ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Ηταν Σάββατο, αρχές Οκτωβρίου∙ o ουρανός ήταν ξάστερος, έκανε αρκετό κρύο. Επιβάτες που έφταναν στο Παρίσι απ’ το Nότο, όπου αρκετοί έκαναν ακόμη τα μπάνια τους, απορούσαν βλέποντας τα χνότα απ’ το στόμα τους όταν μιλούσαν, λόγω της ψύχρας. Ο άνθρωπος που έκανε τον έλεγχο στα κουπέ με τις κουκέτες ήταν 43 ετών. Τον έλεγαν Πιέρ, αλλά οι φίλοι του τον φώναζαν Μπεμπέ. Ανήκε στην άκρα αριστερά και στο μυαλό του κυριαρχούσε η απεργία την οποία θα ξεκινούσαν την επόμενη βδομάδα».

Εάν θα έπρεπε να διαβάσει κανείς ένα ατμοσφαιρικό αστυνομικό μυθιστόρημα στις αρχές του φθινοπώρου, ίσως αυτό που θα κέρδιζε τις εντυπώσεις, αυτό που πραγματικά θα αποζημίωνε τους αναγνώστες για την επιλογή τους, να ήταν το «Βαγόνι των δολοφόνων» του Σεμπαστιέν Ζαπριζό. Κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση του Ανδρέα Παππά. Πολύ σωστά θα έχετε κάνει την αναγωγή στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθέτησε ο Κώστας Γαβράς «Compartiment tueurs» με τους Ιβ Μοντάν, Σιμόν Σινιορέ, Μισέλ Πικολί, Ζαν Λουί Τρεντινιάν, καθώς είναι βασισμένη στο βιβλίο αυτό.

Το μυθιστόρημα όμως σε πάει πολύ παραπέρα από την ομολογουμένως ατμοσφαιρική ταινία που τη φωτογραφία της επιμελήθηκε ο «μάγος» Ζαν Τουρνιέ. Πρωτοκυκλοφόρησε το 1962 και ο Ζαπριζό, κατά κόσμον Ζαν-Μπατίστ Ρόσι, αργότερα θα γράψει πολλά βιβλία, θα κερδίσει αρκετά βραβεία και διακρίσεις, και βέβαια θα γίνει πολύ γνωστός σεναριογράφος και σκηνοθέτης. Στη λογοτεχνία θα αφήσει το αποτύπωμά του ως ο «συγγραφέας που ανέτρεψε τους κανόνες του αστυνομικού είδους, διέλυσε τους καθιερωμένους τύπους της αφήγησης και τους επανασύνδεσε με πρωτότυπους και παράδοξους τύπους». Στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί παλιότερα λίγα βιβλία του όπως το «Μαύρα γυαλιά» (Κέδρος, 2013), «Το φονικό καλοκαίρι»(Κέδρος, 2007), «Οι ατέλειωτοι αρραβώνες» (Πατάκης, 2004), «Παγίδα για τη Σταχτοπούτα» (Κέδρος, 2002).

Φανταστείτε, λοιπόν, ότι φτάνετε ένα φθινοπωρινό πρωινό με το τρένο από τη Μασσαλία στην αποβάθρα του σιδηροδρομικού σταθμού του Παρισιού. Η υποβλητική νουάρ αφήγηση του συγγραφέα σας βάζει αμέσως στο κλίμα συστήνοντας τον Πιέρ ή Μπεμπέ που κάνει τον έλεγχο στα κουπέ με τις κουκέτες. Ανακαλύπτει το θύμα σε ένα από αυτά: «Η γυναίκα ήταν ξαπλωμένη λοξά στην κάτω δεξιά κουκέτα∙ τα πόδια της κρέμονταν με παράξενο τρόπο, έτσι που να μη διακρίνονται οι πατούσες της. Απ’ το παράθυρο, το φως της ημέρας έπεφτε στα ορθάνοιχτα μάτια της. Τα ρούχα της, σκούρο ταγιέρ και άσπρη μπλούζα, ήταν ζαρωμένα, όχι όμως περισσότερο από ό,τι είναι συνήθως τα ρούχα μιας επιβάτιδας της δεύτερης θέσης που έχει ξαπλώσει στην κουκέτα της ντυμένη. Το αριστερό χέρι της έσφιγγε την άκρη της κουκέτας, το δεξί ήταν ακουμπισμένο στο λεπτό στρώμα, το σώμα της έδειχνε σαν να έχει ακινητοποιηθεί ενώ προσπαθούσε μάταια να ανασηκωθεί. Η φούστα του ταγιέρ της ήταν ανασηκωμένη πάνω απ’ το γόνατο. Τα μαύρα ψηλοτάκουνα γοβάκια της ήταν πεσμένα στη διπλωμένη γκρίζα κουβέρτα, στο κάτω μέρος της κουκέτας».

