ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αρχικά, υπήρχε η θρυλική έκδοση σε βινύλιο με τον Γκέζα Αντα και την Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας του Βερολίνου υπό τον Φέρεντς Φρίτσαϊ, ηχογραφημένη σε πρώιμο Stereo στο μεταπολεμικό Βερολίνο της DG, το πολύ μακρινό 1959· σήμερα κάποιοι παλιοί την έχουν ακόμη παροπλισμένη από τα πολλά παιξίματα, άλλοι, μανιακοί συλλέκτες, την ψάχνουν στο διαδίκτυο στην πρωτότυπη εκτύπωση ή σε επανεκδόσεις σε CD!

Υστερα ήρθαν άλλοτε μεμονωμένες, άλλοτε συνολικές ηχογραφήσεις από τους εκάστοτε κορυφαίους πιανίστες των ένδοξων μεταπολεμικών δεκαετιών: διάφοροι Τσέχοι πιανίστες υπό τον Αντσερλ ή τους Σμέτατσεκ, Ρίχτερ, Πολίνι, Αργκεριχ, Ασκενάζι, Ζάντορ, Μπάρενμποϊμ, Μπαβουζέ, Ντόνοχοε, Σιφ…

Αναπόδραστα, μετά απ’ όλη αυτή τη δισκογραφία, αναρωτιέται κανείς τι απομένει ακόμη να προστεθεί που δεν έχει ήδη διατυπωθεί σε κάποια από αυτές τις ηχογραφήσεις. Η διερώτηση, φυσικά, είναι γενικότερη και ισχύει εξίσου για τον Μπετόβεν ή τον Μάλερ. Η απάντηση είναι ότι κάθε εποχή έχει να προσθέσει τη δική της, έστω διαφορετική, ανεπαίσθητα μετακινημένη οπτική στα πράγματα: αλλιώς εκτιμούσαμε -ή απεχθανόμασταν ή φοβόμασταν!- τον Μπάρτοκ το 1960, αλλιώς τις πιο «επαναστατικές» δεκαετίες του ’70, του ’80 και του ’90, αλλιώς τον προσεγγίζουμε σήμερα που πια όλα(;) τα έχουμε ακούσει και που ο ιστορικός μοντερνισμός είναι πια άνω των 100 ετών!

Αυτό ακριβώς έρχεται να προσφέρει η εξαιρετική, ολοκαίνουργια έκδοση της τσεχικής Supraphon [SU 4360-2] με σολίστα τον Τομάς Βράνα και τη Φιλαρμονική Ορχήστρα «Γιάνατσεκ» της τσεχικής Οστράβα υπό τον αρχιμουσικό Γκάμπορ Κάλι. Μία από τις λιγοστές διεθνείς δισκογραφικές εταιρείες που έχει κρατήσει το υψηλότατο επίπεδό της για περισσότερο από μισόν αιώνα –στην προ Ευρωπαϊκής Ενωσης Αθήνα των 70ς η δισκογραφία της μάς έδινε πρόσβαση σε ό,τι πιο προχωρημένο!- η Supraphon δίνει εδώ τον λόγο σε έναν πολυβραβευμένο 31χρονο Τσέχο πιανίστα και σε έναν 42χρονο Ούγγρο αρχιμουσικό που διαθέτει ήδη διεθνή σταδιοδρομία στα μεγάλα μουσικά κέντρα της Δύσης και όχι μόνο. Σε αγαστή σύμπνοια οι δύο διαπλάθουν σύγχρονες ερμηνείες των τριών, μεταξύ τους ασύλληπτα διαφορετικών κοντσέρτων.

Καταρχήν η ποιότητα της ψηφιακής ηχογράφησης είναι εξωπραγματική καθώς διαθέτει ακτινογραφική διαφάνεια και ταυτόχρονα δεν καταργεί τη φοβιστικά επιθετική υπερφόρτωση των δυναμικών στις κορυφώσεις· αυτό εκτιμάται ιδιαίτερα στο σκόπιμα «βαρβαρικό», εφιαλτικά στριφνογραμμένο «Κοντσέρτο αρ.1» όσο και στο λαμπερό, εορταστικής διάθεσης «Κοντσέρτο αρ.2».

Αντίθετα στο πεισιθάνατα λυρικό «Κοντσέρτο αρ.3» ο ήχος προβάλλει αλαφρύς, διάφανος, δίχως βία ακόμα και στις εκρηκτικές κορυφώσεις του τρίτου μέρους. Ο πιανίστας ζωντανεύει τη γραφή του Μπάρτοκ αναδεικνύοντας τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της σε κάθε ένα από τα κοντσέρτα: την ασυμβίβαστη, νεανική ατομικότητα και τη χρήση του πιάνου ως κρουστού στο απερίφραστα μοντερνιστικό «Πρώτο» (1926), την περίτεχνη αρχιτεκτονική του «Δεύτερου» (1930/31), την ποίηση της βαθιάς μελαγχολίας στο «Τρίτο» (1945), γραμμένο ενώ ο συνθέτης, αυτοεξόριστος στις ΗΠΑ, ετοιμάζεται να αντιμετωπίσει τον θάνατο μακριά από την πατρίδα…

Και στα τρία αναδύονται και αποδίδονται έξοχα οι περαστικές «βινιέτες» ουγγρικών ακουσμάτων. Παρ’ ότι μέχρι σήμερα ακόμη η υπεράνθρωπη δυσκολία εκτέλεσης, τόσο για τον σολίστα όσο και για την ορχήστρα, έχει ως αποτέλεσμα την όχι συχνή παρουσίαση των κοντσέρτων αυτών, ο Βράνα τα παίζει με αβίαστη φυσικότητα! Την επίδοσή του θαύμασε απερίφραστα ένας άλλος, ώριμος, κορυφαίος πιανίστας, ο Γάλλος ερμηνευτής έργων του 20ού αιώνα, Ζαν-Εφλάμ Μπαβουζέ: «Εκτός του ότι είναι μάλλον σπάνιο να συναντήσει κανείς πιανίστα τόσο αφοσιωμένο σε τόσο δύσκολα κομμάτια, είναι ακόμα σπανιότερο να δει έναν νέο μουσικό να τα δαμάζει με τέτοια μουσική ευφυΐα και βαθιά γνώση της ορχηστρικής παρτιτούρας, συνδυασμένη με άριστη αίσθηση του ρυθμού και άριστη τεχνική». Στα παραπάνω αξίζει να προσθέσουμε το θαυμάσιο κείμενο του ίδιου του πιανίστα -καθόλου στεγνά μουσικολογικό- στο συνοδευτικό φυλλάδιο της έκδοσης.