Ας ξεκινήσουμε με μια σκηνή χαρακτηριστική της πρόθεσης της βραβευμένης ισπανικής μίνι σειράς «Συναίνεση» («Querer» ο πρωτότυπος τίτλος), που μόλις «ανέβασε» η πλατφόρμα του Cinobo, όχι όμως και τόσο χαρακτηριστική ώστε να κάνει spoiler.
Ο παππούς «Ινίγκο Γκοροσμέντι» πηγαίνει στο σχολείο του 6χρονου εγγονού του για να τον παραλάβει. Μπαίνοντας στην τάξη αντιλαμβάνεται ότι ο μικρός είναι μαγκωμένος, σιωπηλός, στενοχωρημένος από κάτι, εν αντιθέσει με τον μοναδικό άλλο συμμαθητή του στην αίθουσα. Η ματιά του Ινίγκο συλλαμβάνει την παρουσία στο θρανίο του άλλου ενός κουτιού με παιχνίδια που ανήκει στον εγγονό του. Χωρίς να διερευνήσει τι ακριβώς έγινε κολλάει τον άλλο μικρό στον τοίχο και τον προειδοποιεί πως αν θέλει να πάρει οτιδήποτε από τον εγγονό του θα έχει να κάνει με εκείνον. Αργότερα πράγματι διαπιστώνεται ότι ο άλλος 6χρονος είναι ένα παιδί που κάνει μπούλινγκ στην παρέα του εγγονού, πράγμα που δεν εμποδίζει τους γονείς του «παραβάτη» να διαμαρτυρηθούν για τη βίαιη και «επί ίσοις όροις» παρέμβαση του παππού. Λογικό. Κι αυτή είναι και η πρώτη φορά που ο Αϊτόρ, γιος του Ινίγκο και πατέρας του 6χρονου, αρχίζει να σκέφτεται πως ίσως η στάση ζωής και η συμπεριφορά του πατέρα του διαπνέονται πράγματι απ’ ό,τι ονομάζουμε τοξική πατριαρχία.
Η σκηνή είναι σχεδόν ανεπαίσθητη και παίζει δευτερεύοντα ρόλο στη βασική δραματουργική γραμμή. Κι όμως, φτιαγμένη από απειλητικές σιωπές και βαριά βλέμματα, είναι χαρακτηριστική μιας κανονικοποιημένης και καθ’ όλα αποδεκτής από πολλούς υπόγειας βίας και άσκησης εξουσίας. Είναι επίσης φτιαγμένη από μια αμφισημία που εξαρτά την πρόσληψή της από τις ροπές του καθενός μας. Διότι υπάρχουν ασφαλώς πολλοί πατεράδες ή παππούδες που θα έλεγαν ότι ο Ινίγκο έπραξε πολύ καλά που παρενέβη – και ίσως λιγότεροι που θα σκέφτονταν ότι όταν η βία αντιμετωπίζεται με βία και προστατευτισμό, τότε ανακυκλώνεται και ασφαλώς δεν βοηθάει έναν 6χρονο να μάθει να αντιμετωπίζει μόνος του τα προβλήματά του.
Αυτός είναι όμως ο «Ινίγκο». Αυτός που «καθαρίζει» χωρίς πολλά πολλά. Εκ πρώτης όψεως ένας καθόλα φυσιολογικός, 60 και, άνδρας, επιτυχημένος επαγγελματίας με μισθό 9.000 ευρώ μηνιαίως, με άνετη ζωή (μεγάλο σπίτι, εντυπωσιακό παραθαλάσσιο εξοχικό) και κυρίως με μια «καλή οικογένεια»: η σύζυγός του Μίρεν, παρότι υπήρξε φοιτητικός του έρωτας στο Πανεπιστήμιο, δεν εργάστηκε ποτέ αλλά αφοσιώθηκε στη φροντίδα του σπιτιού και στην ανατροφή των δύο ενήλικων πια γιων τους, του Αϊτόρ και του Γιόνα. Εξαιρετικά λιγομίλητη, υπάκουη, αποτελεσματική στην αποστολή της να είναι ένα οικογενειακό «πολυεργαλείο» εξυπηρέτησης, δεν είναι καθόλου το πρότυπο της δυναμικής, αποφασισμένης γυναίκας από την οποία θα περίμενε κάποιος, μετά από 30 χρόνια έγγαμου βίου, να καταγγείλει τον άνδρα της για βιασμούς κατ’ επανάληψη και σχεδόν διαρκή κακοποιητική συμπεριφορά απέναντί της.
