Σε άρθρο μου στην «Εφημερίδα των Συντακτών» (10/6/2025, «Οι κερδισμένοι, οι χαμένοι και η επόμενη μέρα») για τον πόλεμο στην Ουκρανία, προσπάθησα να συμπυκνώσω την άποψη του Κέινς στον αφορισμό ότι «οι νικητές του πολέμου αποζημιώνουν τους ηττημένους», όχι το αντίστροφο, όπως παραδοσιακά θεωρείται. Ουσιαστικά, αυτή είναι η θέση που είχε διατυπώσει ο Κέινς το 1919, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, διαφωνώντας με τη γραμμή Λονδίνου και Παρισιού που απαιτούσε από τη Γερμανία δυσβάστακτες πολεμικές αποζημιώσεις.
Ο Κέινς προειδοποίησε ότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε οικονομική κρίση, πολιτική αστάθεια, άνοδο του εθνικισμού και νέο πόλεμο – προβλέψεις που δεν άργησαν να επαληθευτούν. Ισως γι’ αυτό, μετά τον Β’ Παγκόσμιο, οι ΗΠΑ, μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ (1947–1952), δεν τιμώρησαν αλλά χρηματοδότησαν την ανοικοδόμηση τόσο της Γερμανίας και της υπόλοιπης Ευρώπης όσο και της Ιαπωνίας. Η πολιτική αυτή δεν αποτελούσε φιλανθρωπία, αλλά βασίστηκε στην ιδέα ότι μια εύρωστη και ειρηνική Ευρώπη εξυπηρετούσε τα δυτικά γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα πολύ καλύτερα. Για την ιστορική ακρίβεια, κάποιες αποζημιώσεις ζητήθηκαν από τη Γερμανία, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήταν συγκρίσιμες με εκείνες του Α’ Παγκοσμίου.
Το ερώτημα σήμερα είναι αν η Δύση και η Ρωσία θα διδαχτούν από την Ιστορία ή αν θα επαναλάβουν τα ίδια λάθη στην Ουκρανία. Φαίνεται ότι μια συμφωνία βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση, αν και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ούτε καν στο περίπου την πορεία και το τελικό της περιεχόμενο. Ωστόσο, μπορούμε να πούμε ότι στο «τραπέζι» βρίσκονται τέσσερα κρίσιμα δεδομένα:
1. Οι κατεχόμενες περιοχές της Ουκρανίας και η ρωσική άποψη ότι δικαιωματικά της ανήκουν, ένα ζήτημα που αντικρούεται από το διεθνές δίκαιο.
2. Τα περίπου 300 δισ. ευρώ παγωμένα ρωσικά αποθεματικά σε Δύση, των οποίων οι τόκοι χρηματοδοτούν βοήθεια στην Ουκρανία, που τον Νοέμβριο 2024 ανήλθε στα 20 δισ. δολάρια. Η διακράτηση και η διαχείρισή τους προβληματικές νομικά και θέτουν ανοιχτά ζητήματα.
3. Η στρατηγική σημασία των σπάνιων γαιών και κρίσιμων ορυκτών, με διακριτό ενδιαφέρον από τις ΗΠΑ αλλά και από χώρες στην Ε.Ε.
4. Η επιθυμία της Ουκρανίας για προστασία, κυρίως από τις ΗΠΑ.
Μια συμφωνία με διάρκεια απαιτεί την ικανοποίηση και των τεσσάρων παραμέτρων ή ενός βιώσιμου συνδυασμού τους. Με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα και τις τρέχουσες τάσεις, ο πιο πιθανός συνδυασμός φαίνεται να είναι αυτός που βασίζεται στη σταδιακή διαχείριση της κρίσης: τα ρωσικά αποθεματικά παραμένουν παγωμένα, η Ουκρανία λαμβάνει στρατηγική υποστήριξη από ΗΠΑ και Δύση, χωρίς άμεση κατάκτηση ή παραχώρηση εδαφών, ενώ τα κοιτάσματα κρίσιμων ορυκτών συνεχίζουν να αποτελούν πεδίο γεωοικονομικού ανταγωνισμού.
Βάσει των ανωτέρω, ένα καθόλου απίθανο σενάριο φαίνεται να είναι η μεν Ρωσία να κρατά τα εδάφη που επιθυμεί και ενάντια στο διεθνές δίκαιο κατέχει και ουσιαστικά να τα ανταλλάσσει με τα κέρδη από τα διακρατημένα από τους δυτικούς αποθεματικά που τιμωρητικά είναι παγωμένα από την Ε.Ε. Τα κέρδη από τα αποθεματικά αυτά με τη σειρά τους χρησιμοποιεί η Ουκρανία προκειμένου να προμηθεύεται αμυντικό υλικό από τις ΗΠΑ (οι «εγγυήσεις ασφαλείας» που επίμονα ζητεί ιδίως από τις ΗΠΑ και δεν φαίνεται, προς το παρόν, να φέρει αντίρρηση η Ρωσία) για να διασφαλίζει τα εναπομείναντα εδάφη της.
Εδώ έχουμε δύο παρανομίες, μία από την κάθε πλευρά, που γι’ αυτό η μία εξουδετερώνει την άλλη. Οσον αφορά τις σπάνιες γαίες, θα πρέπει πρώτα να ανακαλυφθούν και στη συνέχεια να αξιοποιηθούν από εταιρείες των ΗΠΑ αλλά και της Ευρώπης. Κάποιες από τις χώρες της Ευρώπης επωφελούνται από τη ζήτηση πολεμικού υλικού, οι αμυντικές δαπάνες αυξάνονται επικίνδυνα και οι μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες είναι σε αναμονή, το ίδιο και οι μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις αδημονούν να δραστηριοποιηθούν στο νέο υπό διαμόρφωση περιβάλλον. Μετά από όλα αυτά, εξακολουθεί να ισχύει το ότι «η Ιστορία διδάσκει ότι δεν διδασκόμαστε από την Ιστορία».
*Αφ. καθηγητής, ΠΑ.ΜΑΚ.
