ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σωτήρης Στ. Λίβας*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μπορεί κανείς να βγάλει έγκυρα συμπεράσματα για την εξέλιξη των πραγμάτων σήμερα μέσα από μια σύγκριση της κατάστασης στα δυο πιο προβεβλημένα πολεμικά μέτωπα των τελευταίων ετών; Συγκρίνοντας δηλαδή το πώς διαμορφώνεται η κατάσταση στον πόλεμο μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας (σε σχέση ιδίως με τις πολυαναμενόμενες συζητήσεις μεταξύ Τραμπ και Πούτιν) με το σφαγείο της Γάζας (λαμβάνοντας υπόψη τις τελευταίες προτάσεις Νετανιάχου για την κατάληψη της πόλης της Γάζας);

Ξεκινώντας από τις διαπραγματεύσεις για το Ουκρανικό, δεν μπορεί κανείς να μην παρατηρήσει ότι πολύς λόγος έχει ήδη γίνει για τον τόπο που έχει επιλεγεί για τη συνάντηση –την Αλάσκα–, με πολλούς ειδικούς να σχολιάζουν τον συμβολισμό της επιλογής και να θυμίζουν την εκ μέρους των ΗΠΑ αγορά της Πολιτείας από τη Ρωσία το 1867 έναντι μόλις 7,2 εκατομμυρίων δολαρίων. Οταν μιλάμε όμως για τα σύμβολα και τη χρήση τους στην πολιτική πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί – πόσο μάλλον όταν μιλάμε για τη ρωσική αντίληψη για το βάθος και τη διαρκή επικαιρότητα της ιστορίας. Αλλωστε, η αποδοχή του τόπου της συνάντησης από την πλευρά του Κρεμλίνου προδίδει μια ασυνήθιστη για Ρώσους αδιαφορία για τέτοια θέματα – μάλλον συμβολική της δικής τους αίσθησης ελέγχου της κατάστασης. Και από την άλλη μεριά, η Ιστορία πολλές –τις περισσότερες ίσως– φορές κάνει κύκλους και προσφέρει ευκαιρίες ανταπόδοσης και εκδίκησης σε αυτούς που μπορούν και περιμένουν – ενάμιση αιώνα στην περίπτωσή μας.

Συμβολική, από την άλλη μεριά και στο άλλο μέτωπο, είναι η εκτέλεση του Ανάς αλ-Σαρίφ και των άλλων πέντε δημοσιογράφων στη Γάζα – συμβολική όχι μόνο της αδιαφορίας του ισραηλινού στρατού προς το διεθνές δίκαιο, αλλά κυρίως μιας προσπάθειας επιβολής ενός συγκεκριμένου τρόπου αντιμετώπισης και ενός τρόπου ιδιαίτερης επιλογής και ερμηνείας των πραγμάτων, σύμφωνα με τον οποίο μοναδικός υπεύθυνος για να αποφασίσει αν κάποιος είναι δημοσιογράφος (υπάλληλος ανθρωπιστικής οργάνωσης ή γιατρός παλαιότερα) ή τρομοκράτης είναι ο IDF και το Ισραήλ και κανείς άλλος. Και αντικείμενο αυτής της προσπάθειας, βεβαίως, είναι ο έλεγχος επί των πληροφοριών και επί του τρόπου διαμόρφωσης της συνολικής εικόνας.

Δεν είναι τυχαία η χρονική συγκυρία των θανάτων – που σχεδόν συνέπεσαν με την ανακοίνωση για τη συνέχιση των επιχειρήσεων του IDF και τη σχεδιαζόμενη κατάληψη της πόλης της Γάζας. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: διαμορφώνουμε την αλήθεια, ελέγχουμε την πληροφορία και τη μνήμη και οδηγούμε τα πράγματα εκεί που θέλουμε: σε μια «προσωρινή» κατοχή της Λωρίδας που θα καταστήσει ευκολότερη την εθνοκάθαρση και που, με τη σειρά της, θα εξελιχθεί σε μια μονιμότερη διευθέτηση – με τη βοήθεια κάποιων φιλικών, αραβικών και μουσουλμανικών, χωρών που θα αναλάβουν, υποτίθεται, το βάρος και την ευθύνη της διακυβέρνησης και της ανασυγκρότησης της ρημαγμένης περιοχής.

Μόνο που όσο συνεχίζεται ο πόλεμος τόσο μεγαλύτερο γίνεται το αδιέξοδο της ισραηλινής κυβέρνησης, του Ισραήλ και της ισραηλινής κοινωνίας γενικότερα. Μια τέτοιου είδους διευθέτηση προϋποθέτει ένα ηθικό κεφάλαιο, που έχει, εδώ και καιρό, πλήρως εξανεμισθεί. Και η όποια προσπάθεια προσέγγισης και των πιο μετριοπαθών ακόμη μουσουλμανικών χωρών οδηγεί στο κενό. Πρόσφατο παράδειγμα, η Ινδονησία –μια χώρα που είχε συμπεριληφθεί, στο πρόσφατο παρελθόν, στον κατάλογο των χωρών που θα μπορούσαν να υποδεχθούν Παλαιστίνιους από τη Γάζα και όπου όλες οι δημοσκοπήσεις φανερώνουν μια όλο και πιο αρνητική κοινωνική αντιμετώπιση του Ισραήλ – κάτι που βεβαίως πρέπει να λάβει υπόψη του ο πρόεδρος της χώρας Πραμπόβο Σουμπιάντο. Γίνεται, δηλαδή, όλο και πιο φανερό ότι η επόμενη μέρα της Γάζας δεν μπορεί να ξεκινήσει χωρίς τους ίδιους τους κατοίκους της – και χωρίς τις συνθήκες εκείνες που θα επιτρέπουν αυτό που πολλές φορές προβάλλεται ως ιδεατό στη Δύση: τον απεγκλωβισμό της κοινωνίας της Γάζας από τον έλεγχο της Χαμάς.

Αυθαίρετη –και χωρίς τη συμμετοχή των αμέσως ενεχομένων– προσπάθεια διαμόρφωσης της κατάστασης μπορεί να πει κανείς ότι υπάρχει και στις συζητήσεις της Αλάσκας. Αλλωστε, οι διαπραγματεύσεις θα διεξαχθούν χωρίς την παρουσία των Ουκρανών και των Ευρωπαίων. Και οι όποιες αποφάσεις θα πρέπει μετά να «επιβληθούν» σε μέρη που ήδη έχουν εκφράσει την απροθυμία τους.

Ομως, εδώ, κατά τη γνώμη μου, ξεκινούν οι διαφορές. Είναι φανερό ότι ο Τραμπ προσέρχεται στις συζητήσεις με την προσοχή του σχεδόν τελείως στραμμένη στο εσωτερικό μέτωπο – στις κόντρες με τα ΜΜΕ του οργανισμού Μέρντοχ, το σκάνδαλο Επστάιν, την εναγώνια προσπάθεια για μια μεγάλη διεθνή επιτυχία. Ο Πούτιν, από την άλλη μεριά, προσέρχεται με τον αέρα του ηγέτη που μπορεί, «υπεύθυνα», είτε να παραχωρήσει κάποια κατακτημένα εδάφη για να εμπεδώσει την κυριαρχία του, με την έγκριση του Λευκού Οίκου, και να πετύχει τους πραγματικούς του στόχους, είτε να αναμένει την άρνηση Ζελένσκι για να συνεχίσει τις πολεμικές του επιχειρήσεις. Σε κάθε περίπτωση, έχει ήδη κερδίσει.

*Καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο