ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Λένα Κυριακίδη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Καινοτόμος και λαϊκός, πατριώτης και διεθνιστής, παθιασμένος και γαλήνιος. Αθάνατος γιατί σημάδεψε τον σύγχρονο πολιτισμό και έγινε σύμβολο επαναστατικότητας στον 20ό αιώνα αλλάζοντας τον ρου της εγχώριας μουσικής και βάζοντας τη νεοελληνική ποίηση σε κάθε σπίτι. Ο μουσικός γαλαξίας Μίκης Θεοδωράκης, που έφτασε στην κορυφή του κόσμου μεταφορικά και κυριολεκτικά, εξακολουθεί να συγκινεί και να αγγίζει τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής στις τέσσερις γωνιές της Γης, έναν αιώνα μετά τη γέννησή του.

Ο αποχαιρετισμός του σχήματος ΑΝΝΑ RF στα Ιμαλάια με «Δακρυσμένα Μάτια» πριν από τέσσερα χρόνια στο άκουσμα του θανάτου του αποτελεί μόνο μία από τις αμέτρητες εξαιρετικές εκτελέσεις των αριστουργημάτων του. Στη διεθνή ακτινοβολία του κορυφαίου συνθέτη συνέβαλαν ερμηνείες από τους Beatles μέχρι την Εντίθ Πιαφ, τα συγκλονιστικά sountracks από τον οσκαρικό «Ζορμπά» μέχρι τον καθηλωτικό «Σέρπικο» και βέβαια η εμβληματική μελοποίηση του «Canto General».

Ο νομπελίστας Πάμπλο Νερούδα, ένας από τους εμπνευστές του Ελληνα πρωτοπόρου, τον θαύμαζε και δήλωνε ευτυχισμένος για τη μεγαλειώδη σύμπραξη. Λιγότερο γνωστή ήταν η επαφή του με τον σπουδαίο Γιόζεφ Μπόις, η οποία αναδεικνύεται στην τρέχουσα έκθεση «Ο Κρητικός Οικουμενικός Ελληνας», σε επιμέλεια της Φωτεινής Κοκολάκη με συμμετοχή δεκάδων καλλιτεχνών και ποιητών στη Δημοτική Πινακοθήκη Ηρακλείου, στην Κρήτη, στο νησί των προγόνων του όπου ο ίδιος επέλεξε να ταφεί δίπλα στον αδελφό του, Γιάννη.

Οι παρτιτούρες του δεν έχουν σταματήσει να ζωντανεύουν από διάσημους σολίστες και μουσικά σύνολα διασχίζοντας τα πέρατα του κόσμου. Μιλά από μόνο του το γεγονός ότι λάτρεις του έμαθαν ελληνικά για να καταλαβαίνουν τους στίχους ή τον απολάμβαναν να διευθύνει στο πόντιουμ χωρίς να καταλαβαίνουν λέξη. Αυτό συμβαίνει τούτες τις μέρες σε πόλεις της Κίνας με την περιοδεία της Τάνιας Τσανακλίδου και της Μαρίας Παπαγεωργίου. Σανγκάη, Πεκίνο και Τσιανγκσί, με όχημα τον δίσκο «Αλληλογραφία» (κυκλοφόρησε το 2018 από την «Εφ.Συν.») και τις διασκευές που ο μεγάλος μαέστρος είχε επιλέξει για τη φωνή της δεύτερης. Η Παπαγεωργίου κάνει πράξη την υπόσχεσή της να τον ταξιδέψει στην ασιατική χώρα, την οποία θαύμαζε και θα ήθελε να επισκεφτεί αλλά δεν είχε προλάβει.

