Σε φάση αναμονής βρίσκονται πλέον οι οικογένειες των 57 θυμάτων του εγκλήματος των Τεμπών καθώς η πρόεδρος Εφετών, απορρίπτοντας σιωπηλά το αίτημα του Πάνου Ρούτσι σε σχέση με τις τοξικολογικές εξετάσεις των οστών του παιδιού του, συμφώνησε με τα όσα καταγράφονται στην εισαγγελική πρόταση του προϊστάμενου της Εισαγγελίας Εφετών Λάρισας, Λάμπρου Τσόγκα, και παρέπεμψε τους κατηγορούμενους σε δίκη. Υπενθυμίζεται πως ο εισαγγελικός λειτουργός πρόλαβε να μελετήσει τη δικογραφία των 60.000 σελίδων και να συντάξει πρόταση 996 σελίδων σε μόλις μία εβδομάδα.
Αξίζει να σημειωθεί πως η πρόεδρος Εφετών, η οποία παρέλαβε τη δικογραφία μετά την ολοκλήρωση της ανακριτικής διαδικασίας και την πρόταση του εισαγγελέα, φέρεται να υιοθετεί πλήρως τα όσα περιλαμβάνονται σε αυτήν και με αυτόν τον τρόπο η υπόθεση των Τεμπών περνά στο επόμενο δικαστικό σκέλος, που είναι ο προσδιορισμός της ημερομηνίας της δικής ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων της Λάρισας. Σύμφωνα με πληροφορίες, μάλιστα, η ημερομηνία αυτή τοποθετείται κοντά στην άνοιξη του 2026, και αυτό γιατί η δικογραφία πρέπει να μεταφραστεί στα ιταλικά, καθώς μεταξύ των κατηγορουμένων βρίσκονται και στελέχη της Hellenic Train, ιταλικής υπηκοότητας.
Στο επίκεντρο βρίσκονται συνολικά 36 πρόσωπα, από στελέχη του ΟΣΕ και της ΕΡΓΟΣΕ μέχρι τη διοίκηση της Hellenic Train, τη Ρυθμιστική Αρχή Σιδηροδρόμων και το ίδιο το υπουργείο Μεταφορών. Ας δούμε ποια είναι αυτά.
Το «ανθρώπινο λάθος»
Λίγες μόνο ημέρες μετά τη θανατηφόρα σύγκρουση, απολογήθηκε ως πρώτος κατηγορούμενος της υπόθεσης ο 59χρονος σταθμάρχης Λάρισας, που έστειλε την επιβατική αμαξοστοιχία στη λάθος γραμμή και επιχειρήθηκε να καταστεί από την κυβέρνηση ο μόνος υπεύθυνος για τους δεκάδες θανάτους της 28ης Φεβρουαρίου. Μαζί του κατηγορήθηκαν οι δύο συνάδελφοί του σταθμάρχες που αποχώρησαν τουλάχιστον μία ώρα πριν από τη βάρδιά τους, ο προϊστάμενος Επιθεώρησης Λάρισας που τον τοποθέτησε στο νευραλγικό πόστο και τα μέλη της Τριμελούς Επιτροπής Μετατάξεων του ΟΣΕ, τα οποία ενέκριναν τη μετάταξή του παρά το όριο ηλικίας.
Η σύμβαση 717
Κεντρικό κομμάτι της υπόθεσης είναι η περίφημη σύμβαση 717, που υπογράφηκε το 2014 με στόχο την εγκατάσταση σύγχρονων συστημάτων ασφαλείας στο δίκτυο. Σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό, θα είχε ολοκληρωθεί το 2016. Αντί αυτού, χρειάστηκαν επτά παρατάσεις και το έργο τελείωσε –τυπικά– μόλις τον Αύγουστο του 2023. Για τις παραλείψεις και τις καθυστερήσεις διώκονται 16 στελέχη της ΕΡΓΟΣΕ – ανάμεσά τους πρώην πρόεδροι και διευθύνοντες σύμβουλοι.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, η οποία έχει αρμοδιότητα να ερευνά περιπτώσεις κακοδιαχείρισης ευρωπαϊκών κονδυλίων, είχε ξεκινήσει την έρευνά της για τη σύμβαση 717 πριν από το έγκλημα των Τεμπών. Η αφορμή δόθηκε από μια ανώνυμη επιστολή που έφτασε στα χέρια των εισαγγελέων και αφορούσε την καθυστέρηση στην εγκατάσταση του συστήματος σηματοδότησης και τηλεδιοίκησης, έργο που συγχρηματοδοτήθηκε από το Ταμείο Συνοχής της Ε.Ε.
