Το τελευταίο ταξίδι τού ηλικίας 77 χρόνων κρουαζιερόπλοιου «Astoria» προς τα διαλυτήρια πλοίων κλείνει ένα μεγάλο κεφάλαιο στην ιστορία της μεταπολεμικής ναυτιλίας. Αφήνει πίσω του μια μεγάλη κληρονομιά σχετικά με τη ναυπηγική μηχανική των μέσων του 20ού αιώνα, τη γεωπολιτική του Ψυχρού Πολέμου και τον σύγχρονο τουρισμό κρουαζιέρας.
Για τους ιστορικούς και τους λάτρεις της ναυτιλίας αυτό το σκάφος, με τη βαριά κληρονομιά του, υπενθυμίζει πως τα πλοία μπορούν να επιβιώνουν ξεπερνώντας τα εθνικά σύνορα, τα πολιτικά καθεστώτα και τους κύκλους της αγοράς.
Η ιστορία αρχίζει από τις 21 Φεβρουαρίου 1948, όταν το πλοίο αναχώρησε για το παρθενικό ταξίδι του από το Γκέτεμποργκ της Σουηδίας για τη Νέα Υόρκη.
Με μήκος 160 μέτρα και ολική χωρητικότητα 12.165 τόνων, το «Στοκχόλμη» -ανήκε στη ναυτιλιακή εταιρεία Σουηδική-Αμερικανική Γραμμή (Swedish American Line)- εκείνη την εποχή ήταν το μικρότερο επιβατηγό πλοίο που ήταν δρομολογημένο στη διαδρομή του Βόρειου Ατλαντικού. Ομως, ταυτόχρονα ήταν το μεγαλύτερο επιβατηγό πλοίο που κατασκευάστηκε στη Σουηδία και διέθετε τη μεγαλύτερη μονάδα πρόωσης ντίζελ που κατασκευάστηκε ποτέ σε αυτή τη χώρα. Αρχικά, σχεδιάστηκε για να μεταφέρει 395 επιβάτες, κατανεμημένους σε πρώτη και τουριστική θέση, ενώ είχε χωρητικότητα φορτίου 3.000 τόνων. Το 1953 μετά από μια ανακατασκευή αύξησε τη χωρητικότητα των επιβατών σε 548.
Τρία χρόνια αργότερα, η εμπλοκή του σε ένα από τα μεγαλύτερα μεταπολεμικά ναυτικά ατυχήματα στα χωρικά ύδατα των ΗΠΑ επρόκειτο να το κάνει παγκοσμίως γνωστό.
Αυτό έγινε το βράδυ της 25ης Ιουλίου 1956, στα ανοιχτά των ακτών του Ναντάκετ (Nantucket), ένα μικροσκοπικό νησί στα ανοιχτά του Κέιπ Κοντ, στη Μασαχουσέτη, γύρω από το οποίο έχουν γίνει πολλά ναυτικά ατυχήματα λόγω της πυκνής ομίχλης που επικρατεί συγκεκριμένες εποχές του έτους.
Εκείνη τη νύχτα επικρατούσε και πάλι πυκνή ομίχλη, όταν το «Στοκχόλμη», που είχε αναχωρήσει από τη Νέα Υόρκη, συγκρούστηκε με το υπερωκεάνιο της Ιταλικής Γραμμής (Società di navigazione Italia) «Andrea Doria», το οποίο έπλεε στην αντίθετη κατεύθυνση, με προορισμό τη Νέα Υόρκη. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή και στοίχισε τη ζωή σε 51 άτομα, πέντε μέλη του πληρώματος του σουηδικού πλοίου και 46 επιβάτες και μέλη του πληρώματος του ιταλικού. Αργότερα υπέκυψαν στα τραύματά τους άλλα τρία άτομα, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των θυμάτων σε 54. Μεταξύ των θυμάτων ήταν και η Ιταλίδα τραγουδίστρια της όπερας Αγκνες Μπαράτα (Agnes Baratta), κορυφαία σοπράνο στη Σκάλα του Μιλάνου.
Δύο γεγονότα συντέλεσαν να περιοριστούν οι απώλειες και να διασωθούν 1.660 επιβάτες και πλήρωμα του ιταλικού πλοίου: α) η πολύωρη καθυστέρηση του ιταλικού πλοίου να βυθιστεί, δίνοντας τον χρόνο να φτάσουν άλλα πλοία και να παραλάβουν τους ναυαγούς και β) η αποτροπή της βύθισης του «Στοκχόλμη», που παρότι έχασε ολόκληρη την πλώρη του παρέμεινε στην επιφάνεια, βοήθησε στην επιχείρηση διάσωσης και επέστρεψε αυτοδύναμα στη Νέα Υόρκη.
