ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Διονύσης Ασημιάδης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Ελλάδα διανύει μια περίοδο πολιτικής κόπωσης και κοινωνικής δυσφορίας που δεν κρύβεται ούτε πίσω από επικοινωνιακά τεχνάσματα ούτε πίσω από εκλογικές αυταπάτες. Ο πληθωρισμός παραμένει επίμονος και δυσανάλογα επώδυνος για τα μεσαία και χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, με τις τιμές βασικών ειδών διατροφής να έχουν αυξηθεί κατά 20–30% μέσα σε δύο χρόνια, ενώ τα ενοίκια σε αστικά κέντρα καταγράφουν άνοδο άνω του 40% από το 2020. Η ανεργία των νέων παραμένει από τις υψηλότερες στην Ευρώπη, ενώ η επισφάλεια, η μερική απασχόληση και η εργασιακή εξάντληση έχουν γίνει κανονικότητα.

Ταυτόχρονα, το δημόσιο σύστημα υγείας φθίνει, οι υποδομές καταρρέουν, όπως φάνηκε με τραγικό τρόπο στο δυστύχημα των Τεμπών και η εκπαίδευση λειτουργεί υπό όρους συνεχούς υποχρηματοδότησης και υποστελέχωσης. Παράλληλα, οι θεσμοί βρίσκονται υπό διάβρωση: η υπόθεση των υποκλοπών, οι παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη, η απόλυτη εξάρτηση μεγάλου μέρους των ΜΜΕ από κρατική χρηματοδότηση και η φίμωση ερευνητικής δημοσιογραφίας έχουν δημιουργήσει ένα καθεστώς θεσμικής ανεπάρκειας που θυμίζει περισσότερο ολιγαρχική διαχείριση παρά ευρωπαϊκή δημοκρατία.

Απέναντι σε αυτήν την πολυεπίπεδη κρίση, η κοινωνία δεν παραμένει σιωπηλή, αλλά βρίσκεται σε κατάσταση σύγχυσης και απώλειας εμπιστοσύνης. Η απαξίωση της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι πλέον εμφανής: η συμμετοχή στις εκλογές σημειώνει ιστορικά χαμηλά ποσοστά, ενώ δημοσκοπικά το κυβερνών κόμμα εμφανίζεται να χάνει έδαφος ακόμα και σε παραδοσιακά του ερείσματα. Είναι λοιπόν φανερό ότι η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μία τριπλή κρίση, κοινωνική δημοκρατική και θεσμική. Ομως η αποδυνάμωση της παρούσας κυβέρνησης δεν συνεπάγεται αυτόματα λύση. Το ερώτημα δεν είναι πια μόνο ποιος φεύγει, αλλά και κυρίως ποιος έρχεται, με ποια πολιτική και ποια σχέση με την κοινωνία. Και εδώ αρχίζει το ουσιαστικό δίλημμα.

Οι βασικές πολιτικές δυνάμεις της Κεντροαριστεράς εξακολουθούν να δυσκολεύονται να διαμορφώσουν μια εναλλακτική κυβερνητική πρόταση με κοινωνική απήχηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ, που εξακολουθεί να φέρει το βάρος της μνημονιακής στροφής του 2015 και της κυβερνητικής του θητείας μέχρι το 2019, καταγράφει διαρκή εκλογική πτώση: από 31,5% το 2019 βρέθηκε στο 17,8% τον Ιούνιο του 2023 και έχασε σχεδόν το 40% της δύναμής του σε λιγότερο από τέσσερα χρόνια. Παράλληλα, η συχνή εναλλαγή ηγεσίας και η αδυναμία σταθερής φυσιογνωμίας ενισχύουν το αίσθημα πολιτικής αστάθειας γύρω από το κόμμα. Το ΠΑΣΟΚ, παρότι αναζητά ρόλο ως θεσμικός πόλος, παραμένει καθηλωμένο στο 11% παρά τις διαδοχικές κρίσεις της Ν.Δ. και του ΣΥΡΙΖΑ. Παρά τις προσπάθειες επαναπροσδιορισμού, δείχνει αδυναμία να συγκροτήσει κοινωνική πλειοψηφία, ιδιαίτερα στους κάτω των 40 ετών, όπου οι επιδόσεις του παραμένουν μονοψήφιες.

