Ο όρος μετανάστης απαντά πρώτη φορά στην Ι ραψωδία της «Ιλιάδας», όπου ο Αχιλλέας, ο άριστος των Αχαιών, εκφράζει τον συσσωρευμένο χόλο του στον Αίαντα τον Τελαμώνιο λέγοντας ότι ο αρχιστράτηγος, ο Αγαμέμνων, του συμπεριφέρθηκε σαν να ήταν ατίμητος μετανάστης, δηλαδή κάποιος ασήμαντος, ουτιδανός ανθρωπάκος. Το περίπλοκο οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό πρόβλημα της μετανάστευσης και του προσφυγικού υπόκειται σε διάφορες εκφάνσεις του σε τέσσερα τουλάχιστον διηγήματα της συλλογής.
Ετσι, λοιπόν, ο καλοπροαίρετος αναγνώστης ή θεατής ή ακροατής των ΜΜΕ καθώς κατακλύζεται από κύματα πληροφοριών, δηλώσεων και ανταποκρίσεων αδυνατεί να συλλάβει και το πνεύμα της εποχής και τον αναπόφευκτο ρουν της Ιστορίας. Λίγοι από εμάς έχουν συνειδητοποιήσει τις βαρύτατες συνέπειες που είχε για την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και ελάχιστοι μπορούν να αντιληφθούν ότι το δουλεμπόριο στις ποικιλώνυμες εκδοχές του διεκδικεί διεθνώς πια την πρωτοκαθεδρία στις επικερδείς δραστηριότητες του οργανωμένου εγκλήματος, στις οποίες προ το παρόν προηγούνται το εμπόριο όπλων και το εμπόριο ναρκωτικών. Αυτό λοιπόν το δυστοπικό θέμα της σωματεμπορίας υπόκειται στο διήγημα «Δέκα εκατοστά», που υιοθετήθηκε και ως τίτλος της συλλογής.
Εντεκα γυναίκες, λοιπόν, ορισμένες από τις οποίες υπήρξαν «εργάτριες του σεξ» και μια δεκαεξάχρονη, η Ντίνα από τον Πειραιά, βρίσκονται ξαπλωμένες σε ένα ξύλινο κουτί στο πάτωμα ενός φορτηγού. Οι μύτες τους απέχουν από το καπάκι το πολύ δέκα εκατοστά. Πρόκειται για θύματα μιας συμμορίας σωματεμπόρων, της οποίας αρχηγός είναι ο Ψηλός. Δεν αδρανούν ωστόσο· μία μάλιστα, η Κάτια, ίσως διαβεβαιώνει τις συγκρατούμενές της ότι «Εγώ μπορώ να σας μάθω πώς να στρίβετε το λαρύγγι ενός μαλάκα, αν σας εγκλωβίσει έτσι κτλ». Στο τέλος η Ντίνα, που έχει υφαρπάξει έναν σουγιά από το δωμάτιο του Ψηλού προτείνει την ενδεδειγμένη για την απέλπιδα κατάσταση λύση. «Εγώ θα σας μάθω πώς να τρυπάτε την καρωτίδα ενός μαλάκα… αφού βέβαια του στρίψετε το λαρύγγι». Υστερα τους ανοίγουν το καπάκι.
Τα περισσότερα από τα πρωτοφεμινιστικά κινήματα, όπως εμφανίζονται στην μυθολογική παράδοση έχουν συλλογικό χαρακτήρα. Η ομόθυμη και ως εκ τούτου ψυχωμένη ομάδα εκδικείται ή μάλλον αμύνεται υπερασπιζόμενη την καταρρακωμένη αξιοπρέπεια και την υποκειμενικότητα των γυναικών η οποία έχει τρωθεί από την αντικειμενικοποίησή τους. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται οι Θρακιώτισσες που κατασπάραξαν τον Ορφέα, οι Λήμνιες που εκτός από την Υψιπύλη κατακρεούργησαν τους συζύγους τους, οι Βάκχες που διαμέλισαν τον Πενθέα, οι Τρωαδίτισσες που με επικεφαλής τη γηραιά Εκάβη τύφλωσαν τον Πολυμήστορα και κατέσφαξαν τους γιους του. Και τώρα οι Βαλκάνιες γυναίκες ετοιμάζονται να «επιτελέσουν» τον σπαραγμό «ουκ αρξάμεναι ωμότητος, αλλά αμυνόμεναι τον κατάρξαντα». Ο σχολαστικός αναγνώστης δεν θα μείνει βέβαια προσηλωμένος στα αρχέτυπα, που με τόση συγκίνηση και κατανόηση ανέβασαν επί σκηνής οι Ελληνες τραγικοί: Βάκχες, Μαινάδες, Ξάντριαι, Βασσάραι και Μεμαλώνες. Θα ανακαλέσει στη μνήμη του και τις θεωρίες του J. L. Austin («How to Do Things with Words», 1961) περί «ομιλιακών ενεργημάτων», καθώς και τις συμβολές στην παθιασμένη συζήτηση που ακολούθησε αργότερα από την Τζούντιθ Μπάτλερ (επιτελεστικό φύλο) και τον Ζ. Ντεριντά («επαναληπτικότητα» του σημείου). Η σύγκριση των λεγομένων Κάτιας και Ντίνας αναμένει τον φιλόπονο μελετητή της.