Στο πλαίσιο του αφιερωματικού έτους Θεοδωράκη η κληρονομιά του γιορτάζεται σε όλη τη Γηραιά Ηπειρο όπου καταγράφηκαν ιστορικές εμφανίσεις του. Λονδίνο (1970), Παρίσι (1974), Βερόνα (1981), Βερολίνο (1999) – ορισμένες μόνο από τις όμορφες πόλεις-σταθμούς μιας θρυλικής διαδρομής κατά την οποία κέρδιζε φίλους δικούς του και της Ελλάδας, απέκτησε παγκόσμια αίγλη και συνεργάστηκε με διάσημους καλλιτέχνες. «Στη Βουδαπέστη, λίγους μήνες μετά τη συναυλία-ορόσημο των Queen, έδωσε παράσταση τον Νοέμβριο του 1986, με τον Γιάνος Μπρόντι και το ουγγρικό σύνολο Sirtos, το οποίο καλλιεργούσε τις παραδόσεις της ελληνικής λαϊκής μουσικής εδώ», θυμάται η Ουγγαρέζα δημοσιογράφος Μπόροκα σε πρόσφατο εκτενές άρθρο της-αφιέρωμα στον Μίκη.

Αφετηρία φέτος, στην αρχή του 2025, η πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης Κέμνιτς (Γερμανία) με μια συναυλία για τον «Ελληνα συνθέτη, τα τραγούδια και τις ουτοπίες του». Ακολούθησαν Μόσχα, Βουκουρέστι, Στουτγκάρδη, Χάγη, Λουξεμβούργο, Σόφια, Ελσίνκι, Λεμεσός, Ζυρίχη, Λιντς (Αυστρία), Σαράγεβο κ.ά. Τους τελευταίους μήνες ο συμφωνικός Μίκης –θεωρούσε το συμφωνικό έργο προϊόν της Κεντρικής Ευρώπης– ακούστηκε πλάι σε έργα ογκόλιθων της τέχνης του, τα οποία είχε διδαχτεί στις σπουδές του στο Ωδείο Αθηνών τη δεκαετία του 1940. Στη βραζιλιάνικη Μανάους τιμήθηκε μαζί με τους Τσαϊκόφσκι και Βάγκνερ, στη Βαρκελώνη μαζί με τους Μότσαρτ και Μπετόβεν, στη Βαρσοβία μαζί με τον Ροσίνι, στο Αουγκσμπουργκ μαζί με τον Μπουλέζ και στη Βιέννη μαζί με τον Βέρντι.

Εντός των συνόρων, μέρη του τεράστιου έργου του, όπως τα «Επιτάφιος», «Αξιον εστί», «Ρωμιοσύνη» και «Λιποτάκτες», θα αντηχήσουν μόνο την ερχόμενη εβδομάδα σε Χανιά, Εύβοια, Καλαμάτα, Μεσολόγγι, Σύρο, Κέρκυρα, Λευκάδα, Πιερία. Η σκυτάλη περνά από γενιά σε γενιά, καθώς νέοι φιλόμουσοι, νέοι «στρατευμένοι» μαθαίνουν γνωστές ή άγνωστες πτυχές του θεοδωρακικού ρεπερτορίου και τον παλμό των νοημάτων του.

Την επανανακάλυψη των καταβολών του Μίκη επιχειρεί η νέα δισκογραφική δουλειά με τίτλο «Lost songs», που περιλαμβάνει 14 ανέκδοτες μέχρι σήμερα συνθέσεις με τον Γερμανό πιανίστα Χένινγκ Σμιντ. Τον περασμένο Μάρτιο κυκλοφόρησε άλλο ένα άλμπουμ, με τίτλο «Απ’ τον βυθό στην κορυφή» εξ ημισείας με τον Τούρκο συνθέτη Zoυλφί Λιβανελί.

«Κλειδί» για την κατανόηση του ιδιοφυούς μουσικού, η «ελληνικότητά» του, στην οποία οφείλεται και η οικουμενικότητα της ασύγκριτα πλούσιας εργογραφίας του με πάνω από χίλια τραγούδια, με ορατόρια, όπερες, μπαλέτα, μουσική δωματίου. Μια ελληνικότητα απότοκο της συμφιλίωσης αντιδιαμετρικά αντίθετων μουσικών κόσμων, η οποία συνδέει «δυτική τονικότητα κι ελληνική τροπικότητα, παραδοσιακή μελωδία και σειραϊσμό, πολυφωνία και μονωδική γραφή, δυτικοευρωπαϊκή συμφωνική και παραδοσιακή ελληνική ενορχήστρωση», όπως διαπιστώνει σε βραβευμένη μελέτη της η πιανίστα και επί μακρόν συνεργάτιδα του Μίκη, Τατιάνα Παπαγεωργίου.

