Προσωπικά, δεν έχω ξαναζήσει κάτι παρόμοιο: ούτε να χειροκροτήσει το κοινό, τρεις φορές μάλιστα, εν μέσω παράστασης στην Επίδαυρο, ούτε να συμβεί ακριβώς το ίδιο στο γνωστό εστιατόριο «Λεωνίδας» στο Λυγουριό. Και τα δύο έγιναν χάρις στην «Ανδρομάχη» του Ευριπίδη, στο ανέβασμά της σε σκηνοθεσία, απόδοση και δραματουργική επεξεργασία από τη Μαρία Πρωτόπαππα (σταθμός ζωής για την ίδια θα είναι η συγκεκριμένη παράσταση), στις ερμηνείες των ηθοποιών της, οι οποίες όλες ξεχώρισαν αυτόνομα (ακόμα και από τον Χορό), ωστόσο αν κάτι πραγματικά φάνηκε ήταν η αβίαστη ροή λόγων και δράσεων που ξεκίνησε από τη σκηνή και έφτασε έως το τελευταίο διάζωμα του αρχαίου θεάτρου.
Πράγματι μάς συγκίνησε, αλλά πολύ περισσότερο μάς ανακούφισε: μετά το «ξεμάλλιασμα» αρχαίων τραγωδιών κυρίως από ξένους σκηνοθέτες, που δυστυχώς εκ προοιμίου δεν μπορούν να κατανοήσουν την προσωδία της ελληνικής γλώσσας και δίνουν έμφαση στη φόρμα και όχι στην έκφραση και τον λόγο, η «Ανδρομάχη» μάς άφησε με την ομορφιά στα χέρια. Τόσο απλά, τόσο καίρια.
Η συγκεκριμένη τραγωδία δεν ανεβαίνει συχνά. Πρώτος ήταν ο Κουν που καταπιάστηκε μαζί της τη δεκαετία του ’50, τονίζοντας την ανθρώπινη διάσταση και το ψυχολογικό δράμα, σε αντιδιαστολή με τις πιο «ηρωικές» προσεγγίσεις της εποχής, μετά ήρθε στην Επίδαυρο με το Εθνικό το 1972, σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού (ήταν μέσα στη δικτατορία, οπότε είχαν εστιάσει στην πολιτική διάσταση του έργου, με έμφαση την τυραννία, την κατάχρηση εξουσίας και την αλαζονεία των νικητών) και μετά υπήρξαν ακόμη λίγες παραστάσεις από τη δεκαετία του ’90 και μετά. Η συγκεκριμένη, πάντως, θα μείνει στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου και λόγω της σκηνοθετικής και δραματουργικής της προσέγγισης, αλλά και της ιδεολογικής και της ερμηνευτικής.
Η Ανδρομάχη είναι διπλά «ξένη»: είναι γυναίκα βάρβαρου, βάρβαρα αποκτηθείσα σαν δούλα σε κρεβάτι άνδρα ισχυρού μα λίγου (Νεοπτόλεμος), που δόθηκε «σύζυγος και παιδοποιός» παρά τη θέλησή της. Ταυτόχρονα είναι μάνα ενός παιδιού χωρίς νομικά δικαιώματα. Σύζυγος νόμιμη του βασιλιά Νεοπτόλεμου, γιου του Αχιλλέα και εγγονού του Πηλέα, είναι η Ερμιόνη από τη Σπάρτη, κόρη του Μενελάου. Ομως η ίδια δεν μπορεί να τεκνοποιήσει, κατηγορεί την Ανδρομάχη και μαζί με τον πατέρα της θέλει να σκοτώσει την ίδια και το παιδί της.
Ο Ευριπίδης κατακεραυνώνει τους Σπαρτιάτες με λόγο ευθύ και τραχύ. Αλλά όχι μόνο αυτούς: ακόμα και τους Αθηναίους κρίνει. Μιλάει για τη χώρα/πόλη όπου άνθησε η φιλοσοφία και τώρα βλέπουμε πώς όλα αυτά αμαυρώνονται για την εξουσία και για την ικανοποίηση ταπεινών ενστίκτων. Τι θάρρος! Τι δημοκρατικό κλέος! Να βρίσκεσαι στο απόγειο του πολιτισμού παγκοσμίως (κι ας μην το ξέρεις), στην Αθήνα της Κλασικής Εποχής, και να τολμάς να μιλήσεις αυτά τα λόγια ως ποιητής. Ναι, αυτό είναι το απόγειο της Δημοκρατίας. Και αξίζει κάθε χειροκρότημα.
