Aπό την κρησάρα των τρεχουσών πολιτικών αναγκών του κυβερνητικού κόμματος περνάει, σε συνεργασία του υπουργείου Οικονομικών με τους επιτελείς του Μαξίμου, το πολυθρύλητο «πακέτο» της επικείμενης 89ης Διεθνούς Εκθεσης Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ), με επιλεγμένες διαρροές να δοκιμάζουν τα αντανακλαστικά του… Τύπου αλλά και των ψηφοφόρων. Μέτρα και κόστη σταθμίζονται με κριτήριο το… value for money, δηλαδή τη μεγαλύτερη δυνατή δημοσκοπική επίδραση με το μικρότερο δυνατό δημοσιονομικό κόστος.
Ομως, πέρα –ή, ορθότερα, πίσω– από τη «μετρολογία», δηλαδή την προσθαφαίρεση μέτρων στον σχετικό υπό διαμόρφωση κατάλογο, δεσπόζουν δύο βασικές επιλογές: Πρώτον, το «πακέτο» πόρρω θα απέχει από το να εξαντλήσει όλα τα περιθώρια που αφήνει το θηριώδες πρωτογενές υπερ-πλεόνασμα του 2024 και αυτό που «υπόσχεται» η εκτέλεση του προϋπολογισμού το 2025. Δεύτερον, υπό συζήτηση είναι πολλά και διάφορα μέτρα, εκτός από ένα: την τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας.
Στροφή στα «παραδοτέα»
Η δεσπόζουσα πολιτική επιλογή είναι ότι η κυβέρνηση δεν θα πάει σε (πολύ) πρόωρες εκλογές, επομένως η προεκλογική επιδοματική της πολιτική δεν θα είναι τόσο εμπροσθοβαρής. Με λίγα λόγια, ο προεκλογικός ορίζοντας διευρύνεται και η κυβέρνηση θα κρατήσει «πυρομαχικά» και για επόμενα «πακέτα» κατανέμοντας το σχετικό κόστος στον επόμενο χρόνο. Επομένως, το πιθανότερο είναι ότι το ύψος του «πακέτου» της φετινής ΔΕΘ δεν θα ξεπεράσει (ή θα ξεπεράσει οριακά) τα 2 δισ. ευρώ. Στο πλαίσιο της πολιτικά αποδοτικότερης κατανομής των χρηματικών πόρων, εξετάζεται η αναβάθμιση του «φιλοδωρήματος» του Νοεμβρίου προς τους συνταξιούχους, ώστε να αποτελέσει μια –μακρινή έστω– προσομοίωση… 13ης σύνταξης.
Αυτή η πολιτική επιλογή σηματοδοτείται από την προφανή επιλογή του πρωθυπουργού να μεταθέσει τον άξονα των κυβερνητικών παρεμβάσεων στις μεταρρυθμίσεις και τα «παραδοτέα» που είναι καθ’ οδόν. Στο πλαίσιο αυτό, ο μεταρρυθμιστικός λόγος γίνεται κεντρικός, με πρώτο πεδίο αναφοράς την υγεία, με τις γνωστές δηλώσεις του πρωθυπουργού. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε πρόσφατα και ο τέως υπουργός Οικονομικών Κωστής Χατζηδάκης, υποσχόμενος 25 μεταρρυθμίσεις στο δεύτερο εξάμηνο του έτους.
Το «Οχι» στην τιμαριθμοποίηση
Η κυβέρνηση (φαίνεται να) απορρίπτει την τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας για τους εξής λόγους:
Πρώτον, για το γεγονός ότι αποτελεί μόνιμου χαρακτήρα μέτρο, με σημαντικό κόστος για κάθε δημοσιονομικό έτος από την καθιέρωσή του και στο εξής. Η πρόσφατη μελέτη της Eurobank υπολογίζει τις απώλειες φορολογικών εσόδων από την πλήρη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας για το 2023 σε 810 εκατ. ευρώ. Το 2025 θα έχουν προσεγγίσει το 1 δισ. ευρώ. Για τον ίδιο λόγο (μονιμότητα του μέτρου), η καθιέρωσή του μειώνει το διαθέσιμο υπερ-πλεόνασμα και μάλιστα κατά το κρίσιμο μέρος του που οφείλεται σε αύξηση των φορολογικών εσόδων (που σύμφωνα με την κυβερνητική προπαγάνδα οφείλεται αποκλειστικά στην πάταξη της φοροδιαφυγής), άρα μειώνεται το μπάτζετ για επόμενα «πακέτα» μέτρων.
Δεύτερον, γιατί η κυβέρνηση σχεδιάζει αλλαγές στα φορολογικά κλιμάκια, που θα έχουν το δικό τους κόστος. Κυρίως τη θέσπιση ενδιάμεσου φορολογικού κλιμακίου στις 15.000 ευρώ με φορολογικό συντελεστή μεταξύ του 9% και του 22% που ισχύει για τα σημερινά κλιμάκια έως 10.000 ευρώ και από 10.000 έως 20.000 ευρώ.
