Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η μουσική των Public Service Broadcasting μοιάζει με ραδιοφωνικό σήμα από μια άλλη εποχή. Αποσπάσματα από ταινίες, ντοκιμαντέρ και παλιές ειδήσεις που αποκτούν νέα ζωή μέσα από ρυθμούς, κιθάρες και σύνθια.

Ο J. Willgoose, άνθρωπος πίσω από το concept, μιλά στην efsyn city για τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην ιστορική ακρίβεια και τη δημιουργική ελευθερία, για όσα τον εμπνέουν και για το γιατί η μουσική του δεν είναι «μάθημα Ιστορίας», αλλά μια γιορτή της ίδιας της ζωής.

Από το “Inform-Educate-Entertain” έως το “BrightMagic” και το “TheLastFlight”, πώς έχει αλλάξει η δημιουργική σου διαδικασία; Έχουν επηρεάσει την πορεία σου η τεχνολογία ή το περιβάλλον;

Η ουσία της διαδικασίας παραμένει η ίδια. Ξεκινώ πάντα με πολύ διάβασμα και αφήνω τον εγκέφαλό μου να επεξεργαστεί και να οργανώσει τις πληροφορίες, συχνά χωρίς να τον πιέζω συνειδητά. Παράλληλα έχω κάποιες μουσικές ιδέες που αιωρούνται εκείνη την περίοδο και τις δοκιμάζω σε συνδυασμό με τις αφηγηματικές ιδέες μου για να δω αν ταιριάζουν ή αν μπορούν να δημιουργήσουν ενδιαφέρουσες αντιθέσεις. Είμαστε αρκετά τυχεροί που πλέον έχουμε λίγο περισσότερο χρόνο, χώρο και προϋπολογισμό -έστω κι αν αυτό σημαίνει δύο ή τρεις μέρες σε ένα κανονικό στούντιο ανά δίσκο- ώστε να μπορούμε να εξελίξουμε τον ήχο μας με τρόπους που δεν μπορούσαμε στα πρώτα χρόνια. Επίσης πιστεύω πως έχω βελτιωθεί αισθητά και στο τεχνικό κομμάτι του ήχου.

Μπορείς να θυμηθείς κάποια στιγμή κατά τη δημιουργία ενός άλμπουμ όπου κάτι δεν πήγε όπως το σχεδίαζες, αλλά τελικά βγήκε σε καλό;

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα πάει πολύ πίσω, στην περίοδο που έγραφα το Spitfire. Ήθελα να χρησιμοποιήσω ένα φιλμ που λεγόταν Target For Tonight για το αρχικό ριφ, αλλά το BFI μου είπε ότι δεν το είχε και μου πρότεινε το The First of the Few στη θέση του. Αυτό άλλαξε εντελώς την κατεύθυνση του κομματιού και το έκανε πιο συμβολικό, κάτι που νομίζω ότι τελικά ωφέλησε πολύ τη μπάντα. Μου έμαθε και τη δύναμη των συμβόλων και της εικονογραφίας.

Στη δουλειά σου συνδυάζεις δείγματα (samples) με πρωτότυπη μουσική. Από πού ξεκινάς συνήθως; Από το δείγμα ή από τη μουσική ιδέα;

Μου το ρωτάνε συχνά αυτό, και η απάντηση είναι πάντα η ίδια: εξαρτάται! Πλέον δεν δουλεύουμε συχνά με δείγματα με τη στενή έννοια. Στο TheLastFlight, για παράδειγμα, ηχογραφήσαμε όλα τα samples με ηθοποιούς, χρησιμοποιώντας αποσπάσματα από γραπτά κείμενα, ειδησεογραφικά ρεπορτάζ κ.λπ. Συνήθως δουλεύω παράλληλα πάνω σε δύο επίπεδα: το αφηγηματικό, που επηρεάζεται από το υλικό πηγής, και το μουσικό, που διαμορφώνεται από τις ιδέες που έχω εκείνη την εποχή. Μερικές φορές, όπως στο Go!, τα δείγματα προϋπήρχαν της μουσικής, πιο συχνά όμως η μουσική ιδέα προηγείται. Δεν υπάρχει σταθερό μοτίβο.