Οπως ακριβώς αυτό που έλαβε η παράσταση, ενώ παιζόταν: τα λόγια που ακούστηκαν, ο τρόπος, οι λέξεις, οι ανάσες. Ολα κατόρθωσαν και έφτασαν σε κάθε έναν στο κοινό. Η Μαρία Πρωτόπαππα ευφυώς και ικανώς επέλεξε να αφήσει ακέραιες φράσεις στο πρωτότυπο, στα αρχαία. Που όχι μόνο ακούστηκαν, αλλά πώς ακούστηκαν! Με απίστευτη ευφράδεια, τεχνική στον λόγο, καθαρότητα και βαθιά γνώση του νοήματος. Στη δική μου ζωή ήταν η πρώτη φορά που έγινε αυτό σε αρχαία τραγωδία – πρώτη φορά άκουσα τη γλώσσα του ποιητή και την ένιωσα, την κατάλαβα και πραγματικά, ολόκληρη να την ανέβαζε στ’ αρχαία, διόλου δεν θα ήταν πρόβλημα. Τόσο υπέροχα τη μετέφεραν στο σήμερα.
Ολοι οι γυναικείοι ρόλοι παίζονται από άντρες, εκτός από δύο: η ίδια η σκηνοθέτιδα κράτησε τον ρόλο της Γυναίκας/αφηγητή, διακριτικά και ουσιαστικά επί σκηνής. Η υπέροχη Στέλλα Γκίκα έγινε η Θέτιδα, που έκλεισε και την τραγωδία (ήταν ενδιαφέρουσα η σκηνοθετική επιλογή να εμφανιστεί η Θέτις ως μεγάλη σε ηλικία, καθώς θα περιμέναμε η θεά να είναι άχρονη και πάντα νέα).
Ο Αργύρης Ξάφης έγινε Ανδρομάχη. Εγινε. Το σώμα του και η φωνή του έβγαλαν την αλήθεια της γυναίκας που πάνω της γράφεται η Ιστορία, με και δίχως την ίδια. Δεν μιλούσε – έφτυνε τα λόγια του, όπως και τις αλήθειες που έκρυβαν. Και έκανε και κάτι ακόμη πολύ σημαντικό ο ίδιος: κατόρθωσε να γεφυρώσει την παλιά σχολή που εκπροσωπούσαν οι μεγαλύτεροι ηθοποιοί επί σκηνής (Νταλιάνης, Πιατάς) και τη νεότερη (χορός, Λέκκας) και δεν αναφερόμαστε σε ηλικιακό διαχωρισμό.
Μέσω του Ξάφη όλοι έγιναν ένα, μία η ροή. Ο Τάσος Λέκκας ήταν εξαιρετικός ως Ερμιόνη και η κινησιολογία του ύφους και η χρήση του σώματός του ήταν η κατάλληλη για την απόδοση του ρόλου. Ο Γιάννης Νταλιάνης έγινε ένας βίαιος, άδικος και υπονομευτής Μενέλαος – είναι σπουδαίος ηθοποιός. Οσο για τον Δημήτρη Πιατά στον ρόλο του Πηλέα… το χειροκρότημα που έλαβε επί σκηνής δύο φορές και μία ακόμη στον «Λεωνίδα» σαν μπήκε, τού άξιζε όσο τίποτα. Αν και αναγνωρίσιμος στη φωνή, κατόρθωσε να υπάρξει στην πλήρη ακεραιότητα, στη βαθιά ουσία της θεατρικής Τέχνης δίχως να ξεφύγει ούτε λεπτό. Εδωσε ερμηνεία ζωής. «Φωνή μου ήρθες;» τού λέει η Θέτις. Κι εμείς μαζί της.
Πληροφορίες: Η παράσταση συνεχίζει την περιοδεία της στα αρχαία θέατρα και θα έρθει και στην Αθήνα τον Σεπτέμβρη. Αξίζει να προμηθευτείτε το πρόγραμμα, καθώς φέρει εξαιρετικά κείμενα και αναλύσεις. Ολοι οι σταθμοί της περιοδείας/εισιτήρια: more.com
