Κάθε χρόνο, περισσότεροι από πέντε εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Παρ’ όλα αυτά και κόντρα στη διαδεδομένη αντίληψη περί γήρανσης της ηπείρου, την 1η Ιανουαρίου 2024 ο πληθυσμός της Ευρωπαϊκής Ενωσης ήταν 449 εκατομμύρια άτομα, σημειώνοντας αύξηση 0,4% σε σύγκριση με τα 448 εκατομμύρια της προηγούμενης χρονιάς.
Οι διαφορές μεταξύ των κυριότερων αιτιών θανάτου στις ευρωπαϊκές χώρες ωστόσο αποδεικνύονται μεγάλες, όπως προκύπτει από δημοσιογραφική έρευνα της ισπανικής εφημερίδας El Confidencial στην οποία συνέδραμε η «Εφ.Συν.» στο πλαίσιο του προγράμματος Pulse. Ενα εντυπωσιακό εύρημα ήταν ότι οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης έχουν διπλάσιο ποσοστό θανάτων από καρδιαγγειακά νοσήματα σε σχέση με την Ισπανία.
Ζώνες κινδύνου
Συνολικά στην Ευρώπη η κύρια αιτία θανάτων είναι οι ασθένειες του κυκλοφορικού συστήματος, που αντιπροσωπεύουν το 32% των απωλειών. Ακολουθεί ο καρκίνος, με 22%, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat από το 2022. Εκείνη τη χρονιά, η Covid-19 εξακολουθούσε να έχει σημαντικό αντίκτυπο στην ευρωπαϊκή θνησιμότητα, αποτελώντας την κύρια αιτία στο 6% των περιπτώσεων και έως και μία στις δέκα στην Ελλάδα και τη Σλοβενία.
Ωστόσο, τα στοιχεία διαφέρουν σημαντικά ανά χώρα. Η Ισπανία είναι μία από τις χώρες με τα χαμηλότερα ποσοστά θανάτων από ασθένειες του κυκλοφορικού συστήματος, που αντιστοιχούν στο 26% όλων των θανάτων. Μόνο η Γαλλία έχει χαμηλότερο ποσοστό (21%). Στον αντίποδα τα ποσοστά αυτά είναι πολύ υψηλότερα στη Βουλγαρία (61%), τη Ρουμανία (56%) και τη Λιθουανία (52%).
«Η Ευρώπη χωρίζεται σε τρεις ζώνες κινδύνου, με τις χώρες της Ανατολικής και ορισμένες της Βόρειας Ευρώπης να είναι υψηλού κινδύνου», εξηγεί ο dr. Luis Rodríguez Padial, πρόεδρος της Ισπανικής Καρδιολογικής Εταιρείας (SEC). Η πιθανότητα εμφάνισης καρδιαγγειακών προβλημάτων είναι υψηλότερη σε αυτές τις περιοχές απ’ ό,τι στις περιοχές χαμηλού κινδύνου που βρίσκονται στην περιοχή της Μεσογείου.
Ως προς τις απώλειες από καρδιοαγγειακά νοσήματα, η Ελλάδα παρουσιάζει χειρότερα αποτελέσματα από τις περισσότερες μεσογειακές και νότιες χώρες (όπως οι Ιταλία, Ισπανία και η Γαλλία) αλλά καλύτερα από τη Γερμανία και τις περισσότερες περιοχές των Βαλκανίων και της κεντρικής Ευρώπης, ενώ βρίσκεται λίγο κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η πανδημία
Βάσει των στοιχείων της Eurostat, η γεωγραφική περιοχή της Ελλάδας με τις αναλογικά μικρότερες απώλειες από ισχαιμικά επεισόδια είναι η Κρήτη και οι χειρότερες είναι η Ανατολική Μακεδονία-Θράκη και η Στερεά Ελλάδα. Η μεγαλύτερη θνησιμότητα από καρκίνους στην Ελλάδα εντοπίζεται στη Δυτική Μακεδονία (248,28 νεκροί ανά 100.000 κατοίκους), στην Αττική (246,08) και στη Δυτική Ελλάδα (νομοί Ηλείας, Αχαΐας και Αιτωλοακαρνανίας με 237,19) ενώ η χαμηλότερη στην Ηπειρο (210,45 ανά 100.000 κατοίκους).