Πώς διαχειρίζεσαι τη συνεργασία ανάμεσα στα μέλη της μπάντας, ειδικά τώρα που το σχήμα έχει μεγαλώσει (με την προσθήκη του JFAbraham κ.ά.); Πόση δημιουργική ελευθερία έχει ο καθένας;

Θα έλεγα ότι λειτουργώ με τη νοοτροπία ενός “ευγενικού δικτάτορα”. Κάνω όλη τη σύνθεση και δίνω τη δημιουργική κατεύθυνση, αλλά ταυτόχρονα θέλω να νιώθουν όλοι ελεύθεροι να προτείνουν ιδέες. Όταν ηχογραφούμε, για παράδειγμα, ο Wrigglesworth φέρνει τα τύμπανα στη φυσική τους διάσταση και ο JFA προσθέτει ορχηστρικές υφές. Ξέρουν, όμως, ότι συνήθως έχω μια αρκετά ξεκάθαρη εικόνα του αποτελέσματος που επιδιώκω.

Τα θέματα που επιλέγεις έχουν συχνά μεγάλες, δραματικές αφηγήσεις: Διάστημα, βιομηχανική παρακμή, αεροπορία. Τι σε ελκύει σε αυτές τις ιστορίες ανθρώπινης φιλοδοξίας, ρίσκου και περιπέτειας;

Πιστεύω πως αυτό που συνδέει όλους τους δίσκους μας είναι το ανθρώπινο πνεύμα. Κάθε άλμπουμ, εκ των υστέρων, μοιάζει να εξερευνά μια διαφορετική πτυχή του. Το ηρωικό, το τραγικό, το δημιουργικό, το εξερευνητικό… Νομίζω πως αυτό προσπαθεί να εκφράσει τελικά το μυαλό μου (ή ό,τι άλλο κινεί τα νήματα της σκέψης μου): το δέος, τον θαυμασμό, αλλά και την περιστασιακή ντροπή ή απογοήτευση για το είδος μας και τον κόσμο όπου ζούμε.

Ποιο ρόλο παίζει ο οπτικός σχεδιασμός, η σκηνοθεσία και τα πολυμέσα στις ζωντανές σας εμφανίσεις; Μπορείς να θυμηθείς μια στιγμή που τα visuals έκαναν πραγματικά τη διαφορά;

Πρώτα απ’ όλα, πιστεύω πως η μουσική πρέπει να είναι αρκετά δυνατή ώστε να σταθεί από μόνη της. Διαφορετικά τα οπτικά εφέ και οι προσθήκες κινδυνεύουν να λειτουργήσουν σαν δεκανίκια ή gimmicks. Ένα κομμάτι πρέπει να επικοινωνεί με το κοινό από μόνο του, είτε το ακούσει στο ραδιόφωνο είτε στο Spotify. Παρ’ όλα αυτά, στις ζωντανές εμφανίσεις ο φωτισμός, τα σκηνικά και τα οπτικά στοιχεία έχουν τεράστια δύναμη και μπορούν να απογειώσουν το show. Όμως όλα πρέπει να ξεκινούν από μια γερή μουσική βάση, αλλιώς, τίποτα δεν έχει αξία.

Πώς θα ήθελες να νιώθει ο ακροατής, ή τι θα ήθελες να πάρει μαζί του, αφού ακούσει ένα θεματικό σας άλμπουμ, είτε στο live είτε στο στούντιο;

Δεν αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να υπαγορεύσω πώς πρέπει να νιώθει κάποιος. Πιστεύω πως ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που κάνουμε, είτε εγώ ως συνθέτης είτε εμείς ως μπάντα, είναι να αφήνουμε χώρο στον ακροατή να βρει τη δική του διαδρομή μέσα στα άλμπουμ. Μερικές φορές αυτή η εμπειρία μπορεί να απέχει πολύ από τη δική μου, αλλά αυτή είναι η φύση της δημιουργικής και ερμηνευτικής διαδικασίας, που αποτελούν και δύο πολύ διαφορετικούς κόσμους.

