Στο φολκλορικό ποίημα «Τι είν’ η πατρίδα μας;» εμπεριέχεται μια μεγάλη αλήθεια. Ναι, η πατρίδα μας είναι οι κάμποι και τα ψηλά βουνά και οι ανεμογεννήτριες που τα καταστρέφουν και τ’ ακρογιάλια της που βρίθουν από μπιτσόμπαρα και πανάκριβες ξαπλώστρες. Με απλά λόγια, οι άνθρωποι μιας χώρας, της Ελλάδας εν προκειμένω, αυτοί είναι που συνιστούν και την ανθρωπογεωγραφία και τη γεωγραφία: οι δικές τους (τεχνικές, υλικές ή πνευματικές) παρεμβάσεις είναι που μεταμορφώνουν τόσο το φυσικό περιβάλλον όσο και το κοινωνικό/πνευματικό. Οπότε, αν είναι κάτι η πατρίδα μας, αυτό φαίνεται από τις πράξεις, τις σκέψεις και τις δράσεις των ανθρώπων της.
Ολα τα παραπάνω σε μικρογραφία αναδείχτηκαν και φέτος στη Δράμα. Μια πόλη της Βόρειας Ελλάδας που, όπως το μεγαλύτερο μέρος της Κεντρικής και Ανατολικής Μακεδονίας, δέχτηκε το τραύμα της (αναγκαστικής σχεδόν) μετανάστευσης τεράστιου μέρους του πληθυσμού της στη Γερμανία, με τη διακρατική συμφωνία του 1960 (ένα κοινωνικό έγκλημα της τότε δεξιάς κυβέρνησης), όπου όλοι οι νέοι σχεδόν έφευγαν για να δουλέψουν «γκασταρμπάιτερ» στη γερμανική βιομηχανία που «έπρεπε» να συνέλθει μετά την ήττα του Β’ Π.Π.
Η αλήθεια είναι πως όλα αυτά φαντάζουν κάπως άτοπα με τον τίτλο του κειμένου που έχει να κάνει με το Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας (DISFF)· κι όμως, δεν είναι. Γιατί αν κάποιος καλλιτέχνης ή δημοσιογράφος ή σινεφίλ ταξιδέψει ώς εκεί τις μέρες του Φεστιβάλ (φέτος έγινε 8-15/9) δεν μπορεί παρά να νιώσει όλη αυτή την ιστορία: από ανθρώπους που, αν και έχουν βιώσει τη μετανάστευση στο πετσί τους, δεν θέλουν κατ’ ουσίαν τους ξένους (αν και είναι ευγενικοί και φιλόξενοι). Από πολίτες που οι περισσότεροι είναι ιδιαίτερα προσκολλημένοι στη θρησκεία και την Εκκλησία (έως και βανάκι είδαμε να «διαφημίζει» με ντουντούκες πού θα γίνει η Υψωση του Τιμίου Σταυρού πληροφορώντας και για το εισιτήριο που όφειλε να προμηθευτεί όποιος ήθελε να παρακολουθήσει την τελετουργία… και μείναμε με το στόμα ανοιχτό). Από την ίδια την πόλη που είναι ένα ιδιαιτέρως αντιφατικό μείγμα. Και αυτό αντανακλά και στο σημαντικότατο αυτό Φεστιβάλ. Κι από τη μια μιλάμε για μια πόλη συντηρητική στην πλειονότητά της, με παλιακές αντιλήψεις που τις ξενίζει η σύγχρονη σκέψη, και από την άλλη για μια πόλη με κάποιους που τη λατρεύουν, θέλουν να τη δουν να αναπτύσσεται και επενδύουν σε αυτό (όπως ο πρόσφατα εκλιπών Κώστας Αποστολίδης, ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Raycap, που πρόλαβε και πρόσφερε τα μέγιστα στην πόλη της Δράμας – και δεν είναι ο μόνος), με ευγενικούς κατοίκους που θα αγκαλιάσουν τον επισκέπτη (από το πώς θα του μιλήσουν μέχρι το τι φαγητό θα του προσφέρουν) και με ομάδες που κατόρθωσαν το ακατόρθωτο: να βάλουν τη Δράμα στον παγκόσμιο χάρτη. Και αυτό έγινε μέσω του DISFF.