Υπάρχουν στατιστικολόγοι που διισχυρίζονται ότι η αύξηση της παραβατικότητας στον γυναικείο πληθυσμό βαίνει παραλλήλως με την άνοδο και την ισχυροποίηση του φεμινιστικού κινήματος! Πρόκειται για συμπέρασμα μικρόψυχο και αυθαίρετο, γιατί παραγνωρίζοντας το πασιφανές γεγονός ότι παρά τη σχετική πρόοδο που έχει επιτευχθεί οι γυναίκες εξακολουθούν να βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση από τους άνδρες ιδίως στον τομέα της εργασίας. Στην ανισότητα αυτή που συνιστά κατάφωρη αδικία οφείλεται η αντίδραση των γυναικών που ενίοτε παίρνει τη μορφή άμεσης δράσης. Θα ήταν αδίκημα να παραγνωρίσουμε ότι το ρωμαλέο και μαχητικό αυτό διήγημα στερείται ευτραπελίας. Στον τίτλο του ήδη ανιχνεύεται ένας άκρως ειρωνικός υπαινιγμός για τον φροϊδικής επινόησης πολυθρύλητο Φθόνο.
Τα παθήματα και τα πεπραγμένα των χαρακτήρων της Μ. Παπαϊωάννου δεν είναι ούτε «ανήκουστα», όπως ήθελαν τα διαδραματιζόμενα στις νουβέλες ο Γκέτε και ο Φον Κλάιστ, ούτε απίθανα φαντασιοκοπήματα, αλλά περιστατικά «αξιόχρεα αφηγήσεως», δηλαδή γειωμένα στη ζοφερή πραγματικότητα του ύστερου καπιταλισμού, επίκαιρα και σημαντικά, «φέτες» (tranches) από τη ρέουσα καθημερινότητα.
Στη θεματική της, λοιπόν, συμπεριλαμβάνονται η μετανάστευση και τα παράλληλα φαινόμενά της, οι συγκρούσεις και οι έριδες των δύο φύλων, οι συνέπειες της πρόσβασης των γυναικών στην ανώτατη εκπαίδευση, η επαπειλούμενη αποξένωση των γενεών, οι αιφνίδιες μεταπτώσεις της τύχης, που στη θεωρία της αρχαίας τραγωδίας αποκαλούνταν «περιπέτειαι» κ.ά. Τα εναύσματα προσφέρει στη συγγραφέα δαψιλώς η ζωή, ενώ το πληροφορικό υλικό και την πρωτογενή ανάλυση παρέχουν οι σπουδές και η γενικότερη κοσμοπολίτικη παιδεία της, που απεχθάνεται τις σχηματοποιήσεις και τα στερεότυπα. Και η εσωτερικευμένη λογιοσύνη ωστόσο συμβάλλει στη συγγραφική της διαμόρφωση: αναγνώσματα ποικίλης ύλης, λογοτεχνία ελληνική και ξένη με κλίση στον κοινωνικό ρεαλισμό, θέματα, μοτίβα και εντυπωσιακή θεωρητική κατασκευή, που καθοδηγεί τη διαχείριση της διακειμενικότητας (λ.χ. από τον Κάτουλο ώς τον Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου, στο διήγημα «Η Ολγα και το σπουργίτι») και στην εκμετάλλευση ρητορικών τεχνασμάτων, όπως είναι ο λαβυρινθώδης εσωτερικός μονόλογος, οι αλληλοπεριχωρήσεις και οι αφηγηματικές τεχνικές.
Στα αγαθά όμως αυτά, επίκτητα και αυτοφυή, θα πρέπει να προστεθεί και το επάγγελμα από το οποίο βιοπορίζεται η ακαταπόνητη πεζογράφος: μεταφράστρια και επιμελήτρια επιστημονικών κειμένων. Εγραφε ο Οράτιος: «Ακόμη και ο καλός μας Ομηρος ενίοτε υπνώττει!» Ο επιμελητής όμως δεν υπνώττει ποτέ. Η διορθωτική, ωστόσο, αυτή εμπειρία, η αναζήτηση της ορθής λέξης, η κατατηξίτεχνος και λεπτολόγος γραφή, η τυπογραφική εμφάνιση, η περιεσκεμμένη χρήση των σημείων της στίξεως βγάζουν μάτι στο γραπτό της, το οποίο όπως απαιτούν οι παλαιοί θεωρητικοί του διηγήματος διαβάζεται απνευστί σε μια «καθισιά» και βρίσκεται στο μεταίχμιο πεζογραφίας και ποίησης.
