ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ g.manteniotis
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο θρήνος της Αντιγόνης («οία προς οίων ανδρών πάσχω, την ευσεβίαν σεβίσασα», 942-943) έγινε το περασμένο Σάββατο στην Επίδαυρο από τον Γερμανό σκηνοθέτη Ούλριχ Ράσε ασεβέστατος σκηνικός λήρος που δεν τιμά καθόλου την επιδαύρια σκηνή.

Ο Γερμανός σκηνοθέτης δεν σεβάστηκε ούτε τον χώρο ούτε τον Σοφοκλή. Πολύ περισσότερο, δεν σεβάστηκε τον πόνο της Αντιγόνης που τον πέρασε αβλεπτί και το βαρύ, πολύ βαρύ, υπόβαθρο του αρχαίου ελληνικού δράματος. Ηταν σαν ένα γερμανικό πάντσερ που πέρασε και σάρωσε τον Αργολικό κάμπο πραγματοποιώντας ακραίες μοντερνιστικές ρεβεράντζες πάνω στο κειμενικό σώμα του Σοφοκλή. Με κανόνια όμως γίνονται ρεβεράντζες; Και μάλιστα ρεβεράντζες ερπυστριοφόρες, με βήματα βασανιστικά, επιτηδευμένα, σερνόμενων ερπετών;…

Η παράσταση της φετινής Αντιγόνης –μια παράσταση τραγικής αποκολοκύνθωσης, γερμανικής έμπνευσης κι εξπρεσιονιστικής προσαρμογής– ήταν μακριά από κάθε γνήσιο θεατρικό λόγο που «έλαμψε» στον αργολικό ουρανό με μια εκτυφλωτική κολόνα ηλεκτρικού φωτός, ολότελα ξένη στο ταπεινό λυκόφως της ελληνικής τραγωδίας.

Ο Γερμανός σκηνοθέτης παρουσίασε μια μεταμοντέρνα κινησιολογική ερμηνεία της Αντιγόνης, χωρίς τον αναγκαίο τραγικό λήρο των δύο πρωταγωνιστών, πάνω στον οποίο οφείλει ο κάθε σκηνοπλάστης δημιουργός να κατευθύνει τους ήρωές του. Ο τραγικός λήρος κατ’ αρχάς έπασχε από ασυναίρετα χασμωδικά λογότυπα και από έλλειψη διαλογικών σπινθήρων, από τους οποίους είναι φορτωμένος ο σοφόκλειος λόγος.

Και δεν φτάνει που σμπαράλιασε τον αρχαίο λόγο με τις περικοπές και τα ελλείμματα, ο Γερμανός σκηνοθέτης επινόησε επιπλέον κάτι μηχανικούς περιστρεφόμενους δερβίσηδες που χόρευαν σπασμωδικά, με τρομολαγνικό τέμπο, αγνοώντας προκλητικά τη θεατρική στόφα του αρχαίου δράματος.

Οι δερβίσηδες του Γερμανού μιλούσαν τη γλώσσα του σώματος κατ’ εξακολούθηση επί δυόμισι ώρες και κατά μια κουραστική υπερβολή, με σαφώς εκτοπισμένο τον θεατρικό όρχο και τη δραματική υπόκρουση του σοφόκλειου διαλόγου.

Μιλούσαν μια γλώσσα αμιγώς αντιθεατρική

Με κινησιολογική πρωτοτυπία, λοιπόν, ο Γερμανός σκηνοθέτης άπλωσε τους αδαείς θεατρικούς του τένοντες πάνω στο αρχαίο δράμα κι επιχείρησε να μεταφέρει στη μηχανική περιστρεφόμενη ορχήστρα του τους ατέλειωτους βηματισμούς των διαστημικών του ηρώων που έμοιαζαν ως προς τον ρυθμό και την αργόσυρτη κίνηση με γυμνοσάλιαγκες που καθυστερούν να προωθήσουν το δράμα του Κρέοντα –περισσότερο– και της Αντιγόνης –λιγότερο–, για να φτάσουμε έτσι στον πικρό επίλογο της εξπρεσιονιστικής τραγωδίας.

Η τέχνη της ακροβασίας –ως άσκηση του αυτοσχεδιασμού και της δεξιοτεχνίας, γράφει ο Κ. Γεωργουσόπουλος– απαιτεί ένα συγκεκριμένο σύστημα αναφοράς και περιορισμού στην αναπαράσταση του αρχαίου διαλόγου και της σκηνοθετικής αντίληψης.

Αυτή η ευρωπαϊκή επίδραση που μεταφυτεύτηκε στην Ελλάδα, επινοήθηκε από διάφορους μεταμοντέρνους σκηνοθέτες ξεχνώντας πως η Μεσόγειος υπήρξε χωνευτήρι, αλλά ταυτόχρονα και πηγή εκτοξεύσεως πολιτισμού.

