ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οταν ένα φεστιβάλ επιλέγει ταινίες με χιούμορ (άμεσο, μαύρο ή υποδόριο), τότε κάτι πάει πάρα πολύ καλά στον πολιτισμό. Χρόνια είχαμε να δούμε κάτι παρόμοιο, γενικά στον ελληνικό κινηματογράφο, πόσο μάλλον σε ταινίες μικρού μήκους. Και αναφέρομαι στο ελληνικό πρόγραμμα του 48ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας που ολοκληρώθηκε (εντελώς «δραματικά» ολοκληρώθηκε εξαιτίας του υφυπουργού Ι. Φωτήλα!) πριν από μια βδομάδα.

Οι ταινίες που κατατέθηκαν ήταν γύρω στις 3.800 και για τα δύο κύρια διαγωνιστικά, από τις 1.995 μικρού μήκους επιλέχθηκαν 22 για το Διεθνές Διαγωνιστικό και από τις 377 επιλέχθηκαν 35 τελικά για το Εθνικό. Από αυτές οι περισσότερες ήταν καλές ταινίες ή έστω δεν ήταν κακές. Κάποιες μας εξέπληξαν θετικά πολύ και για κάποιες αναρωτηθήκαμε: «Αν αυτές ήταν που επιλέχθηκαν, δηλαδή ποιες απέρριψαν;» Το τελευταίο βέβαια είναι κάπως σύνηθες να ακουστεί, ειδικά στο συγκεκριμένο φεστιβάλ, που τα τελευταία χρόνια είχε ελάχιστες πραγματικά καλές ταινίες. Δεν γνωρίζουμε για ποιο λόγο, ίσως και η αλλαγή του καλλιτεχνικού διευθυντή να έπαιξε κάποιο ρόλο ως προς την οπτική του θεσμού, πάντως επιτέλους είδαμε ταινίες που δεν ήταν μόνο προσανατολισμένες σε μία θεματική (μετανάστες ή ΛΟΑΚΤΙ+ κοινότητα για παράδειγμα – που είναι εξαιρετικές θεματολογίες, αλλά ήταν σχεδόν μόνο αυτές οι κεντρικές επιλεγόμενες), αλλά είδαμε φιλμ με πολλαπλούς αφηγηματικούς άξονες: για την ταυτότητα, για την ενηλικίωση, για το γυναικείο σώμα και το πώς αυτό «μεγαλώνει», για τη σύγχρονη ιστορία της χώρας, για το περιβάλλον, για την απώλεια (ανθρώπων, χωρών, οραμάτων), για τη φιλία, για τις γονεϊκές σχέσεις…

Αλλά το καλύτερο όλων ήταν πως είδαμε αυτές τις θεματικές μέσα από εντελώς διαφορετικά σκηνοθετικά και σεναριακά πρίσματα: από μεταφυσική με βαμπίρ και μάγισσες, έως προσωπικές μαύρες ιστορίες ειπωμένες με πολύ χιούμορ, μέχρι «κατασκευαστικές ταινίες» (όπως το «3 εκατοστά πολυπλοκότητας» της Αννας Βάσοφ που εξιστόρησε το προσωπικό της βίωμα με το υγειονομικό σύστημα στη Βιέννη, μέσα από δεκάδες ανατρεπτικές κατασκευές που «αφηγούνταν» την ιστορία!) ή άλλες που μας θύμιζαν σημαντικούς σκηνοθέτες όπως ο Παρατζάνοφ. Από τις ταινίες που ξεχωρίσαμε, αρκετές πήραν βραβεία, αλλά εμείς εδώ θα μιλήσουμε για όσες μας συνεπήραν, ασχέτως αν βραβεύτηκαν ή όχι (όλες οι βραβεύσεις αναλυτικά στην efsyn.gr).

