Δεν του άξιζε του φραπέ αυτή η κατασυκοφάντηση. Δεν του άξιζε αυτή η σπίλωση της ονομασίας του, από εκείνο τον γαλάζιο λίγδη αγροτοσυνδικαλιστή, ο οποίος, με ψευδώνυμο αυτό το αθώο ρόφημα, συμμετείχε σ’ ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της Μεταπολίτευσης, οι οικονομικές επιπτώσεις του οποίου φοβάμαι πως θα ξεπεράσουν κατά πολύ τα τετρακόσια εκατομμύρια ευρώ, που είναι το πρόστιμο που επεβλήθη στην Ελλάδα, για όλη αυτή την ειδεχθή λαμογιά των «αρίστων» του ΟΠΕΚΕΠΕ. Οχι δεν του άξιζε του πάλαι ποτέ κοσμαγάπητου φραπέ να αμαυρωθεί έτσι. Διότι ο φραπές έχει μια ιστορία.
Εκτός από κάποιες πασίγνωστες ελληνικές εφευρέσεις, όπως η δημοκρατία, το θέατρο και η φιλοσοφία, μία ακόμα επινόησή μας μας έχει κάνει διάσημους στα πέρατα του κόσμου. Ο φραπές, ή το φραπέ, αυτό το αφρώδες κρύο ρόφημα από στιγμιαίο καφέ, που στα γαλλικά σημαίνει «χτυπημένο», γεννήθηκε το 1957 στη Θεσσαλονίκη, κατά τύχη, όπως και οι μεγαλύτερες εφευρέσεις στην ιστορία, από τον Δημήτρη Βακόνδιο.
Κατά τη διάρκεια της Διεθνούς Εκθεσης, ο Βακόνδιος, υπάλληλος της Νεστλέ, αποφάσισε να φτιάξει κάποια στιγμή το νεσκαφέ του με κρύο νερό, σε σέικερ, αντί για ζεστό, όπως συνήθιζε. Αυτό ήταν. Από τότε ο φραπές, το φραπεδάκι, η φραπεδιά, το φραπόγαλο (εάν περιέχει και γάλα), κατέκτησε την Ελλάδα.
Ρόφημα που ενδείκνυται απολύτως για μακροσκελέστατες συζητήσεις, ή για δημιουργική τεμπελιά, εκούσια ή ακούσια λόγω ανεργίας, ο φραπές προήχθη σε σύμβολο, σε συστατικό στοιχείο του σύγχρονου λαϊκού ελληνικού πολιτισμού.
Κάποιοι πνέουν μένεα εναντίον του, χρεώνοντας σ’ αυτό το αθώο ρόφημα όλες τις εθνικές παθογένειες. Αλλοι ομνύουν σ’ αυτόν, απολαμβάνοντάς τον μέχρι τελευταίας ρανίδος, μέχρι το καλαμάκι να κάνει τον χαρακτηριστικό ήχο «φρρρ» λόγω αναρροφήσεως κενού. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε πως τα τελευταία χρόνια, ο φραπές έχει εκθρονιστεί από τον εσπρέσο φρέντο. Κάποιες ψηλομύτικες καφετέριες δεν τον συμπεριλαμβάνουν καν στον κατάλογό τους, εξοβελίζοντάς τον στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, ως σύμβολο μιας εποχής, κατά την οποία όμως, με χίλιες δραχμές, δηλαδή με τρία σημερινά ευρώ, αγόραζες ένα φραπέ στο χέρι, ένα πιτόγυρο, μια αθλητική εφημερίδα, ένα παγωτό πύραυλο, ένα μπουκάλι νερό, ένα κιλό ψωμί, μια σοκολάτα και μια τυρόπιτα…
Πολύ φοβάμαι πως αυτή η άδικη και αυθαίρετη ταύτιση του φραπέ με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, με φυσικό αυτουργό το φερώνυμο μέλος της γαλάζιας συμμορίας, θα είναι η χαριστική βολή για τη φήμη του φραπέ. Σε λίγο θα μιλάμε για την υστεροφημία του, που έρχεται βέβαια μετά τον θάνατό του, μετά τον εξοστρακισμό του από τις τελευταίες καφετέριες-οχυρά της παράδοσης που τον σερβίρουν ακόμα, αλλά και από τα σπίτια των ανθρώπων που κάποτε τον τιμούσαν δεόντως.
Εκτός κι αν ο στιγματισμός του φραπέ ως το ρόφημα που προτιμά η εγχώρια Μαφία, η οποία υπεξαιρεί ευρωπαϊκούς όρους αλλοιώνοντας το εκλογικό αποτέλεσμα μέσω εξαγοράς της ψήφου των αγροτοκτηνοτρόφων, τον διαφημίσει δυσφημίζοντάς τον. Οπως με τη μακαρονάδα των μαφιόζων (με κόκκινη σάλτσα, λουκάνικα και κεφτεδάκια) έτσι και ο φραπές, δεν είναι απίθανο να περιβληθεί μια σκοτεινή, γοητευτική αύρα, ως το αναψυκτικό του υποκόσμου, αυτό που προτιμούν οι μάγκες και καραμπουζουκλήδες, που τα παίρνουν έξυπνα από τους κουτόφραγκους, και δεν καταλαβαίνουν Χριστό, που λένε, ταπετσάροντας με τα κλεψιμέικα εκατομμύρια όλη την Κρήτη μπλε.
Δεν το αποκλείω – ο φραπές ποτέ δεν πεθαίνει.