Η ποίηση, λέει ο Δ. Χριστοδούλου, είναι το φίλτρο της μετατροπής του τρόμου σε ρυθμό. Αυτό εμείς στην Ελλάδα το καταφέραμε. Στη Δύση έγινε το αντίθετο. Ο ρυθμός μετετράπη σε τρόμο. Και ο τρόμος του θεατρικού εξπρεσιονισμού κατά τον Γερμανό σκηνοθέτη υπήρξε ατυχής και επιβαρυντικός του επιδαύριου κλίματος και της παραστασιακής ατμόσφαιρας…

Προσωπικά πιστεύω ότι η παράσταση απέτυχε για τους επόμενους δέκα λόγους:

■ Πρώτο, για την αργόσυρτη και πολύωρη μεταποίηση του σοφόκλειου κειμένου που έτσι κι αλλιώς δεν επιδέχεται διατάσεις, αλλοιώσεις ή συμπτύξεις.

■ Δεύτερο, γιατί η ζωντανή μουσική επένδυση δεν μπορεί να χρησιμοποιείται σε τραγωδία, όπως στα δυτικά κινηματογραφικά θρίλερ. Τα δυνατά μεγάφωνα προσβάλλουν τον επιδαύριο χώρο. Είναι απαράδεκτη η δυναμική παρουσία των ηχείων. Ο συνεχής και αποκρουστικός θόρυβος από αυτά υπήρξε εντέλει καταλυτικά ενοχλητικός και ξένος με το επιδαύριο περιβάλλον…

■ Τρίτο, γιατί η παράσταση εξαφάνισε τον Χορό. Χορός μπορεί να υπήρχε στο μυαλό και στην τεχνική του Ράσε, αλλά ήταν σαν να μην υπήρχε. Τα χορικά ασκούν μια ειδική λειτουργία στην εξέλιξη του δράματος. Κόβουν κι ενώνουν τη διάρκειά του με έναν ευφυή –και ξεκουραστικό– τρόπο.

■ Τέταρτο, για το ανελέητο πετσόκομμα του αρχαίου κειμένου. Η Αντιγόνη έπεσε θύμα δυτικών μεταμοντερνιστικών παρεμβάσεων, με σκηνοθετικές αντιλήψεις που αποδείχτηκαν όχι μόνο κάκιστες αλλά και παρα-ποιητικές…

■ Πέμπτο, γιατί η κίνηση των ηθοποιών, όπως διδάχτηκε από τον Ράσε, ήταν μονότονη, περιοριζόταν στο φωτισμένο σκηνικό και το μόνο που κατάφερνε η φωτεινή κολόνα ήταν να αποσπάσει την προσοχή του θεατή και να τον καθοδηγήσει μέχρι τον φτηνό εντυπωσιασμό.

■ Εκτο, θεωρώ πολύ πετυχημένη την έκφραση ενός θεατή μετά την παράσταση που απαυδισμένος από την απουσία των κλιμακώσεων του ζωντανού διαλόγου είπε πως το κείμενο της Αντιγόνης έμοιαζε με καρδιογράφημα ενός νεκρού… Ισιο και μονότονο απ’ την αρχή ώς το τέλος…

■ Εβδομο, γιατί θεωρώ απαράδεκτη τη σκηνική επέμβαση στην αργολική ορχήστρα με την τρίτομη περιστρεφόμενη σκηνή, περίπου όμοια με εκείνη του προπέρσινου «Αγαμέμνονα».

■ Ογδοο, γιατί ο Γερμανός σκηνοθέτης εξαφάνισε δύο σημαντικούς ρόλους, της Ισμήνης και της Ευρυδίκης, όπως και πολλά άλλα διαλογικά τμήματα του αρχαίου κειμένου.

■ Ενατο, γιατί η Αντιγόνη κατακρεουργήθηκε ως ηρωίδα και λόγω της αργόσυρτης και αμελητέας εκφοράς του λόγου της.

■ Και δέκατο, γιατί η συλλαβιστή εκφορά του λόγου υπήρξε αποτυχημένη, μακράν της διαλογικής μορφής των ηρώων που αποτελεί και το στέγασμα της θεατρικής παράστασης.

Κλείνοντας το μικρό αυτό κριτικό «παραστράτημα», θα μετακομίσω –για αναγκαία κάθαρση από αυτό– στη γνώμη του Αριστοτέλη που λέει: «ώσπερ αργυρογνώμων ο κριτής», για να μπορεί να ξεχωρίζει «το κίβδηλον και το αληθές» («Περί της ρητορικής τέχνης», Αναφορά στο κεφάλαιο «Περί των ατέχνων αποδείξεων», 1375 b5)…

Γιατί ο κόσμος πρέπει να βλέπει αρχαία τραγωδία σώνει και καλά με αλλήθωρα μάτια; Επαψε να υπάρχει ο καθαρός, ο δραματικός τόνος του θεατρικού λόγου και διαλόγου;

Κι οι επαγγελματίες κριτικοί; Πού βρίσκονταν άραγε στο θέατρο; Οταν παίζονται τέτοιες παραστάσεις; Μήπως πρέπει να (ξανα)ρίξουν ένα πολύ πιο εμπεριστατωμένο βλέμμα στην «Ποιητική» του Αριστοτέλη και στις κριτικές του Γεωργουσόπουλου, του Νίτσου, του Σκαλιόρα και στην «Ιστορία του Θεάτρου» του Σιδέρη;

Επίδαυρος, 28-6-2025

*Νομικός, συγγραφέας, δημοσιογράφος και θεατρικός κριτικός της εφημ. «Θεσσαλία» του Βόλου