Γυρνάμε πίσω στο 1978, λίγα μόλις χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας: ποιος ήξερε τις μικρού μήκους ταινίες τότε; Ακόμα ώς τα σήμερα, πενήντα χρόνια μετά, και δεν έχουμε καταλάβει πόσο σημαντικές είναι! Κι όμως, τότε, η Κινηματογραφική Λέσχη Δράμας ξεκίνησε το Φεστιβάλ και έκτοτε είδαμε στους βραβευθέντες ονόματα σημαντικά για τον ελληνικό κινηματογράφο, όπως η Φρίντα Λιάππα, ο Ιορδάνης Ανανιάδης (που κέρδισε βραβείο το 1982 με ταινία animation!), ο Δήμος Αβδελιώδης, ο Φίλιππος Κουτσάφτης κ.ά.
Δέκα χρόνια μετά, το 1988, το όραμα του πρωτεργάτη του Φεστιβάλ Αλέξη Δερμεντζόγλου αλλά και ανθρώπων όπως η Ρίτσα Καβάκα, που έζησε και έδρασε και δούλεψε για το Φεστιβάλ επί 40 ολόκληρα χρόνια, έγινε πλέον θεσμός με διεθνή εμβέλεια, χάρη στις πολιτικές αποφάσεις της τότε υπουργού Πολιτισμού Μελίνας Μερκούρη. Τόσα χρόνια, τόσοι αγώνες, τόσα οράματα, τόσοι καλλιτέχνες (για την κ. Ρίτσα, που συνταξιοδοτήθηκε φέτος, έγινε ειδική αναφορά στη φετινή Τελετή Λήξης του DISFF, με τον υφυπουργό Πολιτισμού Ι. Φωτήλα να λέει το απίστευτο, εν είδει χιούμορ μάλλον: «Τώρα θα δουλεύεις τσάμπα!») για να φτάσουμε εμείς σήμερα να… Τι αλήθεια; Τι συμβαίνει σήμερα με το Φεστιβάλ;
Το Φεστιβάλ σήμερα
Δύο χρόνια πριν το Διεθνές Φεστιβάλ Μικρού Μήκους Δράμας «κλείσει» τα 50 του χρόνια, φαίνεται πως ενηλικιώθηκε. Φέτος φάνηκε ξεκάθαρα ό,τι είχε φανεί κι από πέρυσι: η πολιτική και καλλιτεχνική ενηλικίωση του θεσμού (πήρε κάποια χρόνια, έκανε τους κύκλους του, όμως συνέβη). Ηδη από την περσινή Τελετή Λήξης είχαμε ακούσει εξαιρετικές πολιτικές τοποθετήσεις από τους βραβευθέντες, με τον σκηνοθέτη Γιώργο Φουρτούνη, που είχε κερδίσει το βραβείο Σκηνοθεσίας για την ταινία «Mj» να στέλνει ένα αιχμηρό μήνυμα, λέγοντας πως αφιερώνει το βραβείο «στον καθένα που έχει ακούσει την έκφραση (ακόμα κι από φίλο): “να το κάνουμε το ταινιάκι, να το βοηθήσουμε το παιδί”. Ταινιάκια είναι τα τριτοτέταρτα σέρβις που γυρίζονται αυτή τη στιγμή στη χώρα. Που υποβιβάζουν τους καλλιτεχνικούς μας συντελεστές σε καλοπληρωμένα σκλαβάκια. Αυτά τα ταινιάκια θρέφουν κόσμο αλλά δεν παύουν να είναι ταινιάκια».
Ηταν ένα μήνυμα προς τους θεσμούς, την κυβέρνηση και τον υφυπουργό Πολιτισμού Ιάσονα Φωτήλα για τη στάση τους απέναντι στον σύγχρονο Πολιτισμό. Προφανώς, ο υφυπουργός δεν άκουσε ή δεν κατάλαβε τα λόγια εκείνα του Γ. Φουρτούνη και των άλλων καλλιτεχνών. Κι έτσι, στην πρόσφατη Τελετή Λήξης του φετινού, 48ου, DISFF έδωσε ρεσιτάλ πολιτικής αμετροέπειας, με στοιχεία που μας θυμίζουν πολύ σκοτεινές εποχές.
