Λόγω του ότι ένα δέντρο είναι πιο ψηλό από ένα άλλο, έχει μεγαλύτερο κορμό ή είναι πιο καρπερό δεν το καθιστά ανώτερο από ένα πιο κοντό, πιο λιανό ή άκαρπο. Ολα τα δέντρα συνεισφέρουν στη φύση που τα γέννησε το οξυγόνο τους, τον καρπό τους, τη σκιά τους, έστω την παρουσία τους στις ποικίλες αποχρώσεις της ζωής, στη διαδικασία ενός αρχέγονου δρώμενου, ενός γεγονότος σε εξέλιξη του οποίου τη σκοπιμότητα αγνοούμε. Το ίδιο συμβαίνει και με τα ζώα, τα πτηνά, τους ανθρώπους. Ειδικά στους ανθρώπους η ισότητα λειτούργησε ως συνεκτικός παράγοντας της ομάδας, αυτής της οντότητας που συνετέλεσε στην επιβίωση του είδους. Εκτοτε αποτέλεσε αντικείμενο προβληματισμού, άλλοτε κριτικής. Εισήλθε στο πεδίο της πολιτικής ως ζητούμενο, για κάποιους δε ως πανάκεια που θα θεράπευε κάθε μορφή αδικίας. Και τίθεται το ερώτημα. Σε τι θα χρησίμευε στον αρχαϊκό κόσμο η πολιτική ισότητα όπως σήμερα την εννοούμε και η φιλολογία που σέρνει ξοπίσω της, όταν αυτή είναι το αναπόδραστο αποτέλεσμα μιας αναγκαιότητας που υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει;
Τελικά η ισότητα είναι ίσως μια λάθος λέξη για τη γλώσσα της πολιτικής και της τέχνης της διακυβέρνησης των λαών, ειδικά από τη στιγμή που τη συνδέουμε με το δικαίωμα σε αυτήν οπότε αποκτά μεταφυσικό χαρακτήρα, με τίμημα την απώλεια των χαρακτηριστικών του φυσικού γεγονότος, του δρώμενου. Ως γεγονός η ισότητα είναι παράγοντας της εγγενούς λειτουργίας της φύσης και ως τέτοιος παύει να αποτελεί μέρος του φιλοσοφικού εργαστηρίου ή του πολιτικού προβληματισμού. Είναι αυτονόητη έννοια, η οποία ενυπάρχει στα πάντα, οπότε εξισώνεται με όλα τα άλλα γεγονότα άσχετα από τον βαθμό επίδρασής της σε αυτά, εντάσσεται στην ιστορικότητα της φύσης και γίνεται πεπρωμένο. Η οποιαδήποτε δε συζήτηση περί της πολιτικής αναγκαιότητάς της ή του αφορισμού της ως λαϊκιστική ουτοπία είναι άχρηστη στη φύση, όπως τα αέρια που βγαίνουν από την εξάτμιση ενός αυτοκινήτου. Μάλλον ρυπαίνει παρά συνεισφέρει σε κάτι.
Ως πολιτική έννοια η ισότητα από τη στιγμή που εντάσσεται σε μια διαδικασία γραφειοκρατικής και ταξικής δομής αυτοαναιρείται, με αποτέλεσμα να μετατρέπεται σε μια διοικητικού χαρακτήρα επινόηση, έρμαιο στις ορέξεις μιας συγκυριακής και ιδιοτελούς εξουσίας· ακόμα και όταν αυτή η εξουσία είναι ο ίδιος ο λαός. Πιο σωστό λοιπόν όταν τη συνδέουμε με την πολιτική θα ήταν να χρησιμοποιούμε όρους όπως ισονομία, ισηγορία, ισοπολιτεία, ισοδιανεμητικότητα ή ισο-αναλογικότητα. Μόνο αυστηρά μέσα σε αυτό το πλαίσιο ό,τι αδόκιμα λέμε ισότητα αποκτά επιδραστική στην κοινωνία δυναμική και σε βάθος χρόνου μπορεί να καταστεί βιοθεωρία, οπότε θα μπορέσει να επιστρέψει στη φυσική μήτρα της ως αυτονόητη έννοια, ως γεγονός δηλαδή που δεν χρήζει περαιτέρω απόδειξης. Υπ’ αυτό το πρίσμα η ισότητα καθίσταται ένα παραγωγικό κοινωνικά σύστημα φυσικών αποχρώσεων που επαληθεύει την εγγενή υπόνοια του συλλογικού εγκεφάλου και του δίνει τα εργαλεία για να μετατραπεί από υπόθεση σε αναγκαστική συνέπεια της σύνθετης λειτουργίας των αποχρώσεών της. Και επίσης μόνο έτσι η ισότητα θα αποτελέσει το υπομόχλιο ώστε ο άνθρωπος να σηκώσει το βάρος της άλλης τρομακτικής έννοιας: της ελευθερίας.