Υμνος στην αγάπη και στον αγώνα

Μυθικός και αντιφατικός. Η αντιφατικότητα ήταν φανερή σε πολιτικές του επιλογές, όπως η υπουργοποίησή του στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και η συμμετοχή του σε εκδήλωση κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών με ακροδεξιούς. Αντιφάσεις που φαντάζουν ωστόσο μικρές μπροστά στην αγωνιστική δράση ενός πρώην αντιστασιακού, που θέλησε να πεθάνει κομμουνιστής. Σε σκοτεινές περιόδους της χώρας απαγορευμένα κομμάτια του έγιναν καταφύγιο για χιλιάδες συντρόφους του. Χιλιάδες ακόμα εντάχθηκαν στην Αριστερά χάρη στο πολυσχιδές έργο του-ύμνο στην αγάπη για τον άνθρωπο και στον αγώνα για τη διατήρηση της μνήμης και της «τραυματισμένης ελπίδας», όπως έλεγε έχοντας νιώσει για τα καλά την «πικρή γεύση της δοκιμασίας».

Γιατί με πνεύμα διαρκώς ανήσυχο, με αφοσίωση στις έννοιες της ειρήνης, της εθνικής κυριαρχίας και της ισότητας, με λόγο γνήσια χειραφετητικό και απελευθερωτικό, έπαιρνε θέση απέναντι σε κάθε αντιδημοκρατική απειλή, στις τραγικές ώρες της γερμανικής Κατοχής, του Εμφυλίου, της χούντας, της μεγάλης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης.

Πρόεδρος των Λαμπράκηδων και ύστερα του ΠΑΜ, βουλευτής της ΕΔΑ και ύστερα του ΚΚΕ. Στο μεσοδιάστημα συνεχείς συλλήψεις, διώξεις, εξορίες, ανελέητοι βασανισμοί –αλλά συγχώρησε τους βασανιστές του. Στη μαρτυρική Μακρόνησο τον είχαν αφήσει θαμμένο ζωντανό επί δύο μέρες με το κεφάλι πάνω από το έδαφος, ανάμεσα σε ποντίκια. Ο ίδιος όμως είχε δηλώσει πως χειρότερα τον βασάνιζαν οι φωνές των άλλων. Μέσα από τη μουσική εκείνος έμαθε να αντέχει, να ζει και να πιστεύει. «Με βοήθησε να μεταβάλλω τους πόνους σε φοβισμένα χαμόγελα, γιατί δεν έχω άλλο τρόπο να ζήσω, παρά μόνο την αγάπη των συνανθρώπων μου» (2017). Γι’ αυτό συνεχίζει μετά θάνατον να μας φωνάζει «μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι και το κελί μας κόκκινο ουρανό» και «μη λησμονάτε τη χώρα μου». Να ψιθυρίζει «ήμουν πάντα μόνος και θα ’μαι πάντα μόνος», «διότι δεν συνεμορφώθην προς τας υποδείξεις» και «μην είδατε την αγάπη μου;».

ΜΑΡΙΑ ΦΑΡΑΝΤΟΥΡΗ
«Δεν υπάρχει ανάλογο φαινόμενο σε άλλη χώρα»

Το βάρος των λέξεων είναι διαφορετικό όταν αυτές εκφέρονται από τη Μαρία Φαραντούρη. Μιλά σε χρόνο ενεστώτα για τον δάσκαλο και πατέρα. Είχε ανακαλύψει το ταλέντο της 16χρονης μαθήτριας το 1963. Εξι δεκαετίες μετά, ανάμεσα σε συναυλίες και πρόβες για το έργο του, η ίδια ανακαλεί ανεπανάληπτα μουσικά γεγονότα, για τις κατακτήσεις του χαρισματικού δημιουργού, τη σπουδαία παρακαταθήκη και επίδρασή του.

