«Περάσανε τα χρόνια φύλλα ή βότσαλα […]/ Τι γύρευα όταν έφτασες βαμμένη απ’ την ανατολή του ήλιου/ Με την ηλικία της θάλασσας στα μάτια/ Και με την υγεία του ήλιου στο κορμί – τι γύρευα…». Από το «Η ηλικία της γλαυκής θύμησης» – στους «Προσανατολισμούς» του Ελύτη. Πιο νέος το θυμόμουν ολόκληρο. Μετά, όσο περνούσαν τα χρόνια, φύλλα ή βότσαλα, και όσο θάμπωνε η άλλοτε γλαυκή θύμηση τόσο λιγόστευε το ποίημα. Μαζευόταν. Απλώνεις ένα ακορντεόν, δυναμώνεις το παίξιμο και σιγά σιγά το χαμηλώνεις, το κλείνεις, το μαζεύεις. Σωπαίνει και η μουσική του.
Μετά παίρνεις το ίδιο πλοίο με τον ίδιο καπετάνιο, ταξιδεύεις ορθός στην πλώρη με τον αέρα να σου ξεκουμπώνει το πουκάμισο κι αναλογίζεσαι, με τη «Μαρίνα των βράχων» και με τη «γεύση τρικυμίας στα χείλη» της, «Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου»; Αλάργεψε κι αυτή, μετά από τόσους Σεπτεμβρίους, και σαν να χάνεται με τον καιρό. Την ψάχνεις από τη Νάξο μέχρι την Αλόννησο κι από τη Λαϊκή Γειτονιά της Λευκωσίας έως τη Μονμάρτρη και τα ηχηρά μονοπάτια στο Νότιο Πήλιο όπου ακούς ακόμα τις βαριές ανάσες των φορτωμένων αλόγων.
Ετσι, πέτρα την πέτρα και κόμπο τον κόμπο μετράς την απουσία και ψελλίζεις, σε μια βουβή κιθάρα στην άκρη μιας χορδής σπασμένης, τον ήχο της σιωπής. Ο,τι έμεινε από κάποια ολονύχτια ξεφαντώματα που δεν χωρούσαν οι καρέκλες στους χορούς. Τώρα σκιές περασμένες σε κάδρα στους τοίχους. Οταν πια, μέσα από «Επτά νυχτερινά επτάστιχα», «Ολα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα/ Ολα τα δάχτυλα/ Σιωπή».
Ο σπουδαίος Πέρσης ποιητής και σούφι (σοφός) Τζελαλεντίν Ρουμί καταλήγει σε ποίημά του: «Αυτό γίνεται πάντα όταν τελειώνω ένα ποίημα./ Μια απέραντη σιωπή με κυριεύει,/ και αναρωτιέμαι πώς μου ήρθε να χρησιμοποιήσω λέξεις»…
ΥΓ.: «The rest is silence» («Τα υπόλοιπα είναι σιωπή»), «Αμλετ», Σέξπιρ. Στη μνήμη της Χριστίνας, 15 Σεπτεμβρίου 2013.
