Αλληγορία της παράνοιας του σύγχρονου κόσμου, δυστοπική και διαποτισμένη από μαύρο χιούμορ και τον γνωστό πια «λανθιμικό» σουρεαλισμό είναι η νέα ταινία «Bugonia» (ή «Βουγονία» στα ελληνικά) του Γιώργου Λάνθιμου σύμφωνα με τις ανταποκρίσεις όσων ελληνικών και ξένων ΜΜΕ παρακολούθησαν την παγκόσμια πρεμιέρα της, το βράδυ της Παρασκευής, στο Palazzo del Cinema του 82ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας.
Για τη σχέση της κινηματογραφικής του αφήγησης με ό,τι συμβαίνει σήμερα είχε άλλωστε προειδοποιήσει και ο ίδιος ο Λάνθιμος στη συνέντευξη Τύπου που προηγήθηκε της προβολής, όταν ξεκαθάρισε ότι η Bugonia μιλά γι’ «αυτά που συμβαίνουν τώρα», συνεπώς δεν αποτελεί δείγμα φουτουριστικής επιστημονικής φαντασίας, ούτε είναι δυστοπία – αφού ο όρος αναφέρεται στο μέλλον. Αλλά ούτως ή άλλως η φιλμογραφία του Λάνθιμου έως εδώ, είτε χρησιμοποιεί επίφαση επιστημονικής φαντασίας, είτε ιστορικού «περιβάλλοντος», είτε γκόθικ φαντασίας, περιλαμβάνει πάντα ένα ευδιάκριτο και συνεπές κοινωνικοπολιτικό σχόλιο για το παρόν μας – τόσο συνεπές και σαφές όσο και η καρφίτσα με την παλαιστινιακή σημαία που φορούσε στη Βενετία.
Το κοινό το βράδυ της Παρασκευής πάντως τον αποθέωσε και εκείνον και τη «μούσα» του Εμα Στόουν και τον συμπρωταγωνιστή της Τζέσι Πλέμονς, που σύμφωνα με τις ανταποκρίσεις παραδίδουν κορυφαίες ερμηνείες.
Η προβολή έκλεισε με παρατεταμένο, σχεδόν 6λεπτο «όρθιο» χειροκρότημα, ενώ, σύμφωνα με τα όσα γράφτηκαν, θεατές, δημοσιογράφοι και κριτικοί έδειξαν ιδιαίτερο ενθουσιασμό για τις ερμηνείες (κατ’ αρχάς της Στόουν, παρότι υπάρχουν και κριτικοί που επιμένουν ότι η ερμηνεία του Πλέμονς είναι ακόμα καλύτερη), καθώς και για τη φωτογραφία του Ρόμπι Ράιαν, τη μουσική του Tζέρσκιν Φέντριξ αλλά και το μοντάζ του Γιώργου Μαυροψαρίδη και δη προς το συγκλονιστικό φινάλε – αυτό που θα γυριζόταν στην Ακρόπολη εάν δεν είχε αποφασίσει αρνητικά το ΚΑΣ.
Κριτικές
Η επίσημη κριτική δεν υπήρξε ωστόσο εξίσου ομόφωνα αποθεωτική. Και να κάποιες ενδεικτικές κριτικές απ’ όσες γράφτηκαν
▪ Variety: «Ο Γιώργος Λάνθιμος βρίσκεται στο απόγειο του οραματικού μηδενιστικού του παιχνιδιού, με ένα καυστικό θρίλερ απαγωγής για ό,τι συμβαίνει στον κόσμο».
▪ The Guardian: «Μακάβριο και διασκεδαστικό […] με ένα υπέροχο μοντάζ στο φινάλε – αλλά πολύ, πολύ μεγάλη η προετοιμασία έως το τελικό μεγάλο άλμα» έγραψε ο Peter Bradshaw, θεωρώντας πως η πορεία προς την κορύφωση είναι «υπερβολικά μακριά» και κουραστική.
▪ Το Indiewire αποθέωσε τις ερμηνείες, αλλά σχολίασε πως «η δέκατη μεγάλου μήκους ταινία του Λάνθιμου θα ήταν πολύ πιο δυναμική αν διαρκούσε 90 λεπτά αντί για δύο ώρες, χρόνος που κάποτε οδηγεί σε υπερβολική επανάληψη των θεματικών της. Αλλά τότε θα θεωρούνταν αρκετά “σημαντική”; Το “Bugonia” είναι είτε βαθυστόχαστο, είτε εντελώς γελοίο. Ισως και τα δύο».
▪ Η Daily Telegraph βαθμολόγησε την ταινία με άριστα (πέντε αστέρια), επισημαίνοντας ότι «σφύζει από δεξιοτεχνική σκανδαλιά».
▪ Vogue: «Αν και ξεκινά με καθηλωτική ένταση και εικόνες, “σκοντάφτει” σε εκτεταμένες σκηνές και υπερβολικές αναδρομές».