Τρίτον, γιατί αφαιρώντας αυτό το 1 δισ. ευρώ από τον «λογαριασμό» της ΔΕΘ, το απομένον ποσό δεν επαρκεί για τα υπόλοιπα σχεδιαζόμενα μέτρα, τα οποία θα είναι επιδοματικού χαρακτήρα, με τη λογική του εφάπαξ και με στόχο να αφορούν μαζικά target group ώστε να μεγιστοποιείται το προσδοκώμενο πολιτικό-δημοσκοπικό αποτέλεσμα.
Ετσι και εν αναμονή νέας αύξησης στον κατώτατο μισθό το 2026 (η οποία θα διαφημιστεί με τη δέουσα προεκλογική επιμέλεια), η μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας θα συνεχίσει να «κουρεύει» τον πραγματικό μισθό, καθώς με κάθε αύξησή του μάζες μισθωτών θα μεταπηδούν στο ανώτερο φορολογικό κλιμάκιο. Και δεν μιλάμε για ήσσονος σημασίας «κούρεμα»: η προαναφερθείσα μελέτη της Eurobank υπολογίζει ότι η αύξηση του φόρου στα εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες μεταξύ 2021 και 2023, που ανήλθε σε 2,45 δισ. ευρώ, οφειλόταν κατά 37% σε αυτή τη μεταπήδηση φορολογουμένων σε ανώτερο φορολογικό κλιμάκιο λόγω αύξησης του μισθού.
Ετσι, η κυβέρνηση θα πανηγυρίζει για το υπερ-πλεόνασμα, αποδίδοντάς το στην «πάταξη της φοροδιαφυγής», ενώ σε σημαντικό μέρος του θα οφείλεται σε φορολογικό «κούρεμα» των μισθών λόγω μη τιμαριθμοποίησης της φορολογικής κλίμακας!
Κι όμως… λεφτά υπάρχουν
Στις αρχές του έτους και ενώ ο κρατικός προϋπολογισμός είχε κλείσει για το 2024 με ταμιακό πρωτογενές πλεόνασμα 3,5%, ο τότε υπουργός Οικονομικών Κωστής Χατζηδάκης αποκάλυψε πως το πρωτογενές πλεόνασμα σε δημοσιονομική βάση έκλεισε στο 4,8%! Υπήρξε δηλαδή υπερ-πλεόνασμα (πλεόνασμα πάνω από τον στόχο του προϋπολογισμού, που ήταν 2,5% του ΑΕΠ) 2,3% του ΑΕΠ! Σε απόλυτους αριθμούς, σχεδόν 5,5 δισ. ευρώ! Η εκτέλεση του φετινού προϋπολογισμού στο επτάμηνο του έτους αποκάλυψε πως και φέτος βαδίζουμε για μεγάλο πρωτογενές υπερ-πλεόνασμα, εφάμιλλο του περσινού. Λεφτά υπάρχουν, λοιπόν, αλλά η κυβέρνηση δεν έχει σκοπό να τα «χαραμίσει» για μέτρα μόνιμου χαρακτήρα για τους μισθωτούς…
Οι μισθωτοί και ιδιαίτερα οι χαμηλού και μικρομεσαίου εισοδήματος δεν είναι το προσφιλές target group της κυβέρνησης. Η «ταξική συμμαχία» στην οποία στηρίζεται πολιτικά παραπέμπει στον κατ’ αυτήν ορισμό της μεσαίας τάξης και βεβαίως στηρίζεται σταθερά στα δύο ανώτερα εισοδηματικά πεμπτημόρια, τα οποία σύμφωνα με όλες τις στατιστικές είναι τα μόνα που γνώρισαν αύξηση του πραγματικού τους εισοδήματος τα χρόνια της διακυβέρνησής της. Ιδιαίτερη φροντίδα όμως θα υπάρξει και για ειδσικές κοινωνικές κατηγορίες. Με βάση τις διαρροές στον φιλοκυβερνητικό Τύπο, η κυβέρνηση θα στοχεύσει:
● Στους ένστολους, ήτοι τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, με αυξήσεις που θα προσεγγίσουν και το 20%.
● Στις οικογένειες με παιδιά, μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων.
● Στη φοροελάφρυνση μισθωτών στο εισοδηματικό διάνυσμα μεταξύ 10.000 και 20.000 ευρώ, με καθιέρωση ενδιάμεσου φορολογικού κλιμακίου.
● Στη φορολογική ελάφρυνση των εισοδημάτων πάνω από 40.000 ευρώ, καθώς εκεί βλέπει πως τμήμα της «μεσαίας τάξης» βλέπει το πραγματικό της εισόδημα να καθηλώνεται.