Στο “Every Valley” ασχολήθηκες με την ιστορία της εξόρυξης άνθρακα στην Ουαλία. Πώς προσεγγίζεις τις κοινότητες που συνδέονται με τις ιστορίες που αφηγείσαι και τι είδους ανταπόκριση έχεις λάβει από αυτές;

Ένιωθα ότι αν επρόκειτο να ασχοληθούμε με ένα τόσο φορτισμένο πολιτικά και γεωγραφικά θέμα όπως η εξόρυξη άνθρακα, και ειδικά στη νότια Ουαλία, έπρεπε να είμαστε αρκετά θαρραλέοι ώστε να πάμε εκεί και να μιλήσουμε με τους ανθρώπους. Εν μέρει για να ζητήσουμε την ευλογία τους για να αφηγηθούμε την ιστορία -και χαίρομαι που αυτό συνέβη σε πολύ μεγάλο βαθμό-αλλά και για να βυθιστώ ο ίδιος σε εκείνη την ατμόσφαιρα, ως συγγραφέας και μουσικός, ώστε να αφήσω αυτό το περιβάλλον να διαποτίσει τον χαρακτήρα του δίσκου. Έχουμε πια έναν ισχυρό δεσμό με τη νότια Ουαλία, κάτι που μου δείχνει ότι μάλλον κάναμε κάτι σωστά με εκείνο το άλμπουμ.

Σε απασχολεί ποτέ η ισορροπία ανάμεσα στο να είστε εκπαιδευτικοί/ ντοκιμαντερίστες και στο να είστε διασκεδαστές / καλλιτέχνες; Πώς τη διατηρείτε;

Δεν είμαστε εκπαιδευτικοί ούτε φτιάχνουμε ντοκιμαντέρ, οπότε δεν υπάρχει κάποια ισορροπία να διατηρήσουμε. Είχα γράψει, με πολύ σαρκασμό, πριν από περίπου 15 χρόνια, ότι “διδάσκουμε τα μαθήματα του παρελθόντος μέσα από τη μουσική του μέλλοντος”. Αυτό ήταν και παραμένει μεγάλη ανοησία! Παρ’ όλα αυτά, από τότε πολλοί φαίνεται να μας παρερμήνευσαν, λες και είμαστε η μπάντα που θα δώσει στο κοινό ένα κουίζ στο τέλος της συναυλίας. Εμείς ανήκουμε στη βιομηχανία της ψυχαγωγίας. Θέλουμε να διασκεδάσουμε τον κόσμο, να του δώσουμε λίγη από την ελπίδα, το θαύμα και τη χαρά που παίρνουμε κι εμείς μέσα από τη δημιουργία. Δεν υπάρχει τεστ στο τέλος του live!Μπορεί να υπάρξει όμως κομφετί ή ένα glittercannon, κι αυτό λέει όλη την αλήθεια για το πώς το βλέπουμε!

Ποιες είναι μερικές μη μουσικές επιρροές (βιβλία, ταινίες, εικαστικά, αρχιτεκτονική κ.λπ.) που έχουν επηρεάσει το έργο των PSB τα τελευταία χρόνια;

J. Willgoose: Το τελευταίο άλμπουμ, The Last Flight, γράφτηκε με έμπνευση τα ίδια τα γραπτά της AmeliaEarhart, ιδίως στο βιβλίο LastFlight, καθώς και με χρήση αποκομμάτων εφημερίδων και αποσπασμάτων από παλαιότερα βιβλία της. Γενικά αντλώ έμπνευση απ’ όπου μπορώ, βιβλία, ταινίες, ποίηση, μουσεία, οτιδήποτε. Πρόσφατα ήμουν σε ένα μουσείο στη Λυών, άκουγα τον ηχητικό οδηγό που μιλούσε για έναν πίνακα του Degas, και κατέληξα να σημειώνω ένα απόσπασμα απ’ όσα έλεγε. Ό,τι διαβάζω, βλέπω, ακούω ή βιώνω περνά μέσα από το δικό μου μουσικό φίλτρο και βγαίνει από την άλλη πλευρά με τη μορφή ήχου. Οπότε ναι, οι επιρροές είναι πολλές!

INFO

Οι Public Service Broadcasting εμφανίζονται ζωντανά το Σάββατο 18 Οκτωβρίου στο Gazarte Ground Stage στην Αθήνα.

Εισιτήρια προπωλούνται μέσω της more.com και του δικτύου καταστημάτων της.

Ηλεκτρονική προπώληση ΕΔΩ.