Τα τελευταία χρόνια, η ελληνική σχολική τάξη βιώνει μια ριζική μεταβολή στο εσωτερικό της κλίμα. Εκεί όπου ο δάσκαλος και ο καθηγητής όφειλαν να λειτουργούν ως φορείς γνώσης, παιδαγωγικής μέριμνας και δημοκρατικής αγωγής, κυριαρχεί ολοένα και περισσότερο ένα περιβάλλον φόβου, καχυποψίας και επιτήρησης.
Η θεσμική θωράκιση των διευθυντών σχολικών μονάδων, η «λειτουργία» της αξιολόγησης και οι επαναλαμβανόμενες πειθαρχικές διώξεις, ακόμα και για εκφράσεις γνώμης, συνθέτουν ένα τοπίο που αλλάζει βίαια τη σχέση εκπαιδευτικού – μαθητή – σχολείου.
Οι τελευταίες νομοθετικές παρεμβάσεις του υπουργείου Παιδείας δεν περιορίζονται σε ζητήματα διοίκησης. Στην πράξη, διαμορφώνουν ένα πειθαρχικό καθεστώς στο οποίο κάθε εκπαιδευτικός μπορεί να βρεθεί υπόλογος. Από τη στιγμή που η «διατύπωση γνώμης» ή η συμμετοχή σε συλλογικές δράσεις μπορεί να ερμηνευτεί ως «παράπτωμα», η παιδαγωγική ελευθερία –θεμελιώδες στοιχείο του σχολείου– ακυρώνεται.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένας σημαντικός αριθμός εκπαιδευτικών να μπαίνει στην τάξη με την αίσθηση ότι «παρακολουθείται». Η αυτολογοκρισία γίνεται καθημερινή πρακτική και η δημιουργικότητα, που θα όφειλε να τροφοδοτεί τη μαθησιακή διαδικασία, υποχωρεί μπροστά στον φόβο της πειθαρχικής δίωξης.
Την τελευταία δεκαετία (2015-2025) καταγράφονται συνολικά άνω των 1.100 ΕΔΕ και περισσότερες από 400 πειθαρχικές ποινές που περιλαμβάνουν παύσεις, υποβιβασμούς και απολύσεις εκπαιδευτικών. Περισσότεροι από 1.500 εκπαιδευτικοί έχουν παραπεμφθεί σε πειθαρχικά συμβούλια, κυρίως για συμμετοχή σε απεργία-αποχή από την αξιολόγηση ή για συλλογικές δράσεις.
Διευθυντές: Η θεσμική θωράκιση των διευθυντών τούς μετατρέπει σε κομβικούς ρυθμιστές της σχολικής ζωής. Η εξουσία τους επεκτείνεται πέρα από τα καθαρά διοικητικά καθήκοντα και αγγίζει ζητήματα παιδαγωγικής, αξιολόγησης, ακόμα και πειθαρχικού ελέγχου.
Σε πολλές περιπτώσεις, αυτό οδηγεί σε μια ιεραρχική, αυταρχική κουλτούρα: ο διευθυντής παρουσιάζεται όχι ως συντονιστής και εμψυχωτής του συλλόγου διδασκόντων, αλλά ως επιθεωρητής ή εν δυνάμει «κατήγορος». Η εξάρτηση των εκπαιδευτικών από τις κρίσεις του –ιδίως στο πλαίσιο της ατομικής αξιολόγησης– παράγει σχέσεις φόβου και υποταγής.
Η αξιολόγηση παρουσιάζεται ως εργαλείο ανατροφοδότησης και επαγγελματικής ανάπτυξης, ωστόσο για όποιον έχει μάτια να δει και την τιμιότητα να πιστέψει στα μάτια του λειτουργεί ως μηχανισμός συμμόρφωσης. Οι δείκτες, τα φύλλα παρατήρησης και οι εκθέσεις αξιολογητών μετατρέπονται σε όργανα επιτήρησης.
Αξιολόγηση: Η αξιολόγηση δεν χτίζει εμπιστοσύνη, ούτε στηρίζει τον εκπαιδευτικό. Αντίθετα, επιβάλλει ένα καθεστώς «καλής διαγωγής», όπου η παιδαγωγική πρωτοβουλία μπορεί να μεταφραστεί ως «παρέκκλιση».
Μπαράζ διώξεων: Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που εκπαιδευτικοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με πειθαρχικές διαδικασίες για ζητήματα που άπτονται της ελευθερίας λόγου, της συμμετοχής σε κινητοποιήσεις ή ακόμα και της στάσης τους απέναντι σε μαθητές και γονείς. Αυτό το μπαράζ διώξεων έχει διπλή συνέπεια:
α. Προσωπική ψυχολογική πίεση στον διωκόμενο εκπαιδευτικό.
β. Συλλογικό κλίμα φόβου που διαχέεται σε ολόκληρο το σχολείο.
Στην πράξη, το μήνυμα που περνά είναι ότι «κανείς δεν είναι ασφαλής».
Το εκπαιδευτικό κίνημα: Το οργανωμένο εκπαιδευτικό κίνημα, ιστορικά ικανό να αντιστέκεται σε πολιτικές που έπλητταν το δημόσιο σχολείο, δείχνει σήμερα, σε πολλές περιπτώσεις, σημαντική αδυναμία να προστατεύσει τους εκπαιδευτικούς από αυθαιρεσίες της σχολικής διοίκησης.
Ο συνδικαλισμός των κυρίαρχων-κυβερνητικών κομμάτων, η πολυδιάσπαση, η κόπωση και η έλλειψη ενιαίας στρατηγικής έχουν δημιουργήσει ένα κενό. Μέσα σε αυτό το κενό, η εξουσία των διευθυντών και των προϊσταμένων ασκείται συχνά ανεξέλεγκτα, χωρίς ουσιαστικό αντίβαρο.
Ποιος χάνει τελικά;
Το ερώτημα είναι κρίσιμο: ποιος πληρώνει το τίμημα; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: ο μαθητής. Οταν ο δάσκαλος μπαίνει στην τάξη με ανασφάλεια, φόβο και εξάντληση, η ποιότητα της διδασκαλίας υποβαθμίζεται. Η σχολική σχέση χάνει το ανθρώπινο στοιχείο της εμπιστοσύνης και γίνεται μια μηχανική διαδικασία, προσανατολισμένη στο «να μη δημιουργήσω πρόβλημα».
Ετσι, το παιδί μεγαλώνει σε ένα σχολείο που δεν είναι πια χώρος ελευθερίας και δημιουργίας, αλλά χώρος πειθαρχίας και σιωπής. Η συζήτηση για το σχολείο δεν μπορεί να μείνει μόνο στους αριθμούς, τους δείκτες και τα νομοθετήματα. Το κλίμα που διαμορφώνεται μέσα στις σχολικές αίθουσες είναι αυτό που καθορίζει το μέλλον της εκπαίδευσης. Αν το σχολείο γίνει ένας χώρος φόβου, ελέγχου και πειθαρχίας, τότε χάνουμε το ουσιαστικό του νόημα: τη διαμόρφωση ελεύθερων, κριτικά σκεπτόμενων πολιτών. Αντίθετα, αν επιμείνουμε στη δημοκρατία, την παιδαγωγική ελευθερία και στον σεβασμό, τότε υπάρχει ελπίδα το σχολείο να ξαναγίνει τόπος ζωής και όχι πειθαρχικό ίδρυμα.