Αμέσως μετά την ανακάλυψη του πτώματος της τριαντάχρονης πωλήτριας αρωμάτων Ζορζέτ Τομά αρχίζει μια καταιγιστική αφήγηση με κύριο πρωταγωνιστή τον αστυνομικό επιθεωρητή Αντουάν Πιέρ Εμίλ Γκρατσιανό, με το παρατσούκλι «Γκράτσι». «Ο Γκράτσι, που φορούσε μπλε πανωφόρι τριμμένο στους αγκώνες, ήταν πολύ ψηλός, αδύνατος, με ανοιχτά καστανά μαλλιά και με ώμους που έδειχναν να κουβαλάνε τριανταπέντε ή σαράντα χρόνια αφοσίωσης στο καθήκον».

Θα ανακαλύψει σχετικά σύντομα ότι και οι έξι συνεπιβάτες του κουπέ της νεκρής γυναίκας είναι εξαφανισμένοι. Με τον βοηθό του συνεχίζουν την αναζήτηση των έξι άγνωστων μεταξύ τους επιβατών, Ριβολανί, Νταρρές, Μπομπά, Τομά, Γκαροντύ, Καμπούρ, οι οποίοι όμως δολοφονούνται ο ένας μετά τον άλλον. Ενας λαθρεπιβάτης, που οι επιβάτες αγνοούν, θα δώσει φως στην υπόθεση.

Ο συγγραφέας δεν μένει μόνο στην αναζήτηση του δολοφόνου, στο κλασικό δηλαδή ερώτημα «Ποιος το έκανε;», αλλά αναπαριστά πολύ επιτυχημένα την εποχή και τους ανθρώπους της. Το Παρίσι της δεκαετίας του 1960 είναι ένα σαγηνευτικό σκηνικό, όμως ο συγγραφέας εμβαθύνει στη μοναξιά των ηρώων του, στις κοινωνικές ανισότητες, στη διαφθορά και βέβαια στην προσπάθεια ενός κουρασμένου από τα καθήκοντά του αστυνομικού να αποδοθεί δικαιοσύνη.

Ανακαλύπτοντας αυτό το μυθιστόρημα του 1962, ο αναγνώστης καταλαβαίνει από τις πρώτες σελίδες ότι βρίσκεται μπροστά σε έναν πολύ μοντέρνο πρωτότυπο τρόπο γραφής με μια εξαιρετικά καλοδουλεμένη πλοκή. Οι ευρηματικοί διάλογοι «πυροδοτούν» την ατμόσφαιρα και, ναι, είναι εύκολο να φανταστεί κανείς ότι βλέπει μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία. Ο Κώστας Γαβράς, μιλώντας για το βιβλίο αυτό, είχε πει ότι του άρεσε πολύ η σοβαρή πλευρά της αστυνομικής έρευνας και η καθόλου σοβαρή διάσταση της ατμόσφαιρας, πιο συγκεκριμένα «υπάρχει κάτι χαρούμενο και ζωντανό, μετακομίζουμε συνεχώς από το ένα σκηνικό στο άλλο, από τον ένα χαρακτήρα στον άλλον, το μυθιστόρημα και η σκηνοθεσία είναι σε διαρκή κίνηση, η ζωή είναι σε κάθε σκηνή, με τα δράματά της και τις στιγμές χιούμορ της».

Ο Σεμπαστιάν Ζαπριζό πέθανε στις 4 Μαρτίου 2003 στο Βισί. Το τελευταίο του μυθιστόρημα «Là-haut les tambours» παρέμεινε ημιτελές. Είναι όμως απορίας άξιο το γιατί δεν έχουν μεταφραστεί ή επανακυκλοφορήσει πολλά βιβλία του στα ελληνικά. Ισως το «Βαγόνι των δολοφόνων» να είναι μια καλή αρχή για να μεταφραστούν ή επανακυκλοφορήσουν και άλλα βιβλία του ώστε να γνωρίσουμε περισσότερο αυτόν τον πολυβραβευμένο Γάλλο στιλίστα της αστυνομικής λογοτεχνίας.