Η ελευθερία σε αντίθεση με την ισότητα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αμιγώς φυσική έννοια. Τα ζώα και οι άνθρωποι δεν γεννιούνται ελεύθερα όντα. Υπακούοντας στους φυσικούς νόμους δεσμεύονται αφενός μεν από την παγκόσμια αυτορρυθμιζόμενη εξουσία της Αδράστειας, κατά συνέπεια και από την ισότητα που είναι μια βασική απόχρωσή της, αφετέρου δε, ειδικά ο άνθρωπος, από τις αλυσίδες των κοινωνικών συμβάσεων, απ’ ό,τι μας αφαιρεί δηλαδή τη δυνατότητα σωματικής και πνευματικής αυτοδιάθεσης. Κατά συνέπεια η αναζήτηση της ελευθερίας λειτουργεί ως διαδικασία επαλήθευσης ενός θεωρήματος, μιας υπόθεσης που αναζητά συμπέρασμα. Αν μπορεί ο άνθρωπος να γίνει κάποια στιγμή ελεύθερος.
Πολλοί ίσως θυμούνται ακόμα την πιο σημαντική (για εμένα) ταινία του Παζολίνι, «Το θεώρημα», στην οποία μια οικογένεια μεγαλοαστών δέχεται την επίσκεψη ενός άγνωστου νεαρού που συνευρίσκεται ερωτικά με όλη την οικογένεια από τον εργοστασιάρχη πατέρα και τη μητέρα καθώς και με τον γιο και την κόρη. Κάποια στιγμή φεύγει όπως ήρθε. Ως συνέπεια της επίσκεψης η οικογένεια διαλύεται, η κόρη πέφτει σε κατατονία, ο γιος απελευθερώνεται ερωτικά και γίνεται καλλιτέχνης, η μάνα αφήνει ελεύθερο τον αχαλίνωτο ερωτισμό της, ο πατέρας ξεγυμνώνεται, αφήνει το εργοστάσιό του στους εργάτες και χάνεται στο άγνωστο. Μόνο η υπηρέτρια, που δεν είχε σαρκική επαφή με τον ξένο αλλά μια υπερβατική σχέση, αποκτά ασυνήθιστη πνευματικότητα, εμφανίζει θαυματουργικές ικανότητες και ανυψώνεται στους ουρανούς μετά τον θάνατό της. Αυτό το υπέροχης σύλληψης έργο είναι η αλληγορία της ελευθερίας. Ο άγνωστος επισκέπτης είναι ο άγγελος της θεάς Φύσης, ο «λυσιμελής» Ερωτας σε όλες του τις αποχρώσεις, από τον παθιασμένο σαρκικό μέχρι τον καλλιτεχνικό και πνευματικό που η εξισωτική του εύνοια επιδρά ισότιμα στα πάντα ξεγυμνώνοντας με την οργασμικότητά του από το απατηλό περιτύλιγμά τους όχι μόνο τις κοινωνικές συμβάσεις, αλλά μέχρι και αυτόν τον θάνατο. Εδώ για την απελευθέρωση των χαρακτήρων η ισότητα – εξίσωση λειτούργησε πράγματι ως καταλύτης.
Πρώτα πρέπει λοιπόν να κατανοήσουμε ότι η υπόθεση «ισότητα» είναι φύσει αληθής, ώστε να συμπεράνουμε ότι και η υπόθεση «ελευθερία» είναι θέσει αληθής, να αντιληφθούμε την αναγκαιότητά τους ως σύνδεσμο μεταξύ μας αλλά και μεταξύ όλων των φυσικών και κοινωνικών πραγμάτων. Επίσης σημαντικό είναι να βιώσουμε ερωτικά το γεγονός ότι είμαστε «υποθέσεις» ενός παγκόσμιου θεωρήματος, ώστε να απαλύνουμε το αλλοτριωτικό άχθος των κοινωνικών συμβάσεων και να αντισταθούμε στον κάθε φόβο και στην καταπίεση κάθε εξουσίας. Τότε, όπως είπε ο ποιητής, «μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την Ελευθερία». Οπερ έδει δείξαι.
* Συγγραφέας, νομικός
