Με έκπληξη και βαθιά ανησυχία παρακολουθούμε τις πρόσφατες εξαγγελίες της κυβέρνησης σχετικά με τη διαχείριση των αιτούντων άσυλο. Ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε ένα νέο, σκληρό πλαίσιο αντιμετώπισης, το οποίο προβλέπει τον άμεσο αποκλεισμό του δικαιώματος αιτήσεως για άσυλο, αρχικά επί τρίμηνο, και τη μεταφορά ανθρώπων σε κλειστά κέντρα κράτησης – και όλα αυτά χωρίς καμία θεσμική διαβούλευση ή λεπτομερή εξήγηση προς την κοινωνία. Και μάλιστα προτείνει συνεργασία με τις αρχές της «Δυτικής Λιβύης» – χώρα στην οποία, παρά την υποτιθέμενη εκεχειρία, ο εμφύλιος συνεχίζεται, η βία μαίνεται, τα βασανιστήρια είναι καθημερινά, και οι ίδιοι οι εκπρόσωποι της Ελλάδας δεν μπόρεσαν να μπουν, γιατί μια αντίπαλη ένοπλη ομάδα τους το απαγόρευσε.
Το νομικό σκέλος αυτής της απόφασης είναι, ασφαλώς, κρίσιμο και εγείρει πλήθος ερωτημάτων. Παραβιάζει αυτή η απόφαση το νέο πλαίσιο ευρωπαϊκού ασύλου; Συγκρούεται με διεθνείς συνθήκες και με τη Σύμβαση της Γενεύης; Ποιος έχει εξετάσει τη συμβατότητά του με τις υποχρεώσεις της Ελλάδας; Παραβιάζει η συνεργασία με τη Λιβύη σε αυτή τη φάση εμφυλίου πολέμου τη Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων; Είναι απολύτως αναγκαίο να περιμένουμε από θεσμούς όπως την Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ και τους οργανισμούς που εργάζονται στο πεδίο να τοποθετηθούν τεκμηριωμένα.
Αλλά επιτρέψτε μου να σταθώ σε μια λιγότερο τεχνική και περισσότερο θεμελιώδη διάσταση: την ηθική. Η ουσία του ασύλου δεν είναι τεχνική. Είναι βαθιά πολιτική και ανθρώπινη. Η απόφαση να κλείσουμε την πόρτα σε ανθρώπους που διακινδυνεύουν τη ζωή τους για να ξεφύγουν από πόλεμο, καταστολή και βασανιστήρια δεν είναι απλώς σκληρή· είναι μια συνειδητή επιλογή απομάκρυνσης από τον πυρήνα των δημοκρατικών μας αξιών. Η Ελλάδα, χώρα προσφυγιάς και μετανάστευσης η ίδια, οφείλει να γνωρίζει καλύτερα και ο λαός μας το έχει αποδείξει με τη στάση του προς τους πρόσφυγες κατά τη διάρκεια των προηγούμενων προσφυγικών κρίσεων.
Αναρωτιέμαι ποια πολιτική λογική ή ποια ιδεολογική στόχευση οδηγεί τη σημερινή κυβέρνηση σε τέτοιες αποφάσεις. Είναι η Ελλάδα πρόθυμη να εγκαταλείψει τις αρχές της; Υιοθετούμε πρότυπα τύπου Τραμπ στο όνομα της «ασφάλειας»; Και σε τι είδους κοινωνία μετασχηματιζόμαστε, όταν η λύση στα πιο σύνθετα προβλήματα είναι πάντα η απομόνωση, η καταστολή και η απανθρωποποίηση;
Υπάρχει βέβαια και η στρατηγική διάσταση. Ολοι ξέρουμε ότι απαιτείται ένα σοβαρό και ρεαλιστικό στρατηγικό σχέδιο για τη διαχείριση του προσφυγικού. Χρειαζόμαστε στήριξη από την Ευρώπη. Χρειάζεται να ενισχυθεί η Τοπική Αυτοδιοίκηση, να επιταχυνθούν οι διαδικασίες, να προστατεύεται η κοινωνική συνοχή. Αλλά το σχέδιο αυτό πρέπει να έχει θεμέλια: τα ανθρώπινα δικαιώματα, την προστασία από βασανιστήρια και την ενσυναίσθηση. Υπάρχει καινούργια ευρωπαϊκή νομοθεσία που μας επιτρέπει, όταν αντιμετωπίζουμε υπερβολικά πολλά αιτήματα ασύλου, να ζητάμε βοήθεια άλλων κρατών-μελών. Αυτά υποχρεούνται είτε να δεχθούν αιτούντες άσυλο είτε να πληρώσουν 20.000 ευρώ ανά αιτούντα άσυλο ή να βοηθήσουν με άλλους τρόπους. Δηλαδή, δικαιούμαστε σημαντική ευρωπαϊκή στήριξη για να χειριστούμε το θέμα και πρέπει να τη ζητήσουμε. Για ποιο λόγο απεμπολούμε αυτό το δικαίωμα;
Δεν υπάρχει χώρος για αφελείς ή πρόχειρες «λύσεις». Αν αφιερώναμε έστω λίγο χρόνο να κατανοήσουμε τι σημαίνει να ζητά κάποιος άσυλο –τι πέρασε για να βρεθεί στις ακτές μας–, δεν θα προτείναμε τόσο ελαφρά τη καρδία την επαναπροώθηση ή την κράτηση. Και, κυρίως, δεν θα αγνοούσαμε τις ηθικές, στρατηγικές και πολιτικές συνέπειες αυτών των επιλογών.
Μια κυβέρνηση που διαπραγματεύεται τόσο πρόχειρα τις βασικές δημοκρατικές και ανθρωπιστικές αξίες δεν χάνει μόνο το ηθικό της έρεισμα. Διακινδυνεύει και κάτι βαθύτερο: τη συλλογική μας συνείδηση ως κοινωνίας.
*Ανεξάρτητη βουλευτής