Απέναντι σε αυτή την αδυναμία πολιτικής έκφρασης από το Κέντρο, παρατηρείται εκλογική ενίσχυση σχημάτων με δεξιότερο ή και ανοιχτά ακροδεξιό λόγο. Στις εκλογές του 2023, τρία τέτοια κόμματα, Σπαρτιάτες, Νίκη και Ελληνική Λύση, συγκέντρωσαν συνολικά πάνω από 13%, καταλαμβάνοντας κοινοβουλευτική παρουσία. Τα κόμματα αυτά προτάσσουν συχνά μια ατζέντα περιορισμού της μετανάστευσης, εθνικής αναδίπλωσης και αμφισβήτησης των ευρωπαϊκών θεσμών, ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζουν οικονομικές πολιτικές υπέρ της ιδιωτικοποίησης και της αποδυνάμωσης του κοινωνικού κράτους.

Ερευνητικά δεδομένα από το ΕΛΙΑΜΕΠ και το Ευρωβαρόμετρο δείχνουν ότι η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς -ιδίως στη Δικαιοσύνη, τα ΜΜΕ και το Κοινοβούλιο- αυξάνει την απήχηση «αντισυστημικών» προτάσεων, ακόμα κι όταν αυτές δεν προτείνουν ουσιαστικά σχέδια διακυβέρνησης. Η μετατόπιση αυτή αποτυπώνει όχι μόνο την απονομιμοποίηση των κυρίαρχων κομμάτων, αλλά και την αδυναμία τους να προσφέρουν άμεσες απαντήσεις σε κοινωνικά προβλήματα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ακρίβεια, την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης αλλά και την απορρύθμιση της εργασίας.

Μέσα σε αυτό το κενό εκπροσώπησης, η ανάγκη για μια πολιτική δύναμη που συνδυάζει θεσμική αξιοπιστία, κοινωνική ευαισθησία και προγραμματική αυτονομία, καθίσταται κεντρική. Η κοινωνία σήμερα δεν αρκείται σε εναλλακτικές με ευκολία λόγου, αναζητά σταθερότητα, αξιοπιστία και θεσμικές εγγυήσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, βαρύνουσα σημασία αποκτούν οι πολιτικοί φορείς που επιλέγουν να κινούνται εκτός του παραδοσιακού πλέγματος εξουσίας, χωρίς παρασκηνιακές ισορροπίες, χωρίς διαρκείς μετακινήσεις προσώπων και χωρίς διαπραγματεύσεις πίσω από κλειστές πόρτες. Εκείνοι που δεν ταυτίζονται με την αντιπολίτευση ως αυτοσκοπό, αλλά επιδιώκουν την οικοδόμηση ενός συνεκτικού, εφαρμόσιμου σχεδίου για τη Δικαιοσύνη, την Παιδεία, τα εργασιακά και τη δημοκρατική λειτουργία των θεσμών. Η αξία τέτοιων προσεγγίσεων δεν μετριέται αποκλειστικά σε εκλογικά ποσοστά, αλλά αποδεικνύεται στην επιμονή τους όταν η πολιτική συγκυρία είναι δύσκολη, στη συνέπεια λόγων και πράξεων και στον τρόπο με τον οποίο υπερασπίζονται τις θέσεις τους στον δημόσιο διάλογο.

Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι ποιος θα πάρει τη θέση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Είναι αν μπορεί να υπάρξει πολιτική ηγεσία που θα σταθεί εκεί χωρίς να υποχρεωθεί να διαπραγματευτεί τη συνείδησή της.

* Υπ. διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης ΑΠΘ