● Ξεκινάμε με την καλύτερη για εμάς, ταινία του 48ου DISFF: «Requiem in salt» των κυπριακής καταγωγής Σύλβιας Νικολαΐδη και Νικόλα Ιορδάνου. Και οι δύο, αν και νέοι, ασχολούνται χρόνια με το σινεμά. Ο δεύτερος μάλιστα έζησε και σπούδασε στις ΗΠΑ (Σικάγο), ενώ υπήρξε για χρόνια και πολεμικός φωτορεπόρτερ – από τους Δίδυμους Πύργους έως την Ουγκάντα και το Ισραήλ. Δύο υπέροχα παιδιά που αποφάσισαν να γυρίσουν μία μικρού μήκους ταινία ντοκιμαντέρ με θέμα τη ζωή και το έργο του σπουδαίου Ιάπωνα καλλιτέχνη Μοτόι Γιαμαμότο. Σε ασπρόμαυρο φιλμ αποτύπωσαν την προσωπική του ιστορίας με την απώλεια της γυναίκας του και το πώς, δίχως εξάρσεις, αλλά με εσωτερική δύναμη και συνεχή ενδοσκόπηση, κατόρθωσε να μεταφράσει το πένθος σε τεράστιες εικαστικές κατασκευές από… αλάτι! Μέρες ίσως και μήνες υπομονετικά μεταφράζει το αλάτι σε τέχνη, τα έργα μένουν (πωλούνται κιόλας) για λίγο «ζωντανά» και μετά τα καταστρέφει ο ίδιος, «ξαναγυρίζοντας το αλάτι εκεί που ανήκει: στους ωκεανούς. Γιατί κάθε κόκκος μεταφέρει ζωή και δίνει ζωή σε δεκάδες πλάσματα», όπως ακούμε να λέει. Η ταινία είχε απόλυτη συνέπεια μορφής και περιεχομένου, με την αισθητική να συμβαδίζει με την ηθική και την επιλογή μιας στάσης ζωής που κατά πολύ διαφέρει από τη Δύση, αποδεικνύοντας εν τέλει πως η θεραπεία είναι μέσα μας.

● Το «100 χρόνια μπροστά» του Μιχάλη Γιγιντή είναι μια ταινία που θα θέλαμε να βλέπουμε κάθε πρωί, πριν ξεκινήσει η μέρα μας. Το σενάριο ανήκει στον Αντώνη Τσιοτσιόπουλο και στον σκηνοθέτη και πρωταγωνιστούν ο πρώτος στον ρόλο του Λάκη και ο Κώστας Φυτίλης στον ρόλο του Κωστάκη. «Κατάλαβες, Κωστάκη; Αμ δεν κατάλαβες! Αν καταλάβαινες, δεν θα πρόβαλλες ταινίες, Κωστάκη, θα τις σκηνοθετούσες» – η ατάκα αυτή της ταινίας, για μας, περιγράφει εξαιρετικά όλη την πορεία του νεοέλληνα. Πρόκειται για ένα φιλμ που μετέφερε κινηματογραφικά ένα παλαιότερο θεατρικό του Α. Τσιοτσιόπουλου, γυρνώντας μας πίσω στις καλές εποχές του ελληνικού σινεμά, όπου βλέπαμε έργα θεατρικά στη μεγάλη οθόνη. Πρόκειται για μια αυτοχρηματοδοτούμενη παραγωγή που ξεχώρισε και αδίκως δεν βραβεύτηκε – ωστόσο ελπίζουμε να ταξιδέψει έστω στα ελληνικά φεστιβάλ του εξωτερικού (Βερολίνο, Λος Ατζελες κ.α.). Ο Λάκης είναι ιδιωτικός ντετέκτιβ και έχει ψύχωση με τον Ανδρέα Παπανδρέου (αν και όσα λέει είναι τόσο μα τόσο σωστά!), ενώ ο Κωστάκης έχει ένα θερινό σινεμά στην ταράτσα του ίδιου κτιρίου. Ο πρώτος προσπαθεί να τον πείσει να μην το πουλήσει, μέσα από τους αγώνες του Ανδρέα! Και μάλλον τα καταφέρνει… «Νομίζω ο ήρωας έγινε αρεστός (σ.σ. εξαιρετικά αρεστός θα λέγαμε)», μας είπε ο Αντώνης Τσιοτσίοπουλος. «Ωστόσο, μην ξεχνάμε πως είναι απλά ένας Πασόκος. Πραγματικά θα στενοχωρηθώ αν πάρει ποσοστά το ΠΑΣΟΚ λόγω αυτή της ταινίας», είπε και γελάσαμε όλοι – αλλά μάλλον ο ίδιος το εννοούσε!