• «Η μουσική του θα ακούγεται για πολύ ακόμα», γράφατε στον Μίκη, ήδη από τον Σεπτέμβρη του 1967, όταν απαντούσατε θετικά στο προσκλητήριό του εμπνεόμενη από τα «υψηλά και ευγενικά ιδανικά του». Πώς είχατε βιώσει την εμπειρία να συνεργάζεστε στην εκστρατεία κατά της απριλιανής δικτατορίας;

Εποχή της Πολιτιστικής Ανοιξης της σύγχρονης Ελλάδας. Μεγάλοι συνθέτες συνδέουν τη μουσική τους με την υψηλή ελληνική ποίηση. Είναι η εποχή που δημιουργείται και διαμορφώνεται, όχι μόνο από τον Μίκη αλλά και από νέους συνθέτες, το νέο ελληνικό τραγούδι, το οποίο συνοδεύει και τα μεγάλα συλλαλητήρια των κοινωνικών κινημάτων για παιδεία, δικαιοσύνη και δημοκρατία. Τότε, ο Μίκης μού εμπιστεύεται τον δίσκο της «Μπαλάντας του Μαουτχάουζεν» με έξι τραγούδια, τα οποία ονομάζει «Κύκλο Φαραντούρη». Τραγουδώ και τον κύκλο «Ενας Ομηρος», στον οποίο ανήκει το «Γελαστό Παιδί».

Η μουσική συμπόρευση μαζί του είναι επιλογή ζωής ήδη από την εφηβεία μου. Διαμορφώνει την αισθητική μου, την ευαισθησία μου και καθορίζει το βλέμμα μου με το οποίο βλέπω και αντιλαμβάνομαι τον κόσμο. Καθώς επιβάλλεται η δικτατορία, τον Απρίλιο του 1967, και απαγορεύεται η μουσική του Μίκη, ο ίδιος βγαίνει στην παρανομία και καλεί σε παλλαϊκή αντίσταση. Οταν συλλαμβάνεται, μου στέλνει μήνυμα να φύγω –με την ορχήστρα του εξαίρετου μαέστρου Γιάννη Διδίλη και τον Αντώνη Καλογιάννη– στο εξωτερικό. Ετσι φεύγω για το Παρίσι, όχι μόνο για να αναδείξω το τόσο σημαντικό νέο ελληνικό τραγούδι που έχει γεννηθεί αλλά και για να στηρίξω με τις δυνάμεις μου την υπόθεση του αντιδικτατορικού αγώνα.

Ταξιδεύω και τραγουδώ συνεχώς. Συναντώ σπουδαίους καλλιτέχνες, δίνω και παίρνω, ζυμώνομαι μαζί τους. Γνωρίζω μεγάλους τραγουδιστές, τη Μερσέντες Σόσα, την Τζόαν Μπαέζ, καινοτόμους μουσικούς, τους Μπιτλς, για τους οποίους τραγουδώ στο στούντιο Apple και τραγουδούν κι εκείνοι το «Honeymoon» του Μίκη, σημαντικότατους ηθοποιούς, Ιβ Μοντάν, Αλαν Μπέιτς, Βανέσα Ρέντγκρεϊβ, αλλά και μεγάλους πολιτικούς που δείχνουν αλληλεγγύη στην Ελλάδα – τον Φρανσουά Μιτεράν, τον Ούλοφ Πάλμε. Ο Μίκης στην απομόνωση και στην εξορία δημιουργεί ανελλιπώς και βρίσκει τρόπο να μου στέλνει τα νέα έργα του. Ετσι ανεβάζουμε την «Κατάσταση Πολιορκίας» στο Roundhouse του Λονδίνου, με τον Μίκη να μας ακούει από ένα ραδιοφωνάκι στη συχνότητα του BBC, εξόριστος στην ορεινή Ζάτουνα. Αμέσως μετά ηχογραφούμε τον Λόρκα με τον κορυφαίο κιθαρίστα John Williams για την CBS.