▪ TheWrap: «Στρεβλή και αμείλικτη… [ο Λάνθιμος] προτίμησε να μπερδέψει το κοινό παρά να εκμεταλλευτεί την καλή προαίρεση που έχει κερδίσει από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του».
▪ The Times (UK): «Η Εμα Στόουν είναι μια χαρά, αλλά η ταινία είναι αποτυχία».
▪ TIME magazine: «Η “Βουγονία” του Γιώργου Λάνθιμου είναι τιμωρητική για τους θεατές, αλλά ακόμα κι έτσι η Εμα Στόουν δεν μπορεί να κάνει τίποτα λάθος. […] Στη “Βουγονία” ο Λάνθιμος αφήνει ελεύθερο τον poker-face σαδισμό του. […] Ο κόσμος δεν είναι όμορφος και ο Λάνθιμος κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Μακάρι να μας έλεγε κάτι που δεν γνωρίζουμε ήδη».
▪ Η El País εξυμνεί την ταινία ως «εστιασμένη, με ρυθμό και γεμάτη ιδέες», με «σάτιρα, σασπένς και sci-fi προβληματισμό» για τις σύγχρονες θεωρίες συνωμοσίας.
▪ Στο Flix.gr η Πόλυ Λυκούργου έγραψε για «απολαυστικό sci-fi θρίλερ, με πικρό πολιτικό σχόλιο», «εμβριθή σάτιρα θεσμών και ιδεολογιών, με στιγμές γελοίας b-movie σπλατεριάς», «κατάμαυρη κωμωδία, με επίγευση απελπισίας για τα σοβαρότερα της ζωής», καταλήγοντας ότι ο «Λάνθιμος αποδεικνύει ξανά την ιδιοφυΐα του».
▪ Στο Αθηνόραμα ο Χρήστος Μήτσης χαρακτηρίζει την ταινία ως «μια θεόπικρη sci-fi σάτιρα της ανθρώπινης αυτοκαταστροφής» και επισημαίνει ότι ο Λάνθιμος «κερδίζει για ακόμα μία φορά τις εντυπώσεις» της απαιτητικής φετινής διοργάνωσης.
▪ Στη Lifo ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος χαρακτηρίζει την ταινία ως «διασκεδαστική και πιο περίπλοκη απ’ ό,τι φαίνεται», «ένα κινηματογραφικό ταξίδι που ξεκινά από την παρακμή και φτάνει σε μια αναπάντεχη κορύφωση», αποθεώνοντας την ερμηνεία της Εμα Στόουν ως… «εξωγήινη».
▪ «Ο Λάνθιμος […] καταφέρνει να πάρει εκείνο το φιλμ (σ.σ. την καλτ νοτιοκορεατική ταινία “Save the Green Planet!”, διασκευή της οποίας είναι η “Βουγονία”) και να το ανασκευάσει σε κάτι μοντέρνο και διαχρονικό την ίδια στιγμή, σε κάτι νιχιλιστικό και παράξενα συναισθηματικό ταυτόχρονα, σε κάτι διεστραμμένο όσο και -τελικά- σαφές και ευθύ» έγραψε ο Θοδωρής Δημητρόπουλος στο News 247.
Τίτλος και πλοκή
Η λέξη bugonia προέρχεται από την λέξη «βουγονία» της αρχαιοελληνικής και ρωμαϊκής (εντοπίζεται στον Βιργίλιο) δοξασίας περί αυτόματης γένεσης μελισσών μέσα από το σώμα ενός νεκρού ταύρου: στην αρχαιότητα πίστευαν πως αν άφηνες ένα σφάγιο βοδιού να αποσυντεθεί από μέσα του θα ξεπηδούσαν μέλισσες· έτσι το «θαύμα» της ζωής προέκυπτε από τη σήψη.
Ο ίδιος ο Λάνθιμος εξήγησε στη συνέντευξη Τύπου πως ο τίτλος παραπέμπει σε αυτή την αρχαία δοξασία, σχολιάζοντας ότι «πολλά από τα φανταστικά στοιχεία της ταινίας είναι ήδη μέρος της πραγματικότητας». Το ίδιο επισήμανε και η Εμα Στόουν μιλώντας για ένα φιλμ «πραγματικά αντιπροσωπευτικό της χρονικής στιγμής που διανύουμε» και «συναρπαστικό, συγκινητικό, αστείο, ανατρεπτικό και γεμάτο ζωή». Ενας λόγος παραπάνω να θεωρήσουμε ότι το «Bugonia» λειτουργεί ως αλληγορία για τον κύκλο σήψης-γέννησης της σύγχρονης κοινωνίας.