Οταν ολοκληρώθηκε η προκαταρκτική εξέταση, το κατηγορητήριο στράφηκε εναντίον 23 προσώπων. Στο σκεπτικό του αναφέρεται ξεκάθαρα ότι η μη ολοκλήρωση της σύμβασης συνδέεται αιτιωδώς με το δυστύχημα, το οποίο –όπως υπογραμμίζεται– θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αν το έργο είχε παραδοθεί στην ώρα του. Αυτά τα 23 πρόσωπα θα είναι κατηγορούμενοι σε άλλη δίκη.
Ερευνα
Ομως, η οικονομική έρευνα συνδυάστηκε αναπόφευκτα με τη μεγάλη δικογραφία των Τεμπών. Ετσι, 16 στελέχη της ΕΡΓΟΣΕ –από μηχανικούς και επιβλέποντες έργων μέχρι μέλη της διοίκησης και τον τότε πρόεδρο Χρήστο Βίνη– αντιμετωπίζουν βαριές κατηγορίες για διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών. Τα ονόματά τους εμφανίζονται πλέον και στις δύο υποθέσεις.
Σε μια τραγική ειρωνεία, η Ρυθμιστική Αρχή Σιδηροδρόμων βρέθηκε να είναι ταυτόχρονα ελεγκτής και ελεγχόμενος στην υπόθεση του πολύνεκρου δυστυχήματος. Πριν από την τραγωδία, η Αρχή είχε επανειλημμένα επισημάνει κινδύνους για την ασφάλεια, καταγράφοντας σε ετήσιες εκθέσεις της σοβαρές ελλείψεις, μεταξύ αυτών και την απουσία συστήματος τηλεδιοίκησης.
Μετά τη σύγκρουση, όμως, η ΡΑΣ έγινε στόχος τόσο της κυβέρνησης –που επιχείρησε να της μετακυλήσει ευθύνες– όσο και των συγγενών των θυμάτων. Οι τελευταίοι κατήγγειλαν πως η Αρχή περιορίστηκε σε τυπικές προειδοποιήσεις χωρίς ουσιαστικές ενέργειες, ενώ δεν τους επέτρεψε πρόσβαση σε κρίσιμα στοιχεία που θα μπορούσαν να φωτίσουν πτυχές της υπόθεσης.
Το καλοκαίρι του 2024, η τότε πρόεδρος της ΡΑΣ, Ιωάννα Τσιαπαρίκου, βρέθηκε αντιμέτωπη με κατηγορίες σε βαθμό κακουργήματος. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ως επικεφαλής της Αρχής παρέλειψε να επιβάλει τον απαιτούμενο έλεγχο στον τρόπο λειτουργίας του ΟΣΕ. Αν και είχε τη δυνατότητα να προχωρήσει σε αυστηρές κυρώσεις ή ακόμη και να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας του σιδηροδρόμου, δεν το έκανε, παραβιάζοντας –όπως σημειώνει ο ανακριτής– τις υποχρεώσεις που της όριζε ο νόμος.
Το κεφάλαιο Hellenic Train
Η έρευνα στράφηκε στη συνέχεια στην Hellenic Train, την εταιρεία η οποία ανέλαβε μετά την ιδιωτικοποίηση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ το 2017. Τον Φεβρουάριο του 2024 ασκήθηκαν διώξεις σε δύο Ιταλούς αξιωματούχους. Ο Μαουρίτσιο Καποτόρτο, πρώην διευθύνων σύμβουλος της Hellenic Train, και ο Λουίτζι Μπουσολέτι, πρώην τεχνικός διευθυντής της εταιρείας, είναι οι μόνοι εκπρόσωποι εμπλεκόμενων φορέων που δεν αντιμετωπίζουν κακουργηματικές κατηγορίες για το δυστύχημα των Τεμπών. Οι δυο τους κατηγορούνται μόνο για πλημμελήματα (ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή, βαριά σωματική βλάβη από αμέλεια και σωματική βλάβη από αμέλεια), παρά τις επίμονες εκκλήσεις των οικογενειών των θυμάτων να αναβαθμιστεί το κατηγορητήριο.
Το σκεπτικό της Δικαιοσύνης είναι ότι κύρια ευθύνη για την κατάρρευση των σιδηροδρομικών υποδομών έφεραν ο ΟΣΕ και η ΕΡΓΟΣΕ, ενώ το κατηγορητήριο για τα στελέχη της Hellenic Train περιορίζεται στη μη εγκατάσταση του συστήματος ραδιοεπικοινωνίας GSM-R. Πρόκειται για έργο που είχε χρηματοδοτηθεί με δεκάδες εκατομμύρια ευρώ από την Ευρωπαϊκή Ενωση, αλλά ποτέ δεν τέθηκε σε πλήρη λειτουργία.