Το 1970, ο Μίκης φυγαδεύεται στο εξωτερικό και αρχίζει μια νέα πορεία υπό τη μουσική του μπαγκέτα. Εκατοντάδες συναυλίες σε όλον τον κόσμο. Ενας χείμαρρος δημιουργίας. Οι λαοί του κόσμου μαθαίνουν και λατρεύουν τη μουσική του και την ελληνική ποίηση, η οποία μεταφράζεται στις κυριότερες γλώσσες. Δείχνουμε στον κόσμο ότι υπάρχει μια άλλη Ελλάδα που αγαπά την Τέχνη, τη δημιουργία, την ελευθερία, τη δημοκρατία· μια Ελλάδα ενάντια στη δικτατορία, στα βασανιστήρια και στις φυλακές. Η φωνή μας ακούγεται και δημιουργεί τεράστιο κύμα συμπαράστασης που καταδικάζει τη χούντα των συνταγματαρχών.

• Πώς ήταν να ερμηνεύετε το «Μαουτχάουζεν» υπό τη διεύθυνση του Μίκη μέσα στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης;

Η συναυλία με την «Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν» στο ναζιστικό στρατόπεδο είναι μια ιδιαίτερα φορτισμένη στιγμή για μένα στη μουσική μου διαδρομή. Σκεφτείτε ότι από το 1964, που το πρωτοτραγούδησα, το τραγουδώ αδιαλείπτως σε όλον τον κόσμο. Αυτό το έργο θα συγκινεί πάντα, διότι εκτός από τη μεγάλη μουσική του αξία είναι ένας ύμνος στον ανθρωπισμό, ένας ύμνος στο γνήσιο συναίσθημα του έρωτα μέσα στην κόλαση του στρατοπέδου του θανάτου.

Αυτό το έργο αναφέρεται στο εβραϊκό ολοκαύτωμα και στα βιώματα του συγγραφέα Ιάκωβου Καμπανέλλη, που ήταν έγκλειστος εκεί ως πολιτικός κρατούμενος. Αυτό το έργο και το μήνυμα του έργου δεν αφορούν μόνο το σκοτάδι του ναζιστικού στρατοπέδου· αφορούν και κάθε άλλη στιγμή για την οποία πρέπει να ντρέπεται η ανθρωπότητα που την επιτρέπει, όπως η γενοκτονία που συντελείται δίπλα μας στη Γάζα.

• Γιατί ο Μίκης ξεχώριζε από τότε διεθνώς;

Ο Μίκης είναι ξεχωριστός και ο κόσμος το αισθάνεται. Δεν υπάρχει σε άλλη χώρα ανάλογο φαινόμενο σ’ αυτήν την κλίμακα. Είναι ταυτόχρονα αγωνιστής και συνθέτης με πρωτότυπο έργο – εντυπωσιάζει βαθιά τους ξένους και αγαπιέται από αυτούς, από την Ευρώπη έως τη Λατινική Αμερική, τις ΗΠΑ και την Αυστραλία.

Δεν είναι τυχαίο ότι μέχρι σήμερα ταξιδεύω και ερμηνεύω τα τραγούδια του στο εξωτερικό, αλλά και ότι ξένες συμφωνικές ορχήστρες παίζουν το έργο του στα μεγάλα φεστιβάλ συμφωνικής μουσικής από τη Σεούλ και τη Γερμανία έως τον Καναδά και τη Βραζιλία. Επιστρέφω στη φράση μου που κι εσείς επισημαίνετε, ότι «η μουσική του θα ακούγεται για πολύ ακόμη», και έχω να πω ότι το έργο του είναι σήμερα κλασικό και διαχρονικό, σημείο αναφοράς και δεξαμενή από την οποία μπορούν να αντλήσουν έμπνευση οι επόμενες γενιές.

*Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο οποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκε η Boroka Paraszka (HVG – Ουγγαρία).