Η αλματώδης αύξηση των ενοικίων και η αισχροκέρδεια οδήγησαν, πριν από σχεδόν 100 χρόνια, σε μια μεγάλη εξέγερση μικροεπαγγελματιών και ενοικιαστών, που η οικουμενική κυβέρνηση υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη κατέστειλε βγάζοντας τον στρατό στους δρόμους με πυρά εναντίον των διαδηλωτών!
Ο τραγικός απολογισμός αυτής της «ξεχασμένης» λαϊκής εξέγερσης, που εκδηλώθηκε ταυτόχρονα, στις 10 Μαρτίου 1927, σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Πειραιά, ήταν τρεις νεκροί και περισσότεροι από 15 τραυματίες.
Ωστόσο, μέσα από αυτόν τον αγώνα οι διαδηλωτές κατάφεραν να επιτύχουν το «πάγωμα» των ενοικίων για τουλάχιστον τρία χρόνια!
Αυτή η κινητοποίηση δεν ήταν «κεραυνός εν αιθρία». Ηρθε σε μια περίοδο έντονων απεργιών και μαχητικών διαδηλώσεων κατά τις οποίες εργάτες και μικροεπαγγελματίες διεκδικούσαν καλύτερες συνθήκες δουλειάς και κυρίως αυξήσεις στους μισθούς τους.
Οι διαδηλωτές κατευθύνονταν προς τη Βουλή για να επιδώσουν ψήφισμα όταν στην οδό Πανεπιστημίου, στο ύψος του κινηματογράφου «Ιντεάλ», ακούστηκε η εντολή: «Ρίχτε τους» και «αμέσως ηκούσθη ομοβροντία πυροβολισμών και η άσφαλτος εδέχθη τα πτώματα δύο νεκρών και 15 τραυματιών»
Ομως, ένας μεγάλος «βραχνάς» ήταν η ραγδαία αύξηση των ενοικίων και η αισχροκέρδεια, φαινόμενα που άρχισαν να εμφανίζονται μετά την άφιξη των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής, επιδεινώνοντας τις συνθήκες διαβίωσης των λαϊκών στρωμάτων.
«Νέον εθνικόν πένθος, νέα ευκαιρία πλουτισμού διά τους αισχροκερδείς. Τα εστιατόρια π.χ. υπεδέχθησαν τους εκ. Μ. Ασίας φεύγοντας αδελφούς μας με συμπληρωματικήν υπερτίμησιν των μερίδων τους», έγραφε (8.9.1922) η εφημερίδα «Εθνος».
Ωστόσο, η τότε κυβέρνηση, αντί να νομοθετήσει αυστηρότερες διατάξεις ή να εφαρμόσει αυστηρά τις υπάρχουσες, ακολούθησε την… προσφιλή μέθοδο και των σημερινών κυβερνήσεων: έκανε συστάσεις «όπως (…) ελαττωθούν αι τιμαί των μερίδων καθ’ όσον αι σημεριναί είναι τελείως αδικαιολόγητοι» (εφημ. «Αθήναι», φ. 9.9.1922).
Ομως έτσι δεν αντιμετωπίζεται η αισχροκέρδεια η οποία, όπως όλα δείχνουν, παγιώθηκε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η τιμή του ψωμιού, η οποία στις αρχές του 1924 ήταν 4,40 δραχμές η οκά, ενώ στο τέλος του ίδιου έτους είχε σχεδόν διπλασιαστεί φτάνοντας τις 8 δραχμές.
Το στεγαστικό πρόβλημα, βέβαια, ήταν ακόμη πιο σύνθετο. Οι χιλιάδες πρόσφυγες που κατέφταναν ξεσπιτωμένοι εγκαθίσταντο σε πρόχειρους καταυλισμούς, σε σχολεία, θέατρα και άλλους δημόσιους ή διαθέσιμους χώρους.
Μια πρώτη ενέργεια των Αρχών, πριν ξεκινήσει το πρόγραμμα κατασκευής σπιτιών, ήταν να καταγραφούν τα σπίτια, ο αριθμός των δωματίων τους και πόσα από αυτά μπορούσαν να διατεθούν για τους πρόσφυγες.
