ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μιαν εξαιρετική αλλά έκδηλα ασυνάρτητη από άποψη προγράμματος συναυλία παρακολουθήσαμε στις 10/7/2025 στο κατάμεστο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών. Την Ορχήστρα Δωματίου της Ευρώπης (COE), πολυεθνικής σύνθεσης σύνολο που ιδρύθηκε το 1981 και διαπλάστηκε από κορυφαίους αρχιμουσικούς των μεταπολεμικών χρόνων όπως οι Κλάουντιο Αμπάντο, Νικολάους Χάρνονκουρτ και Μπέρναρντ Χάιτινκ, διηύθυνε ο Κωνσταντίνος Καρύδης.

Ανιψιός του διάσημου Μιλτιάδη Καρύδη, ο 51χρονος Ελληνας αρχιμουσικός διαπρέπει στην Ευρώπη, διευθύνοντας μεγάλες ορχήστρες του κεντροευρωπαϊκού χώρου σε τακτικές συναυλίες και φεστιβάλ, ενώ δραστηριοποιείται επίσης στον χώρο της όπερας. Ας θυμίσω εδώ τις άριστες εντυπώσεις που είχε αφήσει ο Καρύδης διευθύνοντας «Το όνειρο καλοκαιρινής νύχτας» του Μπρίτεν στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών 2018, επί Λούκου.

Η βραδιά ξεκίνησε με τη σύνθεση «Ω φως αφεγγές! – Ωδή στον Οιδίποδα» του Περικλή Κούκου, βασισμένη στη μουσική του συνθέτη για παράσταση στην Επίδαυρο το 2005. Αφιερωμένη στον αρχιμουσικό, του οποίου ο Κούκος υπήρξε μέντορας, η νέα επεξεργασία της σκηνικής μουσικής ήταν από κοινού ανάθεση της COE και του Φεστιβάλ Αθηνών. Τραγούδησε ο βαρύτονος Τάσης Χριστογιαννόπουλος.

Ακολούθησε αμέσως το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ.2» (1839/40) του Λιστ με σολίστ τον 42χρονο Φραντσέσκο Πιεμοντέζι. Ο Ιταλοελβετός πιανίστας πρόσφερε μια ρωμαλέα, τεχνικά αψεγάδιαστη ερμηνεία, φροντισμένη σε βάθος λεπτομέρειας, απόλυτα ταιριαστή στο μεγαλόστομο, εξωστρεφές ύφος του ρομαντικού συνθέτη: ρωμαλέος, λαμπερός ήχος που του εξασφάλιζε άνετη επικράτηση επί του ήχου της ορχήστρας, κρυστάλλινης καθαρότητας άρθρωση, καίριοι χρονισμοί στις εξάρσεις και στη φραστική, ωραίος χειρισμός των θεατρικά σκηνοθετημένων μεταπτώσεων προς θύλακες λυρικού αναστοχασμού, δεξιοτεχνία στην υπηρεσία της δραματουργίας. Με εξαίρεση τις καντέντσες και κάποιες σύντομες σολιστικές γέφυρες, το ηχητικό αφήγημα του «Κοντσέρτου για πιάνο αρ. 2» του Λιστ είναι προϊόν συνεχούς, άρρηκτα συνυφασμένης, «ανταγωνιστικής» σύμπραξης της ορχήστρας και του σολίστα. Στην εκτέλεση που ακούσαμε τα συνεχή περάσματα μεταξύ των δύο ήχησαν απολαυστικά αβίαστα, αθλητικά σβέλτα και με αόρατες ραφές!

Το δεύτερο μέρος ξεκίνησε τελείως αψυχολόγητα και αταίριαστα με τη σύντομη άρια «Music for a while» από τη σκηνική μουσική που συνέθεσε ο Πέρσελ το 1692 για τον θεατρικό «Οιδίποδα» των Ντάιντεν και Λι (Λονδίνο, τέλη 18ου αιώνα). Ερμήνευσαν ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος και η πιανίστρια Σοφία Ταμβακοπούλου στην εκδοχή για βαρύτονο και σόλο πιάνο σε εναρμόνιση του Μπέντζαμιν Μπρίτεν· τι «concept» ήταν αυτό που δικαιολογεί την παρεμβολή μιας άριας με πιάνο σε μια συμφωνική συναυλία και μάλιστα από το βάθος της σκηνής ουδείς κατάλαβε…

Η βραδιά ολοκληρώθηκε με την «Φανταστική Συμφωνία» (1830) του Μπερλιόζ, ένα από τα μείζονα, κομβικά αριστουργήματα του Ρομαντισμού, γραμμένο μόλις τρία χρόνια μετά τον θάνατο του Μπετόβεν. Εχοντας απέναντί του μια ορχήστρα ύψιστου επιπέδου και σε πλήρη εγρήγορση, ο ταλαντούχος Καρύδης επιστράτευσε το πλήρες μέγεθος των επιδόσεών του και διέπλασε μιαν ερμηνεία τελειοθηρικά φινιρισμένη, στην οποία η εμπνευσμένη, επαναστατικά ανανεωτική γραφή του Γάλλου ρομαντικού πρόβαλε φωτισμένη σε κάθε της λεπτομέρεια.

Η διαφάνεια και ο σφιχτά εστιασμένος ήχος των εγχόρδων κατέστησαν πλήρως αναγνώσιμους τους μηχανισμούς αρμονικής και φραστικής διατύπωσης της μουσικής, εντείνοντας στο μέγιστο τη συγκινησιακή διέγερση και, ταυτόχρονα, αποτέλεσαν την ασφαλή, ενεργό βάση επάνω στην οποία συμπληρώθηκε το ακρόαμα με τις συνεισφορές των ξύλινων και χάλκινων πνευστών.

Δοσμένο με μεστό, δυνατό, θαυμαστά διάφανο ήχο, ασύλληπτης ποιότητας συνεισφορές από τα πνευστά, συγκροτημένο με ακαριαία ανακλαστικά, το ακρόαμα ίσως υστερούσε μόνον σε αίσθηση συνολικής αμεσότητας: η υπερβολική –αν και αναμφίβολα συναρπαστική- έμφαση στην ανάδειξη της λεπτομέρειας μοιραία μετρίασε, επισκίασε θα λέγαμε, την κυριαρχία της συνολικής αγωνιώδους, δυσοίωνης διάθεσης που διέπει τη «Φανταστική» και η οποία κορυφώνεται στον δαιμονικό χαρακτήρα ειδικά των δύο καταληκτικών μερών της: την εμβατηριακή «Πορεία προς το μαρτύριο» και το αντάξιο ενός Γκόγια, εφιαλτικό «Ονειρο μιας Νύχτας του Σαββάτου». Πρόκειται, όμως, για χαρακτήρα ο οποίος απαιτεί κάτι διαφορετικό από το αριστοτεχνικά εκπολιτισμένο ραφινάρισμα του ωραίου, ακριβούς, λεπτομερώς φροντισμένου ήχου· ύπουλη, κραταιά παγίδα τα δίχτυα της οποίας έχουν διαρρήξει λιγοστοί μόνον μεγάλοι αρχιμουσικοί…