπλός δεσμός, λοιπόν, είναι μηχανισμός επίθεσης στη σκέψη. Υπονομεύει την ορθολογική εκτίμηση και προσδοκία. Εξουθενώνει την προσπάθεια συλλογισμού και κατανόησης και εκτρέφει την αδιέξοδη απελπισία, την παραίτηση, τη σχιζοφρένεια και, εντέλει, την υποταγή. Ο καθένας μας έχει εμπειρία τέτοιων καταστάσεων από τον προσωπικό του βίο. Μπορεί να γίνει καταστροφικό όπλο στα χέρια χειριστικών ανθρώπων. Κυρίως όμως δηλώνει μια δική μας αδυναμία να σκεφτούμε και να ενεργήσουμε «έξω από το κουτί» στο οποίο έχουμε αυτοπαγιδευτεί, με δική μας ευθύνη, από δική μας ανωριμότητα. Το «κουτί» εδώ είναι οι ιδεοληψίες μας, δηλαδή αστόχαστες παραδοχές, που μας παρέχουν μια εύκολη ψευδαίσθηση ασφάλειας, από την οποία αρνούμαστε να εξέλθουμε· αρνούμαστε να τη δούμε καν ως πρόβλημα. Αυτό βεβαίως συμβαίνει όχι μόνο στις ιδιωτικές σχέσεις, αλλά και στον δημόσιο βίο.
Τούτου λεχθέντος, έχω τον πειρασμό να δοκιμάσω αυτή την ιδέα και στο πεδίο των γεωπολιτικών προβληματισμών για το μέλλον της χώρας. Η Ελλάδα απειλείται από μια χώρα η οποία ανήκει στο ίδιο γεωπολιτικό στρατόπεδο. Η Τουρκία είναι Δύση. Οσο και εμείς. Και μάλιστα με πιο ουσιαστικό στρατηγικά τρόπο από όσο εμείς. Πρόσφατα αναγνωρίστηκε ως η ραχοκοκαλιά του ευρωπαϊκού επανεξοπλισμού και θα ενταχθεί στη SAFE. Μεθ’ ου πολύ, θα αγοράζουμε από αυτήν τα οπλικά μας συστήματα. Αν μείνουμε στο ίδιο στρατόπεδο, είναι αναμενόμενο λογικά, αλλά και αποδεδειγμένο ιστορικά, ότι αυτό δεν μας παρέχει καμία ασφάλεια έναντι της τουρκικής επεκτατικότητας.
Θα αποτελούσε μήπως διέξοδο η υποτιθέμενη –και ανύπαρκτη, άλλωστε, εκτός της φαντασίας ορισμένων συμπολιτών μας– «στρατηγική συμμαχία» με το Ισραήλ; Η χώρα αυτή όμως αποτελεί μια μοναδική εξαίρεση: δεν υπάρχει καμία άλλη χώρα στον κόσμο που να έχει μεγαλύτερη επιρροή στον ηγέτη του δυτικού κόσμου, τις ΗΠΑ. Είναι δε η μόνη χώρα στη Δύση που, ενώ προωθεί τον γκλομπαλισμό και την απαξίωση του εθνικού κράτους για τους άλλους, η ίδια αποτελεί το τελευταίο εθνοκεντρικό προπύργιο του εποικιστικού-αποικιοκρατικού, θεοκρατικού εθνικισμού.
Χαμένοι αν υποταγούμε στην Τουρκία, χαμένοι και αν αποθέσουμε τις ελπίδες μας στην κατ’ εξοχήν αναθεωρητική δύναμη της περιοχής, η οποία αυτοεξαιρείται –με τη στήριξη της Δύσης– από κάθε διεθνή νομιμότητα και ηθική.
Αναρωτιέται λοιπόν κανείς: πώς μπορεί να υπάρξει πατριωτική λύση εντός του γκλομπαλιστικού στρατοπέδου, που συστηματικά κατακερματίζει τις εθνικές επικράτειες, μετατρέποντάς τες σε μικρά και δουλικά προτεκτοράτα; Εκεί πάντα θα βρισκόμαστε δέσμιοι διπλού δεσμού. Η διαμάχη που διεξάγεται σήμερα μεταξύ τουρκικού και ισραηλινού επεκτατισμού κατ’ αρχήν βεβαίως μας ευνοεί. Θα ήταν τραγικό λάθος, όμως, να υπερτιμήσουμε τη διελκυστίνδα αυτή μεταξύ δυο παραδοσιακών συμμάχων, η οποία εύκολα ή δύσκολα θα καταλήξει σε κάποιο μοίρασμα, χάριν του καλού της Δύσης. Ενα ολέθριο ενδεχόμενο θα ήταν η ενεργός ανάμειξή μας σε αυτή την προστριβή, που θα μετέβαλλε τη χώρα σε proxy του Ισραήλ. Διότι όταν μια χωρά χωρίς εθνική στρατηγική «συμμαχεί» με μια άλλη, που έχει ισχυρή αναθεωρητική ατζέντα, καθίσταται υποχείριό της. Μετά την εμπλοκή μας στο μέτωπο που θα συνέφερε το Ισραήλ –κατά πάσα πιθανότητα στην, ήδη ταχέως αποικιοποιούμενη από αυτό, Κύπρο–, θα οδηγούσε σε αναμέτρηση με την Τουρκία σε όλο το μήκος των συνόρων. Κανένα Ισραήλ και καμία Δύση δεν θα είχε συμφέρον να μας στηρίξει σε έναν τέτοιο πόλεμο. Το Ισραήλ δεν είναι σε θέση να πολεμήσει ούτε να επιβιώσει ένα 24ωρο χωρίς αμερικανική στήριξη. Η δε Τουρκία, είναι υπερπολύτιμη για τη Δύση όσο δεν διαλύεται η Ρωσία και δεν αλλάζει το καθεστώς της Τεχεράνης. Η Ελλάδα πιθανότατα θα ζούσε ένα déjà vu της τραγικής εμπειρίας που είχε πριν από έναν αιώνα στη Μικρά Ασία.
Οσο είμαστε παγιδευμένοι στον διπλό δεσμό, όποια άκρη του σχοινιού και να τραβήξουμε, απλώς θα σφίξουμε περισσότερο τη θηλιά στον λαιμό μας.
* Ομότιμος καθηγητής Ηθικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας ΑΠΘ