Ας δούμε λοιπόν τι συνέβη στην Τελετή Λήξης αλλά και σε όλο το Φεστιβάλ, σε καρέ (κινηματογραφικά):
? Το Ωδείο ήταν κατάμεστο και μόλις ο παρουσιαστής της βραδιάς Βασίλης Τερζόπουλος κάλεσε τον δήμαρχο Δράμας στο βήμα, όλοι οι δημιουργοί ανέβηκαν στη σκηνή, άνοιξαν την παλαιστινιακή σημαία και ο ηθοποιός και σεναριογράφος Αντώνης Τσιοτσιόπουλος μίλησε για τη στήριξη της ελληνικής κινηματογραφικής κοινότητας στον παλαιστινιακό αγώνα. Αυτά τα είδαν όλοι σε ζωντανή μετάδοση και υπάρχουν δημοσιοποιημένα και αντίστοιχα βίντεο όσων ήμασταν στην αίθουσα. Το πολύ ενδιαφέρον, ωστόσο, είναι πως κανείς από τους θεσμικούς παράγοντες, που ανέβηκαν αμέσως μετά, δεν έκανε οποιαδήποτε νύξη στα όσα είχαν προηγηθεί: εξαίρεση αποτελεί ο βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ Δράμας κ. Ξανθόπουλος που έδωσε το Βραβείο «Ανθρώπινες αξίες» της Βουλής στην εξαιρετική ταινία γαλλικής, ελληνικής και παλαιστινιακής παραγωγής «I’m Glad You’re Dead Now».
? Ηταν όμορφο το να βλέπουμε έφηβους και παιδιά να δίνουν το βραβείο Kiddo, το βραβείο δηλαδή ενός προγράμματος που στηρίζει πολύ ο νέος καλλιτεχνικός διευθυντής του θεσμού Γιώργος Αγγελόπουλος. Ηταν πολύ ιδιαίτερη η στιγμή που μία από τις μικρές της επιτροπής σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της για να φτάσει στο μικρόφωνο (και πόσο ωραίο μάθημα ήταν για όσους το φτάνουν και νομίζουν ότι γι’ αυτό τους ανήκει κιόλας και μπορούν να λένε ό,τι θέλουν, όπως ο κ. Φωτήλας!).
? Ο πρωτοπόρος ντοκιμαντερίστας Παναγιώτης Ευαγγελίδης, μέλος της Κριτικής Επιτροπής για το Διεθνές, σαν πήρε τον λόγο μίλησε για τα ζητήματα του κλάδου και πήρε θέση απέναντι στην κυβερνητική πολιτική. Καταχειροκροτήθηκε, ωστόσο μετά την τελετή είχε ένα πολύ περίεργο τετ α τετ με τον κ. Φωτήλα. Ο τελευταίος τον επέπληξε για τα λόγια του, λέγοντας φανερά επιθετικά μεταξύ άλλων: «Αλλά τέτοιοι είστε!». Εξαιρετικό πολιτικό ήθος (#ΟυτεΚαν). Το περιστατικό έλαβε χώρα έξω από το Ωδείο, ανάμεσα σε όλους. Τελικά ο υφυπουργός δεν ορρωδεί προ ουδενός…
? …Και δεν μπορεί να διατηρήσει και την ψυχραιμία του: αφού όλοι σχεδόν οι βραβευθέντες, με πολλή ευγένεια, ζητούσαν έστω να ακούσει το υπουργείο τα προβλήματα του κλάδου, ο κ. Φωτήλας σε μια έκρηξη ναρκισσισμού άρχισε να λέει πως τόσα χρήματα στην οπτικοακουστική παραγωγή δεν έχουν δοθεί ποτέ πριν, από τη μεταπολίτευση έως σήμερα· και ως απάντηση στο γιουχάισμα που δέχτηκε, τόλμησε και είπε: «Να έρχεσαι σε ένα Φεστιβάλ που του δίνεις 300.000 τον χρόνο και ν’ ακούς “ου”», καθώς και πως «δεν χρειάζεται να αναγάγουμε το κλάμα σε Τέχνη!». Δεν πιστεύαμε στ’ αυτιά μας! Αμέσως η βαθιά φωνή του Α. Τσιοτσιόπουλου ακούστηκε: «Δεν είναι δικά σου τα λεφτά. Δικά μας είναι. Δώσε το βραβείο τώρα!». Παρ’ όλη την έκπληξή μας, καθώς τέτοια αμετροέπεια δεν είχαμε ξαναδεί ζωντανά από πολιτικό, καταλάβαμε: η κυβέρνηση πληρώνει για να το βουλώνουμε. Πιστεύοντας πως της ανήκει η χώρα, τα οικονομικά μας, ο Πολιτισμός και οι σκέψεις μας (#ΟυτεΚαν).