Τα φώτα της δημοσιότητας τράβηξε η παρουσία πολλών επωνύμων στο ιταλικό πλοίο. Μεταξύ αυτών ήταν οι Ούγγροι χορευτές μπαλέτου Ιστβαν Ραμπόφσκι (Istvan Rabovsky) και Νόρα Κόβατς (Nora Kovach), τότε σύζυγός του, οι οποίοι πριν από τρία χρόνια είχαν αυτομολήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ηθοποιός Μπέτσι Ντρέικ, τότε σύζυγος του σταρ του κινηματογράφου Κάρι Γκραντ, ο δήμαρχος της Φιλαδέλφειας Ρίτσαρσον Ντιλγουόρθ και ο μουσικοσυνθέτης Μάικ Στόλερ (Mike Stoller).
Ιδιαίτερη περίπτωση ήταν η ηθοποιός του Χόλιγουντ Ρουθ Ρομάν (Ruth Roman), που ταξίδευε με τον τρίχρονο γιο της Ρίτσαρντ. Η Ρομάν στην ταινία του 1950 «Τρία μυστικά» (Three secrets) είχε υποδυθεί μια απελπισμένη μητέρα που περίμενε να μάθει αν το παιδί της είχε επιβιώσει από ένα αεροπορικό δυστύχημα.
Στη διάρκεια της σύγκρουσης και της εγκατάλειψης η Ρομάν αποχωρίστηκε τον γιο της. Η ίδια έφτασε πρώτη με ένα πλοίο στο λιμάνι της Νέας Υόρκης και έπρεπε να περιμένει για να μάθει την τύχη του παιδιού της. Αυτό προκάλεσε φρενίτιδα στα μέσα ενημέρωσης για φωτογραφίες καθώς περίμενε στην προβλήτα την ασφαλή άφιξη του παιδιού της με ένα από τα πλοία διάσωσης.
Μια… παράπλευρη απώλεια του ναυαγίου αφορούσε την αυτοκινητοβιομηχανία καθώς χάθηκε το Chrysler Norseman, ένα προηγμένο «μοναδικό» μοντέλο αυτοκινήτου, που είχε κατασκευαστεί για την Chrysler από την Ghia στην Ιταλία. Το Norseman είχε ανακοινωθεί ως σημαντικό αξιοθέατο της έκθεσης αυτοκινήτου του 1957. Χωρίς να έχει παρουσιαστεί στο κοινό χάθηκε μαζί με άλλα αυτοκίνητα στο γκαράζ χωρητικότητας 50 οχημάτων του «Andrea Doria».
Εκτός, όμως, από αυτές τις ιστορίες, οι έρευνες για την αιτία της σύγκρουσης απασχόλησαν για πολύ καιρό τα μέσα ενημέρωσης και τη Δικαιοσύνη.
Τελικά, δεν ανακοινώθηκε ποτέ επισήμως η αιτία της σύγκρουσης, κυρίως λόγω μιας εμπιστευτικής εξωδικαστικής συμφωνίας διακανονισμού μεταξύ των δύο ναυτιλιακών εταιρειών που υπογράφηκε σε κάποια φάση της ανάκρισης.
Ωστόσο, το ατύχημα επέφερε αρκετές αλλαγές σε κανονισμούς, κυρίως σχετικά με την εκπαίδευση στη χρήση των ραντάρ και για την αποφυγή συγκρούσεων.
Ο Ψυχρός Πόλεμος
Το «Στοκχόλμη», μετά από ακόμα μία ανακαίνιση, κατά την οποία διαμορφώθηκαν αίθουσα κινηματογράφου και μια εξωτερική πισίνα, πωλήθηκε, στις 3 Ιανουαρίου 1960, στην κυβέρνηση της Ανατολικής Γερμανίας. Μετονομάστηκε σε «Völkerfreundschaft» («Φιλία των Εθνών») και λειτούργησε υπό την εταιρεία Deutsche Seereederei, πρόδρομο της AIDA Cruises.
Το πλοίο ξεκίνησε να κάνει ταξίδια αναψυχής στην Κούβα και ήταν ένα από τα δύο πλοία που βρέθηκαν, τον Οκτώβριο του 1962, εν πλω προς την Αβάνα στη διάρκεια της 13ήμερης Κρίσης των Πυραύλων και τέθηκαν υπό παρακολούθηση από αμερικανικά στρατιωτικά αεροπλάνα και σκάφη.
