«Να μην υποκύψει η Βραζιλία στον εμπαιγμό του Τραμπ, του Μπολσονάρο και των δολοφόνων της ελευθερίας συμμάχων τους». Το άρθρο στο οποίο γράφτηκε αυτή η φράση δημοσιεύτηκε στη δεξιά εφημερίδα Estadão με τίτλο «Μαφιόζικες υποθέσεις». Παρότι διάσημη για την απέχθειά της προς τον πρόεδρο Λούλα, τώρα εξαίρει «τη σωστή στάση του προέδρου» συμπυκνώνοντας τις διαθέσεις στη Βραζιλία μετά την ανακοίνωση Τραμπ για τιμωρητικούς δασμούς 50% στις βραζιλιάνικες εξαγωγές μετά την 1η Αυγούστου.
Η πόλωση που μαστίζει τη χώρα μοιάζει να εξανεμίζεται (προς το παρόν) μεταμορφωμένη σε εθνική συναίνεση και πατριωτισμό -ακόμη και αρκετών ώς χθες υποστηρικτών του Μπολσονάρο- για την υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας της από μια ξένη δύναμη.
Είναι αυτό ακριβώς το αίσθημα που επικράτησε όταν τη Δευτέρα ο πρόεδρος Λούλα, χωρίς να έχει αποκλείσει τον διάλογο αλλά επιλέγοντας την ετοιμότητα εάν οι διαπραγματεύσεις αποτύχουν, υπέγραψε διάταγμα για την ενεργοποίηση του Νόμου περί Οικονομικής Αμοιβαιότητας. Ενα νομοθέτημα που επιτρέπει στη Βραζιλία να υιοθετήσει «ανάλογα» οικονομικά μέτρα εάν η αμερικανική απειλή γίνει πράξη. Η απάντηση του Λούλα στον Τραμπ ότι η Βραζιλία είναι «κυρίαρχο έθνος με ανεξάρτητους θεσμούς και δεν θα δεχτεί καμία κηδεμονία», βρήκε απήχηση και σε όλο σχεδόν το πολιτικό και κοινωνικό φάσμα στερώντας ερείσματα και αφήνοντας απομονωμένους τους σκληροπυρηνικούς μπολσοναριστές.
Συνειδητά ψέματα
Για ακόμη μία φορά ο Τραμπ είπε συνειδητά ψέματα για να δικαιολογήσει την απόφασή του χρησιμοποιώντας το εμπόριο ως πολιτικό όπλο εκβιασμού για να επιβάλει την δική του πολιτική κοσμοαντίληψη σε άλλη χώρα και να «σώσει» ομοϊδεάτες συμμάχους του, όπως ο υπόδικος πρώην πρόεδρος της Βραζιλίας Ζαΐρ Μπολσονάρο. Γιατί αυτή είναι η ουσία της κίνησής του.
Ο Τραμπ αναφέρθηκε σε «έλλειμμα» του αμερικανικού εμπορικού ισοζυγίου με τη Βραζιλία, όταν σύμφωνα με τις ίδιες τις αμερικανικές στατιστικές εδώ και τουλάχιστον 15 χρόνια αυτό είναι πλεονασματικό: η Βραζιλία εισάγει περισσότερα αμερικανικά προϊόντα από όσα εξάγει στις ΗΠΑ και το 2024 αυτό το πλεόνασμα υπέρ της Ουάσινγκτον ήταν 6,8 δισ. δολάρια.
Οικονομολόγοι σαν τον Αντρέ Περφέιτο εξέφραζαν στο CNN αμφιβολίες για το αν η απειλή του Τραμπ θα γίνει πραγματικότητα, γιατί «αλλάζει συχνά όσα σκέφτεται ή λέει». Αλλά ακόμη κι αν εφαρμοστούν οι δασμοί, με δεδομένο ότι μόνο το 12% των εξαγωγών της πηγαίνουν στις ΗΠΑ, τις πολύπλευρες διεθνείς εμπορικές σχέσεις της χώρας και ιδίως τη συμμετοχή της στην ομάδα των αναδυόμενων οικονομιών BRICS, θα μπορούσε να διαχειριστεί καλύτερα το πρόβλημα βρίσκοντας άλλες αγορές, ιδίως για τα αγροτικά προϊόντα της.
Και στο βάθος ο Μπολσονάρο
Τα κίνητρα του Τραμπ είναι καθαρά πολιτικά, αφού τα περί ελλειμμάτων είναι απλώς ένα ευτελές περιτύλιγμα για να καταγγείλει τη Βραζιλία για επιθέσεις κατά τεχνολογικών κολοσσών (όπως αυτών του Ιλον Μασκ) και για «κυνήγι μαγισσών» κατά του φίλου του Μπολσονάρο, απαιτώντας στην ουσία να σταματήσει η δίκη εναντίον του για την απόπειρα πραξικοπήματος στις 8 Ιανουαρίου 2023. Xρησιμοποιεί δηλαδή τον οικονομικό εκβιασμό για να υπαγορεύσει στην βραζιλιάνικη κυβέρνηση, τη Δικαιοσύνη, το Ανώτατο Δικαστήριο, πώς θα λειτουργήσει και τι αποφάσεις να λάβει!
