Αν δείτε έναν άνθρωπο, γαλήνιο και εκρηκτικό μαζί, φωτεινό και συννεφιασμένο ταυτόχρονα, βροχερό και ηλιοστάλαχτο, να τριγυρνά σε παλιά λεωφορεία και να μοιράζει δωρεάν εισιτήρια στους επιβάτες, να κάνει μεταμεσονύκτιες επισκέψεις στα ναυπηγεία της Ερμούπολης, ε, αυτός δεν είναι άλλος από τον ποιητή Μάνο Ελευθερίου. Είναι εκεί, είναι παρών, χάρη στους στίχους του, αλλά όχι μόνον. Ο Μάνος Ελευθερίου επιστρέφει στον χώρο της έμπνευσής του, στον χώρο της δημιουργίας, της ποιητικής γέννας χάρη και στην ακάματη προσπάθεια της αδελφής του, Λιλής Ελευθερίου. Η οποία εκδίδει συχνά – πυκνά τεύχη με τις αναμνήσεις φίλων και συνεργατών. Ολα με έναν κοινό παρονομαστή: «Για τη μνήμη του Μάνου Ελευθερίου».
Επεσαν, έτσι, στα χέρια μας δύο από τα τελευταία τεύχη, διά χειρός Κώστα Φασουλά -από όπου και οι εικόνες της πρώτης παραγράφου- και Γιάννη Βαρβέρη, αυτού του σεμνού ποιητή της γενιάς του ’70, που έφυγε αδόκητα νωρίς.
«Αυτός ο ακριβός ποιητής» τιτλοφορείται το φύλλο του Γιάννη Βαρβέρη που έγραφε την Πρωταπριλιά του 2009 για τον Μάνο Ελευθερίου: «Το ποιητικό βλέμμα είναι η βρυσομάνα που ποτίζει όλο το έργο του Μάνου Ελευθερίου, ακόμη και το πεζογραφικό ή το ιστορικό – δοκιμιακό ως προς τις επιλογές του. Ο ποιητής είναι εκείνος που θερμαίνει τον στιχουργό, γι’ αυτό και ο στιχουργός είναι σχεδόν πάντα αυτοβιογραφικός, το δε τραγούδι άμεσα ανταλλάξιμο, αν το θελήσεις, με ποίημα». Και παρακάτω, κοινή είναι η αίσθηση ότι «ο Ελευθερίου θεωρεί ακόμα και την ποίηση μάταιη πράξη και τον ποιητή αυτόβουλο θύμα – παρανάλωμα του πυρός».
Σύμφωνα με τον Γιάννη Βαρβέρη, «η ποίηση του Ελευθερίου συνομιλεί τόσο με το δημοτικό τραγούδι και τον υπερρεαλισμό, σχετιζόμενη έτσι κάπως με τον πρώιμο Ελύτη και με τον Γκάτσο, όσο και με μορφές που εξυπηρετούν το ευλαβικό συντεχνιακό συναίσθημά του όπως ο Παπαδιαμάντης και ο Σολωμός. Η γλώσσα του δεν εγκαταλείπει ποτέ τον ρυθμικό και μουσικό βηματισμό της, άλλοτε όμως παρουσιάζεται ειδυλλιακότερη και ειρηνικότερη και άλλοτε τολμηρή, σκληρή και σπανίως παράφορη. Αλλοτε πάλι η γλώσσα, το αίσθημα και η φόρμα έρχονται να συναντήσουν την decadence των μεσοπολεμικών ποιητών μας», επισημαίνει ο Γ. Βαρβέρης. Εξάλλου, συνεχίζει, «όλος ο Ελευθερίου είναι ένα ομιχλώδες τοπίο μέσα σε μια καθαρή γλώσσα ελληνική, την οποία βαθύτατα υπολήπτεται αλλά και έμπρακτα προάγει».
Συγχρόνως, «ο κόσμος του Ελευθερίου ανήκει με διακριτικό φανατισμό στην παρακμή. Την παρακμή αυτή εξασφαλίζουν στα ποιήματά του ένας σπάνιος λυρισμός χωρίς ίχνος γλυκερότητας κι ένας απαρηγόρητος σπαραγμός χωρίς ίχνος ταπεινού παράπονου και ιδίως χωρίς ελπίδα. Ο πληθυσμός του συνίσταται σε ανθρώπους κυνηγημένους ή πικραμένους, ανεξαρτήτως τάξεως, χρόνου ή χώρου. Ο χώρος πάντως είναι συνηθέστατα αστικός και κατά προτίμηση εντοπίζεται σε πλοία, σε μπαρ, σε καφενεία, όπου η ματαίωση, η μνήμη ή η φωτογραφία ευδοκιμούν κι ανθίζουν ευκολότερα», γράφει ο ποιητής Βαρβέρης.
Και, εν κατακλείδι, «αυτός ο ακριβός ποιητής, μέσα στη γενική του γενναιοδωρία, έστειλε με αγάπη πολλά απ’ τα ποιητικά παιδιά του στο σχολείο της μουσικής, όπου και αρίστευσαν, χαρίζοντάς μας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο πολλή και γνήσια ομορφιά, γνωρίζοντας όμως, όπως λέει σ’ έναν στίχο του: πόσο, πόσο η ομορφιά είναι υπόσχεση θανάτου».
«Παρατηρώ τις κινήσεις του. Τα χέρια του. Οταν θέλουν κάτι να δείξουν. Τα μάτια του. Καθώς αυτά διορθώνουν ό,τι ενοχλεί την αισθητική του. Τα λόγια του. Τα μετρημένα και τα αμέτρητα, με τις λέξεις να λιποθυμούν, όταν θυμάται», γράφει από τη δική του πλευρά ο στιχουργός Κώστας Φασουλάς.
«Ο Μάνος, ο αγαπημένος Μάνος, αυτός ο Αλκιβιάδης με τη γοητεία του αινίγματος στα μάτια, είναι το “Σύννεφο με παντελόνια” που κάποτε φαντάστηκε ο Μαγιακόφσκι. Στις επίγειες διαδρομές του μεταφέρει όλες σχεδόν τις ουράνιες συνήθειές του…», είναι η εικόνα που μεταφέρει για τον Μ. Ελευθερίου ο Κ. Φασουλάς.
«Μάνο, θα μας πεις;».