Το πλοίο, με επιβαίνοντες Γερμανούς και Τσέχους εργαζόμενους, βρισκόταν ήδη στα μισά του δρόμου προς την Αβάνα όταν ξέσπασε η κρίση μεταξύ ΗΠΑ και Σοβιετικής Ενωσης. Ομως, έπρεπε να συνεχίσει το ταξίδι για την Αβάνα για να ανεφοδιαστεί με καύσιμα. Υπό την επιτήρηση ενός αμερικανικού αντιτορπιλικού, που έπλεε σε απόσταση μόλις δύο μιλίων, έφτασε χωρίς προβλήματα στην Κούβα απ’ όπου αναχώρησε γρήγορα για να επιστρέψει στην Ανατολική Γερμανία.
Μερικά χρόνια αργότερα, το 1968, το πλοίο έγινε το σκηνικό της περιπετειώδους διαφυγής από την Ανατολική Γερμανία του 35χρονου τότε Μάνφρεντ Σέμινγκ (Manfred Semmig), η οποία απασχολεί ιστορικά μέχρι σήμερα.
Μάλιστα, καθώς ο Σέμινγκ έπεσε από το κρουαζιερόπλοιο στη θάλασσα τον περίμεναν εκεί δύο μικρά ναρκαλιευτικά του δυτικογερμανικού Πολεμικού Ναυτικού, από τα οποία το ένα, το «Najade», κάνοντας ελιγμούς συγκρούστηκε με το «Φιλία των Εθνών».
Σε πρόσφατο αφιέρωμα του «Σπίγκελ» (5.3.2020) αναφέρεται ότι υπάρχουν δύο εκδοχές. Σύμφωνα με την πρώτη, ο Σέμινγκ παρουσίαζε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους Δυτικούς καθώς εργαζόταν στο Επιστημονικό και Τεχνικό Κέντρο του Ναυτικού της Ανατολικής Γερμανίας χειριζόμενος απόρρητες έρευνες. Η δεύτερη, πιο πρόσφατη, αναφέρει πως ήταν ένας αντικαθεστωτικός, που απλώς ήθελε να φύγει και σε αυτό τον βοήθησε ένας συγγενής του, υψηλόβαθμος αξιωματικός του δυτικογερμανικού Ναυτικού.
Παρότι για τη δεύτερη εκδοχή εμφανίστηκαν κάποια στοιχεία από στρατιωτικά αρχεία, είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτό ότι το Ναυτικό της Δυτικής Γερμανίας ενεπλάκη σε μια σοβαρή και δαπανηρή υπόθεση μόνο και μόνο για να διευκολύνει τη διαφυγή κάποιου αντικαθεστωτικού.
Υπήρξαν και ορισμένα άλλα περιστατικά, όπως η τυχαία σύγκρουση του κρουαζιερόπλοιου με το υποβρύχιο U-26 του δυτικογερμανικού Ναυτικού στη Βαλτική Θάλασσα, που έγινε το 1983.
Δύο χρόνια αργότερα το πλοίο πωλήθηκε σε μια εταιρεία με έδρα στον Παναμά και αφού άλλαξε δύο ονόματα, βρέθηκε στο Οσλο, όπου χρησιμοποιήθηκε ως χώρος διαμονής αιτούντων άσυλο στη Νορβηγία.
Το 1994 αγοράστηκε από μια ιταλική εταιρεία, ρυμουλκήθηκε στη Γένοβα, την «πατρίδα» του «Andrea Doria», όπου έγινε μια πλήρης μετασκευή και «μεταμορφώθηκε» σε ένα σύγχρονο κρουαζιερόπλοιο.
Ετσι, τα επόμενα χρόνια, αλλάζοντας διάφορα ονόματα για να καταλήξει το 2016 να λέγεται «Astoria», πέρασε στην τελευταία φάση της «ζωής» του στη βιομηχανία του τουρισμού κρουαζιέρας, στην οποία λειτούργησε μέχρι το 2021, οπότε λόγω και της πανδημίας του Covid «έδεσε» για πάντα στο Ρότερνταμ.
Τελικά, στις 17 Ιουνίου, σε μια δημοπρασία που έγινε στην Ολλανδία, αποκτήθηκε από βελγική εταιρεία αντί 200.000 ευρώ, με προοπτική να οδηγηθεί σε διαλυτήρια στη Γάνδη. Εκεί που θα γραφτεί ο επίλογος της ιστορίας του 77χρονου πλοίου.