«Το ενοίκιο θα πληρώνει στον ιδιοκτήτη ή στον ενοικιαστή το κράτος εάν οι πρόσφυγες στους οποίους παραχωρηθεί δωμάτιο είναι άποροι, αυτοί οι ίδιοι πρόσφυγες εάν είναι εύποροι, οριζομένου του ενοικίου υπό του κράτους», έγραφε (1.11.1922) η πειραϊκή εφημερίδα «Σφαίρα».
Ωστόσο, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν καλά…
«Περάσαμε {οι πρόσφυγες} τον χειμώνα του 1922-1923 κακήν κακώς τρυπώσαντες όπου μπόρεσε ο καθένας, ή πωλήσαντες τα διαμαντικά της μάνας ή της γυναίκας για να πληρώσουμε θεόρατα νοίκια σε σπίτια στις άκρες των πόλεων», έγραφε (20.11.1925) η εφημερίδα της Θεσσαλονίκης «Το Φως».
Και στην Αθήνα και στον Πειραιά, πάντως, το στεγαστικό πρόβλημα παρέμενε οξύ. Το 1925, δυόμισι χρόνια μετά την έλευση των προσφύγων, 45 σχολεία χρησιμοποιούνταν ακόμη για τη στέγασή τους.
Ενα μέτρο που είχαν επαναφέρει οι κυβερνήσεις της εποχής για να συγκρατήσουν τα ενοίκια ήταν το λεγόμενο «ενοικιοστάσιο», που «πάγωνε» τα ενοίκια σε παλαιούς ενοικιαστές.
Ωστόσο, το μέτρο αυτό προκαλούσε συχνές συγκρούσεις μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών, καθώς οι πρώτοι ασκούσαν πιέσεις στους δεύτερους να εγκαταλείψουν τα σπίτια ώστε να μπορούν να τα νοικιάσουν με υψηλότερο αντίτιμο.
Αυτή η σύγκρουση συμφερόντων έφτανε σε κυβερνητικό επίπεδο, με αποτέλεσμα να τίθεται κατά διαστήματα ζήτημα άρσης του «ενοικιοστασίου».
Αυτό συνέβη και την περίοδο της οικουμενικής κυβέρνησης Ζαΐμη, καθώς -όπως έγραφαν συντηρητικές εφημερίδες- η άρση του μέτρου δεν θα είχε πολιτικό κόστος σε ένα κόμμα.
Η απόπειρα, ωστόσο, προκάλεσε ισχυρό κύμα αντιδράσεων και στις 10 Μαρτίου 1927 μικρομεσαίοι επαγγελματοβιοτέχνες προχώρησαν σε γενική απεργία στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη και στον Πειραιά «κατά της άρσεως του ενοικιοστασίου» και διεκδικώντας μείωση φόρων και αντιμετώπιση της αισχροκέρδειας.
Στη Θεσσαλονίκη και στον Πειραιά, παρά την έντονη παρουσία χωροφυλακής, αστυνομίας και στρατού, δεν έγιναν σοβαρά επεισόδια. Αντίθετα, στην Αθήνα το μεγάλο συλλαλητήριο, που ξεκίνησε στις 3.30 το μεσημέρι, στην Ομόνοια, αντιμετωπίστηκε με σφαίρες…
Από νωρίς το πρωί τα περισσότερα καταστήματα ήταν κλειστά, καθώς συμμετείχαν στην απεργία.
«Εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφεζυθοπωλεία, γαλακτοπωλεία, και εδωδιμοπωλεία έκλεισαν. Τα ξενοδοχεία ύπνου έπαυσαν και αυτά να δέχονται νέους πελάτες. Τα εμπορικά καταστήματα επίσης κλειστά», έγραφε η εφημερίδα «Ριζοσπάστης» (φ.11.3.1927).