? Ο παρουσιαστής και συντονιστής Βασίλης Τερζόπουλος όλο έλεγε πως «δεν κάνουμε διάλογο» απευθυνόμενος προς το κοινό. Μας θύμιζε τον Αλκη Στέα, σε άλλες, σκοτεινές εποχές της χώρας, αλλά δυστυχώς για τον ίδιο όλο το κοινό ήταν με τους καλλιτέχνες, οπότε ο «διάλογος» ήταν αναπόφευκτος.
? Αυτή ήταν η πρώτη χρονιά με τον Γιώργο Αγγελόπουλο στην καλλιτεχνική διεύθυνση του θεσμού. Ενός νέου παιδιού που βρέθηκε (και είναι ακόμα νιώθουμε) ανάμεσα σε συμπληγάδες πέτρες: ο ίδιος μας εντυπωσίασε και με την ευγενή απλότητά του και τη βαθύτητα της σκέψης του και το χιούμορ του (που φάνηκε και στις εξαιρετικές ερωτήσεις που έκανε στους δημιουργούς στα συνήθη Q&A). Κι ακόμα από το γεγονός ότι παρακολουθούσε τις ταινίες στη σκοτεινή αίθουσα παρότι τις είχε ήδη δει αλλά και από τα όσα είπε, καταχειροκροτούμενος, στην Τελετή Λήξης. Είναι, όμως, προφανές πως πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στον κόσμο του σινεμά και σε μια κυβέρνηση και μια δημοτική αρχή που στέκεται απέναντι σε όσα είπαν οι δημιουργοί εκείνη τη βραδιά. Εχει τη στήριξη των καλλιτεχνών και της αυτοδιοίκησης, μόνο που αυτοί είναι απέναντι ο ένας στον άλλο. Οπότε, είναι δύσκολο το έργο του κι ελπίζουμε να παραμείνει όπως τον γνωρίσαμε και τον ερμηνεύσαμε.
? Το φετινό πρόγραμμα ήταν από τα καλύτερα των τελευταίων χρόνων στην πλειονότητά του. Για μας, καλύτερη ταινία ήταν το ντοκιμαντέρ «Requiem in Salt» των Σύλβιας Νικολαΐδη, Νικόλα Ιορδάνου για τον Ιάπωνα καλλιτέχνη Μοτόι Γιαμαμότο. Επίσης ξεχωρίσαμε την ταινία «100 χρόνια μπροστά» του Μιχάλη Γιγιντή με τους Α. Τσιοτσιόπουλο και Κ. Φυτίλη, μια ιδιαίτερη ταινία με αναφορές στο ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα, που περιμέναμε να λάβει τουλάχιστον βραβείο Σεναρίου. Δυστυχώς το πήρε η ταινία «Μικρό Σώμα» του Γιάννη Συμβώνη, που ειδικά στο σενάριο (και όχι μόνο) είχε πολλά κενά. Υπέροχες ήταν και οι «Χους ει και εις χουν απελεύσει» του Δ. Παπαθανάση, «Μικρές ζωές» του Δ. Τσαλαπάτη, «Μίτση» της Γεύης Δημητρακοπούλου, «Αυτός που κάποτε υπήρχε» του Κωστή Θεοδοσόπουλου, «Μαγκνταλένα Χάουζεν: Παγωμένος Χρόνος» του Γιάννη Καρπούζη, καθώς και το «Νoi» που έλαβε τελικά τον Χρυσό Διόνυσο, κ.ά.
Το σίγουρο είναι πως οι «μικροκιμάδες», όπως τους είπε ο κ. Φωτήλας, κάνοντας πολλή ώρα να βρει τη σωστή λέξη (γλώσσα λανθάνουσα την αλήθεια του λέγει, άραγε;), δεν θα σταματήσουν: ούτε να κάνουν ταινίες ούτε να «ερμηνεύουν τον κόσμο, και όχι να στέκονται παθητικοί δέκτες» όπως πολύ σωστά είπε ο κριτικός κινηματογράφου, θεωρητικός του σινεμά και μέλος της ΠΕΚΚ, Χρήστος Σκυλλάκος, από μικροφώνου.