Οπως και σε όλη την Ευρώπη και στη χώρα μας πρώτη αιτία θανάτου παραμένουν διαχρονικά τα καρδιακά επεισόδια και δεύτερη οι καρκίνοι. Η μεγάλη διαφοροποίηση είναι στην τρίτη θέση όπου ειδικά για το 2022 η Ελλάδα είχε τους θανάτους λόγω Covid, όντας με διαφορά στη χειρότερη θέση στην Ε.Ε., στοιχείο που επιβεβαιώνει την «εγκληματική» διαχείριση της πανδημίας από την ελληνική κυβέρνηση.
Πόσο ασφαλής είναι όμως η εξαγωγή συμπερασμάτων για τις αιτίες των διαφορετικών θνησιμοτήτων από χώρα σε χώρα και από περιοχή σε περιοχή εντός της ίδιας χώρας βάσει (μόνο) των στοιχείων θνησιμότητας; Ο Ισπανός καρδιολόγος αποδίδει αυτές τις διαφορές στους παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με αυτούς τους τύπους ασθενειών:
«Οι άνθρωποι στις περιοχές με μεγαλύτερη θνησιμότητα καπνίζουν περισσότερο, έχουν υψηλότερη χοληστερόλη και πιθανώς υπάρχουν και γενετικοί παράγοντες», εξηγεί, αν και διαβεβαιώνει ότι η έκταση αυτών των παραγόντων είναι λιγότερο γνωστή. Σύμφωνα με τη Eurostat, η Βουλγαρία κατέχει την πρώτη θέση σε αρκετούς αρνητικούς δείκτες υγείας στην Ε.Ε., οδηγώντας στον επιπολασμό του καθημερινού καπνίσματος (29% σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ε.Ε. που είναι 19%).
Η χώρα έχει επίσης πολύ υψηλή ετήσια κατανάλωση αλκοόλ και σχεδόν το 30% του πληθυσμού δεν ασχολείται με καμία μορφή σωματικής δραστηριότητας, σύμφωνα με το βουλγαρικό μέσο ενημέρωσης Mediapool. Ωστόσο εντύπωση προκαλεί το γεγονός πως η Βουλγαρία και η Ρουμανία παρουσιάζουν τη χαμηλότερη θνησιμότητα από καρκίνους σε όλη την Ευρώπη.
Οι ανισότητες
Οι Ελληνες ειδικοί με τους οποίους συνομιλήσαμε είναι πολύ επιφυλακτικοί στην εξαγωγή σαφών συμπερασμάτων από την αποκλειστική μελέτη των ποσοστών θνησιμότητας. Ρωτάμε τον Ηλία Κονδύλη, αναπληρωτή καθηγητή Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας – Πολιτικής της Υγείας στο Τμήμα Ιατρικής του ΑΠΘ, πού μπορεί να οφείλεται το γεγονός της μεγαλύτερης θνησιμότητας από καρκίνους στη Δυτική Ελλάδα, στη Δυτική Μακεδονία και στην Αττική;
«Ευθεία και σίγουρη απάντηση δεν μπορεί να υπάρχει. Παρατηρούμε ότι οι περιοχές αυτές περιλαμβάνουν τις τρεις μεγαλύτερες πόλεις της χώρας, άρα έχουμε αστικούς πληθυσμούς, ενδεχομένως εκτεθειμένους σε πιο επιβαρυντικούς παράγοντες.
»Αυτά που πρέπει να λάβει κανείς υπόψη του σε τέτοιες συγκρίσεις είναι οι διαφορετικές περιβαλλοντικές συνθήκες, κοινωνικo-οικονομικοί παράγοντες, η ταξική διαστρωμάτωση που παίζει ρόλο, η πληθυσμιακή κατανομή και οι πληθυσμιακές ιδιαιτερότητες, όπως βέβαια και οι συμπεριφορές ενός πληθυσμού (π.χ. κάπνισμα, άσκηση, διατροφή κ.ά.) οι οποίες διαφοροποιούνται από περιοχή σε περιοχή» λέει ο Κονδύλης.
Πρόσφατη μελέτη του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ) αποκάλυψε ότι ειδικά την περίοδο της πανδημίας, όταν εκφράστηκαν συνδυασμένα και οι κοινωνικοοικονομικές ανισότητες αλλά και η μετατροπή του ΕΣΥ σε «μονοθεματικό» σύστημα για την Covid-19, ο Πειραιάς, ο κεντρικός και ο δυτικός τομέας της Αθήνας είχαν από 30%-35% αυξημένη θνησιμότητα σε σχέση με τον βόρειο τομέα.