● Το «Νοi» του Νεριτάν Ζιντζιρία («Φῶς ἐκ Φωτός», «Χαμομήλι») ξεχώρισε για τη συγγένεια με τον κινηματογράφο του Σεργκέι Παρατζάνοφ και πήρε τον «Χρυσό Διόνυσο» παρά τα όποια κενά στο σενάριο, καθώς πράγματι ήταν μία εικαστική δυνατή ταινία για την απώλεια και την ίδια τη ζωή, το «Χους ει και εις χουν απελεύσει» του Δημήτρη Παπαθανάση μας κέρδισε απολύτως με το πώς κατόρθωσε μέσα από ένα νεκροταφεί να αναδείξει όλη τη σαπίλα της σύγχρονης Ελλάδας και την ψυχοσύνθεση του νεοέλληνα, το «Μίτση» της Γεύης Δημητρακοπούλου ήταν μια ευφυής αποτύπωση του περάσματος στην ενηλικότητα, μέσω της μεταφυσικής (μαγικής) δύναμης μιας έφηβης, σε ένα απομονωμένο σχετικά μέρος και το πώς μαθαίνει να τη χρησιμοποιεί. Το φιλμ «Οι λύκοι επιστρέφουν» του Στέλιου Μωραϊτίδη είναι μια βαθιά πολιτική ταινία, που επίσης, παρά τα κενά στο σενάριο, μας γυρίζει πίσω στους «Κυνηγούς» του Θ. Αγγελόπουλου, αλλά με σύγχρονη θεματική, και το «Μικρές ζωές» του Δημήτρη Τσαλαπάτη σε σενάριο του αδελφού του και συναδέλφου Θωμά, πέραν του εξαιρετικού σεναρίου και των ερμηνειών, απέδειξε πως μια μικρού μήκους ταινία μπορεί να είναι «μεγάλη». Τέλος, θα ήταν παράλειψη αν δεν κάναμε αναφορά αρχικά στο «Magdalena Hausen» του Γιάννης Καρπούζη, μια ελληνογερμανική ταινία, όλη μυθοπλασίας κι ας δείχνει ως ντοκιμαντέρ, επίσης βαθιά πολιτική και ιδιαίτερη, αλλά και το «Correct me if I’m wrong» («Διόρθωσέ με αν κάνω λάθος») του Κινέζου Χάο Ζουπού που πήρε το βραβείο στο Διεθνές Διαγωνιστικό: πρώτη φορά είδαμε να οπτικοποιείται η ομοφυλοφιλία με τέτοιο τρόπο. Πρόκειται για ένα απίστευτο τρολάρισμα της «διόρθωσης» της διαφορετικότητας, καθώς η οικογένεια χρησιμοποιεί δεκάδες «μαγικούς» τρόπους για να κάνει το αγόρι μη γκέι. Τι τον ξεματιάζουν, τι τον θυμιατίζουν, τι του κάνουν βελονισμούς και βεντούζες (!) για να φύγει το κακό.

Απίστευτο χιούμορ, απίστευτες εκφράσεις εγκαρτέρησης από τον «παθόντα» αλλά και από μάνα, γιαγιάδες, λοιπούς συγγενείς, γειτόνισσες και όλους που εμπλέκονται μπας και ξορκίσουν το κακό.

Εν κατακλείδι, καθώς τα κριτήρια είναι πάντα υποκειμενικά, ένα έχει σημασία. Αυτό που είπε από μικροφώνου ο εξαιρετικός συνάδελφος και θεωρητικός του σινεμά Χρήστος Σκυλλάκος σαν έδωσε το βραβείο της ΠΕΚΚ (Πανελλήνια Ενωση Κριτικών Κινηματογράφου): «Οι κριτικοί κινηματογράφου, όχι μόνο δεν είναι εχθροί του δημιουργού, είναι ή πρέπει να είναι εμμονικοί συνοδοιπόροι του. Η εμμονή αυτή έγκειται ακριβώς στην έννοια της ερμηνείας. Ερμηνεύουμε τα πάντα, ό,τι ζούμε και ό,τι βλέπουμε. Αν σταματήσουμε να ερμηνεύουμε, όλοι μας, αν γίνουμε παθητικοί σε αισθητικά, κοινωνικά πολιτικά, τότε χάνουμε ένα από τις βασικά μας χαρακτηριστικά ως άνθρωποι… Θέλουμε έργα που δίνουν τη δυνατότητα για πολυεπίπεδες και ουσιαστικές αναγνώσεις της πραγματικότητας. Ας σπάμε κάθε φραγμό, κάθε εμπόδιο με θάρρος, σιγουριά και συναδελφική συλλογικότητα. Πότε αναρωτήθηκε, για παράδειγμα, ο Αντονιόνι ή η Ανιές Βαρντά αν οι ταινίες τους ήταν κατάλληλα φτιαγμένες να ικανοποιούν συγκεκριμένα, θεσμικώς αρεστά, standards πέρα από αυτά της συνείδησής τους και της κοινωνικής ζωής στην οποία πάντα αναφέρονταν και πάντα επέστρεφαν; Αν ο Γκοντάρ δεν πήγαινε στην Παλαιστίνη ώστε να βοηθήσει στην ίδρυση του παλαιστινιακού κινηματογράφου; Η τέχνη, λοιπόν, πρέπει να δικαιώνει τον εαυτό της και την κοινωνία στην οποία εδράζεται. Αυτό είναι το κριτήριο».

Και ναι, αυτό είναι. Τόσο για την τέχνη όσο και για την κοινωνική/πολιτική στάση και του καλλιτέχνη, αλλά και του θεατή