Προς τον χώρο του συλλαλητηρίου κατευθύνονταν εργάτες, υπάλληλοι και μικροβιοτέχνες.
Η κυβέρνηση, που από την προηγούμενη μέρα δήλωνε «αποφασισμένη ν’ αντιμετωπίση δι’ εκτάκτων μέτρων την απεργίαν του επαγγελματικού κόσμου» (εφ. «Βραδυνή, φ. 9.3.1927), μετέτρεψε την Αθήνα σε στρατοκρατούμενη πόλη. Εκτός από όλη τη δύναμη της αστυνομίας και της χωροφυλακής είχε βγάλει στους δρόμους ένα τάγμα πεζικού με πυροβόλα όπλα, μια ίλη ιππικού και τρεις πυροσβεστικές αντλίες.
Οι διαδηλωτές κατευθύνονταν προς τη Βουλή για να επιδώσουν ψήφισμα όταν στην οδό Πανεπιστημίου, στο ύψος του κινηματογράφου «Ιντεάλ», ακούστηκε η εντολή: «Ρίχτε τους» και «αμέσως ηκούσθη ομοβροντία πυροβολισμών και η άσφαλτος εδέχθη τα πτώματα δύο νεκρών και 15 τραυματιών».
Νεκροί ήταν ο 22χρονος Μιχάλης Κοντός και ο 32χρονος Γ. Γεράλδης, και οι δύο υποδηματεργάτες. Λίγες ώρες αργότερα υπέκυψε στα τραύματά του από σφαίρες ο Κ. Μπενούκας, υπάλληλος του Δήμου Αθηναίων.
Τελικά, η κυβέρνηση παρέτεινε την ισχύ του «ενοικιοστασίου», αλλά ειδικά στα καταστήματα τα ενοίκια συνέχισαν να «απογειώνονται».
Το 1930, ο Εμπορικός Σύλλογος Αθήνας ανέφερε σε έγγραφό του προς κοινοβουλευτική επιτροπή ότι «τα ενοίκια των καταστημάτων από του 1927 ανήλθον εις το 18πλάσιον των προπολεμικών, ήτοι είναι ανώτερα κατά 30% των εις μεταλλικάς δραχμάς προπολεμικώς (σ.σ. εν. πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο) πληρωνομένων».
Ομως, και στα σπίτια η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη…
«Τα ενοικιαζόμενα σπίτια εις τας Αθήνας είναι άπειρα. Εις κάθε τετράγωνον συναντά κανείς και από 4- 5 ενοικιαστήρια. Τα ενοίκια όμως εξακολουθούν να παραμένουν εις δυσθεώρητα ύψη. Και τα σπίτια, φυσικά, μένουν και αυτά ανοίκιαστα», έγραφε (14.5.1930) η εφημερίδα «Εμπρός».
Χαρακτηριστικό του κινήτρου που είχαν οι ιδιοκτήτες να διώχνουν τους ενοικιαστές είναι ότι εκείνη την εποχή, το ενοίκιο σε διώροφη οικία που παρέμενε «παγωμένο» με το ενοικιοστάσιο, λαμβάνοντας μόνο τις προβλεπόμενες αυξήσεις, ήταν 518 δραχμές μηνιαίως.
Αντίθετα, άλλο σπίτι από το οποίο ο ιδιοκτήτης είχε καταφέρει να διώξει τους ενοικιαστές νοικιαζόταν προς 7.500 δραχμές τον μήνα!
Ετσι, επανήλθε το θέμα της κατάργησης του «ενοικιοστασίου» ξεσηκώνοντας νέα μεγάλη αντίδραση ενοικιαστών. Στις 20 Μαρτίου 1930 πραγματοποιήθηκε μεγάλη συγκέντρωση στην Ομόνοια, η οποία αυτή τη φορά έληξε ειρηνικά.
Τελικά, τον Ιούνιο η κυβέρνηση Βενιζέλου παρέτεινε την ισχύ του «ενοικιοστασίου» για μια τριετία. Οι ενοικιαστές είχαν πάρει μια σημαντική ανάσα…