Η «Συναίνεση» όμως έχει κι αυτή την πρόθεση προφανώς. Να ανατρέψει όλες τις φαινομενικές βεβαιότητες και να ασχοληθεί με βάθος, χωρίς υπερβολές και χωρίς περιττές εξάρσεις με δύσκολα θέματα: πώς ορίζεται ο βιασμός εντός του γάμου, όταν ακόμα πρόκειται για ένα ταμπού; Πώς μοιάζει η ενδοοικογενειακή κακοποίηση που δεν εκφράζεται με σωματική βία αλλά αφήνει εξίσου ανεπούλωτες βαθιές πληγές; Πώς υποδέχονται τα παιδιά, όσο μεγάλα κι αν είναι πια, μια τρομακτική ανατροπή αυτού που θεωρούσαν μέχρι χθες «φυσιολογική οικογένεια»; Να πιστέψουν τη μητέρα τους ή να υπερασπιστούν τον πατέρα τους; Κι εκείνη «γιατί τώρα», μετά από 30 χρόνια; Πόσο προετοιμασμένη είναι η Δικαιοσύνη για μια τέτοια υπόθεση; Τι σημαίνει «τοξική πατριαρχία», όχι στις υπερμεγεθυμένες διαστάσεις μιας κινηματογραφικής υπερπαραγωγής που ποντάρει στην ηχηρή εξωστρέφεια, αλλά στις ανθρώπινες, αναγνωρίσιμες, οικείες, κάποτε αδιόρατες διαστάσεις ενός ευρωπαϊκού σινεμά υψηλού επιπέδου;
Η σειρά, σε σενάριο των Χούλια ντε Παθ, Εντουάρντ Σόλα και Αλαούδα Ρουίθ δε Αθούα και σκηνοθεσία της τελευταίας, ξεκινά με τη σκηνή που η Μίρεν με τη δικηγόρο της υποβάλλει επισήμως στην αστυνομία την καταγγελία για τον βιασμό, ενθαρρυμένη από το γεγονός ότι ο σύζυγός της λείπει σε ταξίδι για δουλειές. Αρκεί η επόμενη σκηνή μιας απλώς αιωρούμενης απειλής (χωρίς ο θεατής να είναι σίγουρος για τίποτα ακόμα) όταν εκείνος επιστρέφει απρόβλεπτα νωρίτερα στο σπίτι την ώρα που εκείνη μαζεύει τα πράγματά της… Οπως σε αυτή τη σκηνή έτσι και σε όλη την εξέλιξη η βία δεν είναι κραυγαλέα, δεν αφήνει μώλωπες (ο Ινίγκο δεν χτυπά ποτέ τη Μίρεν), είναι όμως εξίσου ωμή, αβάσταχτη, πνιγηρή και τρομακτική. Και για να αφηγηθεί την ιστορία της χρειάζεται εκπληκτικούς ηθοποιούς: Nagore Aranburu και Pedro Casablanc στους ρόλους της Μίρεν και του Ινίγκο και τους Miguel Bernardeau και Iván Pellicer ως γιους τους.
Τα τέσσερα 50λεπτα επεισόδια τα οποία στα ελληνικά αποδίδονται με τους τίτλους «Επιθυμία», «Ψέματα», «Κρίση», «Απώλεια» κρατούν μέχρι τέλους την ιστορία σε ρεαλιστικές διαστάσεις, χωρίς να αποκλείουν τη συγκινητική φόρτιση, τις ανατροπές και τις κορυφώσεις. Σ’ αφήνουν σοκαρισμένο για μια ανώριμη κοινωνία, δηλητηριασμένη ακόμα από στερεότυπες, οπισθοδρομικές αντιλήψεις, βολεμένη σε επιπόλαιες ετυμηγορίες και ανόητες βεβαιότητες. Βραβευμένη με το μεγάλο βραβείο στο φετινό Series Mania, η ισπανική «Συναίνεση» στο Cinobo είναι μαζί με τη βρετανική «Εφηβεία» του Netflix ό,τι καλύτερο είδαμε φέτος στον κόσμο του ελληνικού streaming.