Αντίθετα από ότι επιδίωκε, η στάση αυτή του Τραμπ δεν αποτελεί πλήγμα αλλά ώθηση για τη δημοτικότητα του προέδρου Λούλα, που εν μέσω μιας ξένης επίθεσης, όπως εκλαμβάνεται η επιβολή αυξημένων δασμών, κεφαλαιοποιεί το αίσθημα εθνικής περηφάνιας και αντίστασης που γεννιέται στην κοινωνία αλλά και την πολιτική σκηνή. Απομονώνοντας συγχρόνως τον Μπολσονάρο που, στερημένος πολιτικών δικαιωμάτων ώς το 2030, δεν μπορεί να μετάσχει στις κρίσιμες εκλογές του 2026 και ζητούσε επίμονα από τον Τραμπ κάποια απτή μορφή στήριξης με τη μορφή τουλάχιστον κυρώσεων.
Εδώ και μήνες μάλιστα ο γιος του Εντουάρντο -σύνδεσμος της φασίζουσας «νέας Δεξιάς» στην αμερικανική ήπειρο- έχει εγκατασταθεί στις ΗΠΑ, κάνοντας λόμπι σε κυβέρνηση, Κογκρέσο και τους κύκλους του κινήματος MAGA (Make America Great Again) και συχνάζοντας στο Μαρ-ο Λάγκο για να εκμαιεύσει «μέτρα» που θα αναγκάσουν τον Λούλα να προσφέρει αμνηστία στον Μπολσονάρο.
Την περασμένη Τετάρτη, όταν δημοσιοποιήθηκε η επιστολή του Τραμπ, ο πατέρας Μπολσονάρο αντέδρασε με ένα «ευγνώμον» εδάφιο της Βίβλου και ο γιος Εντουάρντο ευχαρίστησε τον Τραμπ, πήρε με έπαρση τα εύσημα γιατί «τον επεισα» και κατηγόρησε τον Λούλα ως υπεύθυνο για το πρόβλημα των αυξημένων δασμών γιατί «προέταξε την ιδεολογία από την οικονομία» προκαλώντας ένα βαθύ ρήγμα στους συμμάχους τους.
Το κλαμπ των Μπολσονάρο, βυθισμένο στις φαντασιώσεις του, αγνοεί ότι ήδη πριν από το θέμα των δασμών το 55% των Βραζιλιάνων αποδοκίμαζε τον Τραμπ και δεν φαντάστηκε πως πλέον φίλα προσκείμενοι μιντιακοί όμιλοι θα στρέφονταν εναντίον του ή πως πολλοί θα κατηγορούσαν εκείνους και όχι τον Λούλα για τις αρνητικές συνέπειες που μια πιθανή επιβολή πρόσθετων δασμών θα έχει στην καθημερινότητα επιχειρηματιών, εργαζομένων, καταναλωτών. Ούτε υπολόγισε πως το Κέντρο, το οπορτουνιστικό συνονθύλευμα των «κεντρώων» κομμάτων που αλλάζει πολιτικά στρατόπεδα ανάλογα με τον πλειοδότη, θα του έστρεφε την πλάτη εκφράζοντας ανοιχτά την ενόχλησή του. Οπως ακριβώς αρχίζουν και κάνουν τα κόμματα που εκπροσωπούν τους βιομήχανους και ιδίως τους αγροτοβιομήχανους (η αποκαλούμενη ομάδα του Βοδιού) οι οποίοι είναι από εκείνους που περισσότερο θα πληγούν από την τραμπική απειλή. «Κανένας πολίτης, ιδίως οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι του λαού, δεν μπορεί να ανεχτεί μια ξένη επίθεση κατά της Βραζιλίας, ανεξάρτητα από την υποτιθέμενη αιτιολογία της. Είναι η ώρα που πραγματικού πατριωτισμού» έγραψε ο Αλεσάνστο Βιέιρα, κεντρώος γερουσιαστής και σφοδρός επικριτής του Λούλα.
Οι αντιδράσεις στο εσωτερικό της Βραζιλίας είναι τόσο αρνητικές, ώστε δημοσιεύματα θέλουν τον Μπολσονάρο να διερευνά την πιθανότητα να ζητήσει από τον Τραμπ να μην προχωρήσει στην επιβολή αυτών των δασμών. Αλλά η ζημιά στο μπολσοναρικό στρατόπεδο έγινε και δεν θα είναι πρόσκαιρη. Ο Λούλα με μια ρητορική εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας, που συγκινεί και κινητοποιεί κοινωνία αλλά και ώς χθες αντίπαλους πολιτικούς σχηματισμούς, ξανακερδίζει το χαμένο έδαφος ενισχύοντας το ενδεχόμενο να κερδίσει το 2026 μια τέταρτη προεδρική θητεία.