Διασκευή της νοτιοκορεατικής sci-fi ταινίας «Save the Green Planet!» του Τζανγκ Τζουν-Γουάν από τον σεναριογράφο Γουίλ Τρέισι, η «Βουγονία» έχει ήρωα τον μοναχικό 40άρη μελισσοκόμο, εμμονικό με τις θεωρίες συνωμοσίας «Τέντι» (Τζέσι Πλέμονς) που συγκατοικεί με τον αφελή ξάδελφό του (Εϊνταν Ντέλμπις) σε κάποια επαρχία. Και ο ίδιος και το σπίτι του είναι «ημιερειπωμένα» από την εγκατάλειψη από τότε που η μητέρα του έπεσε σε κώμα μετά τη χορήγηση ενός πειραματικού φαρμάκου τής Auxolith Corp., της ίδιας φαρμακευτικής εταιρείας που κατασκευάζει δηλητηριώδη φυτοφάρμακα τα οποία εξολοθρεύουν τις μέλισσες. Η πάμπλουτη, φιλόδοξη, προσανατολισμένη σε όλες τις επιταγές του new age, κυνική και αδίστακτη διευθύντρια της Auxolith Corp είναι η «Μισέλ» (Εμα Στόουν).
Είναι επίσης το κεντρικό πρόσωπο στην εμμονή του Τέντι, που πιστεύει ακράδαντα πως είναι πράκτορας εξωγήινων από τον πλανήτη Ανδρομέδα με αποστολή την εξαφάνιση των ανθρώπων πρώτα με τη διατάραξη του οικοσύστηματος και της κοινωνίας των μελισσών. Για αυτό μαζί με τον εξάδελφό του απάγει τη Μισέλ και αφού της ξυρίζει το κεφάλι (θεωρώντας ότι τα μαλλιά της λειτουργούν ως πομπός επικοινωνίας με το εξωγήινο είδος της), την κρατά αλυσοδεμένη στο υπόγειο του σπιτιού του, απαιτώντας να τον φέρει σε επαφή με τον ηγεμόνα του πλανήτη της… Από εκεί και πέρα η λανθιμική έμπνευση, με τη συνδρομή του Τρέισι ασφαλώς, εκρήγνυται γεννώντας συναρπαστικούς αλλά και άγριους διαλόγους (όπου ο καθένας από τα δύο μέρη υπερασπίζεται την κοσμοθεωρία του) με σαφείς πολιτικές νύξεις, σκηνές σπλάτερ και διάθεση εξίσου κριτική απέναντι και στους δύο ήρωες και την κοσμοθεωρία τους. Αλλωστε το ξέρουμε. Τίποτα δεν είναι άσπρο-μαύρο και τίποτα δεν είναι εύκολο στο σύμπαν του Λάνθιμου.
Για να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα θα πρέπει όμως ν’ αναμείνουμε μέχρι τις 6 Νοεμβρίου, όταν η ταινία θα κυκλοφορήσει και στις ελληνικές αίθουσες. Μέχρι τότε να ευχηθούμε στον Γιώργο Λάνθιμο και στη «Βουγονία» του καλή επιτυχία στα βραβεία της 82ης Μόστρα.
Η «Αρκουδότρυπα»… μεγάλωσε
Σε ό,τι αφορά τις ταινίες που έχουν άμεσο ελληνικό ενδιαφέρον, την περασμένη Παρασκευή εκτός από τη «Βουγονία» πρεμιέρα έκανε, ενταγμένη στο Διαγωνιστικό Τμήμα του τμήματος Venice Days, και η «Αρκουδότρυπα» των Χρυσιάννα Παπαδάκη και Στέργιου Ντινόπουλου. Την ταινία την ξέρουμε ως τη μικρού μήκους που απέσπασε τον Χρυσό Διόνυσο στο Φεστιβάλ Ταινιών της Δράμας δύο χρόνια πριν. Αυτή είναι η μεγάλου μήκους εκδοχή της πάνω στην ίδια υπόθεση: στην Ελάτη Τρικάλων, μικρό χωριό στους πρόποδες της Πίνδου, ζουν η Αννέτα (Πάμελα Οικονομάκη) και η Αργυρώ (Χαρά Κυριαζή) – δύο νεαρές γυναίκες δεμένες με μια ιδιότυπη και βαθιά φιλία. «Η σχέση τους», διαβάζουμε στο Flix, «ξετυλίγεται με φόντο το δάσος, έναν μύθο του χωριού και το ιδιαίτερο αλλά αυθεντικό τοπίο της ελληνικής επαρχίας, αναδεικνύοντας θέματα γύρω από τη γυναικεία επιθυμία, τη σεξουαλική ταυτότητα, την αυτοδιάθεση και την κοινωνική απομόνωση».
Η ταινία, διαβάζουμε, «αποτελεί μια ανεξάρτητη παραγωγή της κινηματογραφικής συλλογικότητας Pame Ligo Collective και υλοποιήθηκε με περιορισμένους πόρους, βασισμένη κυρίως σε καμπάνιες crowdfunding και την αφοσίωση μιας μικρής ομάδας συνεργατών. Την προσπάθεια στήριξε και το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, ενώ η συμμετοχή τής μικρού μήκους εκδοχής στο Φεστιβάλ BFI του Λονδίνου προσέλκυσε το ενδιαφέρον διεθνών συμπαραγωγών, οι οποίοι συνέβαλαν καθοριστικά στην ολοκλήρωση της μεγάλου μήκους ταινίας». Καλή επιτυχία και στους Παπαδάκη και Ντινόπουλο!