Στην απολογία του, ο Καποτόρτο, ερωτώμενος για ποιο λόγο, ενώ η παραλαβή του συστήματος είχε ξεκινήσει ήδη από το 2018, μέχρι το 2023 δεν είχε υλοποιηθεί, απάντησε πως η αρμοδιότητα εγκατάστασης ανήκε στον ΟΣΕ και στη ΓΑΙΑΟΣΕ, τονίζοντας ότι η Hellenic Train καθ’ όλη τη διάρκεια του 2022 πίεζε τους αρμόδιους φορείς μέσω συνεχών επιστολών για να επιταχυνθεί η διαδικασία.
Πρόσθεσε ακόμη ότι, σύμφωνα με τη σύμβαση που υπεγράφη με το ελληνικό Δημόσιο, η ιταλική εταιρεία είχε ευθύνη μόνο για την ασφάλεια των επιβατών πάνω στους συρμούς, ενώ η συνολική ευθύνη για την υποδομή ανήκε αποκλειστικά στον ΟΣΕ – «ανεξαρτήτως των συνθηκών λειτουργίας», όπως χαρακτηριστικά είχε πει.
Οι δέκα του ΟΣΕ
Στο εδώλιο αναμένεται να καθίσουν και δέκα διευθυντικά στελέχη και προϊστάμενοι τμημάτων του ΟΣΕ που βρέθηκαν αντιμέτωποι με κατηγορίες για την απουσία των συστημάτων ασφαλείας. Δύο από αυτούς κατηγορούνται και για τη μετάταξη του σταθμάρχη.
Την άνοιξη του 2023 ο πρώην πρόεδρος του ΟΣΕ, Σπύρος Πατέρας, βρέθηκε αντιμέτωπος με δίωξη για παράβαση καθήκοντος σε βαθμό πλημμελήματος, εξαιτίας της έγκρισης μετάταξης του 59χρονου σταθμάρχη, ωστόσο, λίγους μήνες αργότερα, όταν η έρευνα είχε πλέον διευρυνθεί, του ασκήθηκαν κακουργηματικές διώξεις για διατάραξη της ασφάλειας συγκοινωνιών, αλλά και σειρά πλημμελημάτων. Αυτή τη φορά το βάρος έπεσε στο γεγονός ότι δεν εξέδωσε εγκύκλιο για περιορισμό ταχύτητας στα τρένα, μέτρο που θα μπορούσε να έχει μειώσει δραστικά τις συνέπειες της σύγκρουσης.
Δέκα στελέχη του ΟΣΕ –πρώην και νυν– κατηγορούνται για την εικόνα παρακμής του σιδηροδρομικού δικτύου. Μεταξύ αυτών, ο Κωνσταντίνος Σπηλιόπουλος, που ανέλαβε την προεδρία τον Σεπτέμβριο του 2019 και παραιτήθηκε τον Ιούνιο του 2020, έχοντας προηγουμένως απευθυνθεί με επιστολή στον πρωθυπουργό για να επισημάνει τα σοβαρά προβλήματα του οργανισμού. Δίωξη ασκήθηκε και στον Παναγιώτη Θεοχάρη, τότε διευθύνοντα σύμβουλο του ΟΣΕ και παλαιότερα πρόεδρο της ΤΡΑΙΝΟΣΕ στην περίοδο της ιδιωτικοποίησής της.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον Ζαχαρία Στουρνάρα, διευθυντή Συντήρησης Η/Μ Συστημάτων και Ηλεκτροκίνησης, ο οποίος μετά την επανέναρξη των δρομολογίων εμφανίστηκε ως «τυχαίος» επιβάτης σε τηλεοπτική κάμερα, συμβάλλοντας στο κυβερνητικό αφήγημα περί αποκατάστασης της ασφάλειας των συρμών.
Στην Αθήνα ξανά η Κοβέσι
Στην Αθήνα καταφτάνει τις επόμενες ημέρες η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, Λάουρα Κοβέσι. Στο επίκεντρο της επίσκεψής της βρίσκονται οι εξελίξεις στην τραγωδία των Τεμπών και στο σκάνδαλο με τις αγροτικές επιδοτήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Η Κοβέσι θα πραγματοποιήσει συναντήσεις με τους Ελληνες εισαγγελείς της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου, στελέχη της ΕΛ.ΑΣ., υπουργούς και άλλα κυβερνητικά στελέχη.
Συγκεκριμένα, μεταξύ των άλλων, θα συναντηθεί με τον υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη, προκειμένου να εξεταστεί το αίτημά της για ενίσχυση του τμήματος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Ελλάδα. Ακόμη, θα συναντηθεί με τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκο Πιερρακάκη, τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνο Τζαβέλλα και άλλους.
