Ακόμα και στην καλύτερη δυνατή περίπτωση τερματισμού του πολέμου στην Ουκρανία υπάρχουν τρία σημεία που μπορεί ανά πάσα στιγμή να γίνουν εστίες έντασης και συγκρούσεων μεταξύ Δύσης και Ρωσίας.
Σημείο πρώτο: ο θύλακας του Καλίνινγκραντ όπου η γεωγραφική στενότητα της πρόσβασης της Ρωσίας στη Βαλτική είναι το απόλυτο σκηνικό για μελλοντικές εντάσεις μεταξύ ΝΑΤΟ και Μόσχας.
Σημείο δεύτερο: η αποσχισθείσα από τη ρουμανόφωνη Μολδαβία το 1990 ρωσόφωνη Τρανσδνειστερία η οποία θα μπορούσε να αναδειχτεί σε θρυαλλίδα ανάφλεξης που θα συμπαρασύρει τη Ρουμανία σε σύγκρουση με τη Ρωσία στο όνομα της βοήθειας στους εκτός συνόρων ομοεθνείς.
Σημείο τρίτο: η καταγγελία της Συμφωνίας του Ντέιτον (1995) από τη Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας η οποία ταυτόχρονα θα κηρύξει ένωση με τη Σερβία και θα ζητήσει βοήθεια από τη Μόσχα. Ούτε η Σερβία, ούτε η Βοσνία και Ερζεγοβίνη ανήκουν στο ΝΑΤΟ και έτσι θεωρητικά η προώθηση ρωσικών δυνάμεων δεν σημαίνει αυτόματα σύγκρουση του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία.
Το νέο κεφάλαιο συγκρούσεων στα Βαλκάνια εκτός από τη Ρωσία θα εμπλέξει και την Τουρκία στον ρόλο του προστάτη των μουσουλμάνων της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Τα παραπάνω πριν από από λίγα χρόνια θα έμοιαζαν με σενάρια ασκήσεων επί χάρτου.
Η πρόσφατη εμπλοκή της Βόρειας Κορέας στο πλευρό της Ρωσίας στην Ουκρανία μάς προσγείωσε σε μια σκληρή πραγματικότητα όπου τίποτε δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Υπό το φως των παραπάνω ο διπλωματικός μινιμαλισμός των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης -Γαλλία, Βρετανία και Γερμανία-, που αρκούνται στο πάγωμα της σύγκρουσης, προβάλλει σαν την εικόνα κάποιου που ανάβει σπίρτα στην πυριτιδαποθήκη.
Μια νέα έκρηξη στα Βαλκάνια θα τεθεί πολύ σύντομα εκτός ελέγχου, με τους εμπλεκόμενους να κατανοούν έστω και καθυστερημένα ότι οι εγγυητές της όποιας Συμφωνίας στην Ουκρανία δεν μπορεί να προέρχονται από χώρες που εμπλέκονται στη σύγκρουση.
