Προς μια… μακρά αναβολή -αν όχι πλήρη απόσυρση- οδεύει η νομοθεσία που αφορά την προστασία των παιδιών στο διαδίκτυο, η οποία έχει επικριθεί έντονα επειδή ανοίγει ορθάνοιχτο το παράθυρο για κατάργηση του δικαιώματος της ιδιωτικότητας στις επικοινωνίες. Πρόκειται για τον Κανονισμό για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών (CSAR), γνωστός από τους επικριτές του ως Ελεγχος Συνομιλίας (Chat Control).
Η πρόταση ήταν να ψηφιστεί τη Δευτέρα από τους υπουργούς Δικαιοσύνης της Ε.Ε. Ωστόσο, η προεδρία της Δανίας δεν αναμένεται να φέρει καν το θέμα στο Συμβούλιο, αφού η πρόταση κανονισμού προσκρούει στις αντιδράσεις της γερμανικής κυβέρνησης, αλλά και τις ανησυχίες τουλάχιστον 9 κρατών-μελών εξαιτίας της δυνατότητας που δίνει για παρακολούθηση των επικοινωνιών των Ευρωπαίων πολιτών, ακόμα και σε κρυπτογραφημένες επικοινωνίες!
Είναι ένας κανονισμός που προτάθηκε από την πρώην Ευρωπαία επίτροπο Εσωτερικών Υποθέσεων Ιλβα Γιόχανσον το 2022. Τρία χρόνια μετά, εξαιτίας της έντονης κριτικής, βρίσκεται ακόμα υπό διαπραγμάτευση μεταξύ Ευρωκοινοβουλίου και Συμβουλίου (27 χώρες της Ε.Ε.), με την προεδρία της Δανίας να προσπαθεί να σώσει την κατάσταση βάζοντας στο τραπέζι συμβιβαστική πρόταση, την οποία όμως δεν δέχονται οι χώρες. Αν ψηφιζόταν, ως κανονισμός θα έπρεπε να εφαρμοστεί από όλα τα κράτη-μέλη.
Στην ουσία, αυτό που ο νόμος θέλει είναι να καταστήσει υποχρεωτική για τους παρόχους υπηρεσιών τη σάρωση μηνυμάτων για την πρόληψη παιδικής κακοποίησης και πορνογραφίας, όπως και την παράκαμψη της κρυπτογράφησης από άκρο σε άκρο για να αποφευχθεί η online εκμετάλλευση και κακοποίηση παιδιών.
Οι υποστηρικτές του νόμου λένε ότι το πλαίσιο που ισχύει σήμερα, με εθελοντικές δράσεις των παρόχων διαδικτυακών υπηρεσιών για την ανίχνευση της διαδικτυακής σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, είναι ανεπαρκές. Επίσης το πλαίσιο αυτό είναι προσωρινό και λήγει τον επόμενο Απρίλιο. Επιπλέον, τονίζουν ότι τώρα η τύχη των παιδιών βρίσκεται στα χέρια των μεγάλων εταιρειών: οι εταιρείες μπορούν να αλλάξουν τις πολιτικές τους, γεγονός που καθιστά δύσκολη για τις αρχές την αποτελεσματική πρόληψη και καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών.
Από την άλλη, οι επικριτές μιλούν για το απόλυτο σύστημα ελέγχου. Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και οι ακτιβιστές έχουν υποστηρίξει ότι η πρόταση δεν είναι συμβατή με τα θεμελιώδη δικαιώματα, παραβιάζοντας το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα. Λόγω του δύσκολου παρελθόντος της, η Γερμανία είναι πολύ ευαίσθητη σε ζητήματα ελευθερίας των επικοινωνιών, κάτι που φαίνεται από το ότι παρά την αλλαγή κυβέρνησης, η στάση παραμένει σταθερά αρνητική. Τη στάση του έχει αλλάξει και το Βέλγιο, του οποίου η ακροδεξιά κυβέρνηση δεν συζητά καν τον έλεγχο σε συνομιλίες. Εντύπωση προκαλεί η στάση της -παραδοσιακά υπέρ των ελευθεριών- Γαλλίας η οποία δεν αντιδρά -προφανώς η κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας παίζει καθοριστικό ρόλο, αλλά και το γεγονός ότι ο υπουργός Εσωτερικών είναι υπέρ της αυστηρής εφαρμογής του νόμου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η ίδια η πρώην επίτροπος Ιλβα Γιόχανσον έχει επικριθεί έντονα σχετικά με τη διαδικασία κατά την οποία συντάχθηκε και προωθήθηκε η πρόταση. Μια διακρατική έρευνα από ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης αποκάλυψε τη στενή εμπλοκή ξένων λομπιστών τεχνολογίας και επιβολής του νόμου στην προετοιμασία της πρότασης.
Αυτό επισημάνθηκε επίσης από οργανώσεις ψηφιακών δικαιωμάτων, τις οποίες η Γιόχανσον αρνήθηκε να συναντήσει σε τρεις περιπτώσεις.