Μάλιστα η μελέτη του ΙΔΕΜ (από τον μεταδιδακτορικό ερευνητή Χαράλαμπο Δάντη) στηρίζεται στην επεξεργασία των στοιχείων με συνυπολογισμό και της ηλικιακής κατανομής σε κάθε τομέα (στις δυτικές συνοικίες, για παράδειγμα, υπάρχουν περισσότεροι στις νεότερες ηλικίες), κάτι που αποτυπώνεται στον προτυποποιημένο δείκτη θνησιμότητας.
Τα φτωχά στρώματα
Με βάση αυτόν τον δείκτη, το 2021 στον Πειραιά αντιστοιχούσαν 14,9 θάνατοι ανά 1.000 κατοίκους, στον κεντρικό τομέα 14,1, στον δυτικό 13,9, στον νότιο 11,8 και στον βόρειο 10,9 ανά 1.000 κατοίκους (πηγή: Καθημερινή, «“Ανισότητα” των θανάτων στην Αθήνα», 20/12/24).
«Ολα τα νοσήματα, μα όλα, και ο καρκίνος βέβαια, έχουν ταξική διαφοροποίηση. Οι χαμηλότερες κοινωνικές ομάδες αντιμετωπίζουν περισσότερους καρκίνους. Οπως το ίδιο ίσχυσε και στην πανδημία. Δηλαδή η ταξική διαφοροποίηση είναι πολύ σκληρή και άκαμπτη, δεν υπάρχει περίπτωση να γλιτώσει κανείς από αυτό.
»Πρώτα από όλα λόγω διαφορετικής έκθεσης σε επιβλαβείς παράγοντες. Οι χειρότερες συνθήκες κατοικίας, διατροφής, περιβάλλοντος και κυρίως εργασίας επιβαρύνουν σημαντικά τα φτωχότερα στρώματα» επισημαίνει στην «Εφ.Συν.» ο ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής Ιατρικής ΑΠΘ και διευθυντής του Κέντρου Ερευνας και Εκπαίδευσης στη Δημόσια Υγεία, Αλέξης Μπένος.
Ο Ρουμάνος καθηγητής Καρδιολογίας Stefan Busnatu σημειώνει ότι η χώρα του βρίσκεται «δυστυχώς σε μια περιοχή όπου υπάρχει πολύ υψηλός κίνδυνος ασθένειας». Κατά τη γνώμη του, δεν υπάρχουν επαρκείς υποδομές στη Ρουμανία για τη διαχείριση της ισχαιμικής καρδιοπάθειας, γεγονός που περιορίζει τη θεραπεία. Για τον ίδιο, η έμφαση στην πρωτογενή πρόληψη, την εκπαίδευση και την καρδιακή αποκατάσταση είναι ζωτικής σημασίας, καθώς ένα δεύτερο οξύ ισχαιμικό επεισόδιο μπορεί να αποβεί μοιραίο.
«Εχει παρατηρηθεί ότι πολύ περισσότεροι άνθρωποι πεθαίνουν από καρδιακές παθήσεις στη Ρωσία ή σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης απ’ ό,τι στην Ισπανία, την Ιταλία ή την Ελλάδα, την περιοχή της Μεσογείου. Πιθανώς λόγω της περίφημης μεσογειακής διατροφής», λέει ο Ισπανός καθηγητής Rodríguez.
Ο ίδιος παραπέμπει σε πρόσφατο άρθρο στο New England Journal of Medicine, του οποίου η κύρια διαπίστωση είναι ότι η παρουσία των πέντε κλασικών παραγόντων κινδύνου (υπέρταση, υψηλή χοληστερόλη, μη φυσιολογικό βάρος, διαβήτης και κάπνισμα) ευθύνεται για το 50% της παγκόσμιας επιβάρυνσης των καρδιαγγειακών παθήσεων. Ταυτόχρονα, η απουσία αυτών των παραγόντων μετά την ηλικία των 50 ετών συνδέεται με μια δεκαετία μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής σε σύγκριση με όσους τους έχουν.
Οι διαφοροποιήσεις
Ρωτάμε τον καθηγητή Αλέξη Μπένο πού μπορεί να αποδίδονται αυτές οι ηχηρές διαφοροποιήσεις -ειδικά στους θανάτους από καρδιακά- στα Βαλκάνια, στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία, αλλά και σε χώρες όπως οι βαλτικές, η Πολωνία, η Τσεχία, η Ουγγαρία.
«Δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα αν δεν γίνουν ειδικές μελέτες με χρονοσειρές. Ωστόσο έχει σημασία να σημειώσουμε ότι αυτές οι χώρες του πρώην σοσιαλιστικού μπλοκ μπήκαν με καθυστέρηση στον υπερκαταναλωτικό δυτικό τρόπο ζωής, ο οποίος εξ ορισμού συνεπάγεται μικρότερη άσκηση, περισσότερη χρήση αυτοκινήτου και διαφορετικού τύπου διατροφή. Θυμίζω ότι τη δεκαετία του ’60 η Ελλάδα είχε τη μικρότερη θνησιμότητα από καρδιαγγειακά σε όλη την Ευρώπη.
»Αυτό οφειλόταν εν πολλοίς στη μεσογειακή διατροφή. Η κατανάλωση κρέατος ήταν περιορισμένη ακριβώς επειδή ήταν ακριβό. Αντί όμως αυτή η διατροφή να αφήσει ένα θετικό πρόσημο στην αντίληψη του πληθυσμού, ακριβώς επειδή ήταν υποχρεωτική, όταν ήρθε η όποια οικονομική ανάπτυξη, χάσαμε τις καλές μας συνήθειες. Ενδεχομένως κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στις γειτονικές μας χώρες με καθυστέρηση».
Η πρόεδρος της λιθουανικής καρδιολογικής εταιρείας, καρδιολόγος Sigita Glaveckaitė, εξηγεί πως στη χώρα της εκτός από τον «υψηλό» επιπολασμό των παραγόντων κινδύνου, υπάρχουν προβλήματα που απορρέουν από «πεποιθήσεις και μύθους» οι οποίοι αποθαρρύνουν τους ανθρώπους από τη λήψη της κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής καθώς και λόγω της χαμηλής ευαισθητοποίησης, της χαμηλής συμμετοχής σε προγράμματα πρόληψης και της έλλειψης κρατικής χρηματοδότησης.
Ατομική ευθύνη
«Οταν ρωτάω τους ασθενείς κάτω των 60 ετών μετά από καρδιακή προσβολή, σχεδόν πάντα καπνίζουν, είναι παχύσαρκοι, δεν αντιμετωπίζουν την υψηλή αρτηριακή τους πίεση ή δεν παίρνουν φάρμακα για τη χοληστερόλη», λέει ο Τσέχος καρδιολόγος Josef Kautzner, εστιάζοντας περισσότερο στην ατομική ευθύνη. Στο ίδιο μήκος κύματος, η τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την υγεία στην Ευρώπη εξηγεί τις διαφορές μεταξύ των χωρών που οφείλονται στη διακύμανση του επιπολασμού των παραγόντων κινδύνου.
«Δυστυχώς οργανισμοί όπως ο ΟΟΣΑ επικεντρώνονται σε αυτά -εν μέρει σωστά- αλλά αυτή η αντίληψη μεταφέρει το πρόβλημα μόνο στην ατομική ευθύνη. “Εσύ φταις που τρως έτσι, εσύ φταις που καπνίζεις, εσύ που πίνεις”. Κατά τη δική μας προσέγγιση όλα αυτά προσδιορίζονται κοινωνικά και ταξικά. Οι καπνιστές είναι πολύ περισσότεροι στις χαμηλότερες κοινωνικές ομάδες και πολύ λιγότεροι στις υψηλότερες. Το ίδιο συμβαίνει και με τη χρήση αλκοόλ» τονίζει ο καθηγητής Αλέξης Μπένος.
Σημειώνεται ωστόσο ότι η έκθεση του ΟΟΣΑ δίνει βάρος και στην ποιότητα της υγειονομικής περίθαλψης. «Για παράδειγμα, η θνησιμότητα 30 ημερών έπειτα από καρδιακή προσβολή (η οποία αντανακλά παράγοντες όπως η έγκαιρη μεταφορά του ασθενούς και η αποτελεσματική ιατρική θεραπεία) ήταν υψηλότερη από 14% στη Λετονία, τη Σλοβακία, τη Λιθουανία και την Εσθονία το 2021, σε σύγκριση με 7% ή λιγότερο στη Σουηδία, τη Δανία και την Ισπανία», αναφέρει η έκθεση.
*Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο οποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν οι: Marta Ley (El Confidencial-Ισπανία), Justė Ancevičiūtė (Delfi- Λιθουανία), Krassen Nikolov (Mediapool.bg-Βουλγαρία), Petr Jedlička (Denik Referendum-Τσεχία)
